Ο ποιητής Τάσος Πορφύρης (γενν. 1931) της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς, μετά τον συγκεντρωτικό τόμο της ποίησής του, «Νεμέρτσκα», 1961-2011, και το «Οι μέσα μας πληγές» (2015), μας προσκομίζει το νέο του ποιητικό βιβλίο, την «Ισόβια θλίψη».
Παλεύοντας ισόβια με τα χέρια, ο παλαιστής και συνοδοιπόρος αυτός της ποίησης προτάσσει τη σωματική του σχέση με τη μνήμη.
Απαρηγόρητος, ως κάποιος που κατέρχεται επαναληπτικά από το ηπειρωτικό βουνό Νεμέρτσκα, περνώντας μέσα από τα αποκυήματα του αλβανικού μετώπου και του εμφύλιου πολέμου, που εντός τους σχηματίστηκε σε έναν ευαίσθητο δέκτη, δεν γνώρισε ποτέ του πού να τοποθετήσει τα χέρια∙ ιδίως τώρα, μετά τον χαμό της συντρόφου: «Ποιήματα από χώμα και νερό / Να τα διαβάζει η Μυρτώ / Και ν’ ανθίζουν».
Βλέποντας «χελωνοκαύκαλα ξασπρισμένα / τώρα φωλιές για γκουστερίτσες», «κόκκινα κράνια και μαύρα βατόμουρα» και «φιδορούτια σκαλωμένα στις πέτρες», ο ποιητής Πορφύρης, όπως και οι οικείοι του, πλέον νεκροί-σύντροφοι, πέρα από τη σύζυγο, ο Βύρων Λεοντάρης, ο Μάρκος Μέσκος, κ.ά.: «τραβήξαμε κατά το μέλλον ο / Καθένας εξουσιάζοντας το δικό του θάνατο» («Εξοδος»). Προ της εξόδου.
Ετσι, με όλη την ψυχή συνοψισμένη, μας παραδίδει στα χέρια, μετά το ζωντανό κεφάλι του Εμφυλίου, τόσο το κεφάλι της συντρόφου που απουσιάζει («Αν μπορούσα να σε αγγίξω / τα μαλλιά σου θα παίρναν φωτιά») όσο και τα χέρια της: «Που να βολέψω τη ΜΥΡΤΩ με τα κυνηγόσκυλα / Στα σκαλοπάτια του μαγειρειού γλείφοντας τ’ άγια- / σμένα της χέρια που τα τάιζαν».
Ταριχεύοντας τη μνήμη και παρέχοντας χώρο στην απουσία, ώστε να αναπτυχθεί με τα δικά της φορτία, και τα σύνθετα-δύσκολα παιχνιδίσματα και τις ανταποκρίσεις της, αποσύρεται στη μοναξιά και στη διακριτικότητά του, αφού έχει ήδη πει: «θα μπορούσε να αρκεστεί […] αντί να σπαταλάει εδώ / κι εκεί στίχους του ποντάροντας σε μιαν επισφαλή προσπάθεια / αναγνώρισης του ταλέντου του από ευκαιριακούς αναγνώστες».
Ο Πορφύρης είναι ένας ποιητής που «γράφει με τα χέρια» «χειροποίητους στίχους», ξεκαθαρίζοντας γιατί: «Γράφω γιατί το πέτρινο σπίτι είναι μακριά / Το μισό στο χιόνι και τ’ άλλο μισό στο μπάσο κλαρίνο / […] γράφω γιατί το ποτάμι με ξυπνάει με τις κραυγές του / –Πέστροφες κόντρα στο ρέμα κι ελάφια σκύβοντας για νερό– / Γιατί τα παιδιά μου ξέρουν την Νεμέρτσκα / από φωτογραφίες».
Πραγματογνώστης του φυσικού περιβάλλοντος, συνδυάζει το γήινο με το ερωτικό, κινούμενος προς τη μνήμη ως ένα μετέωρο-καταφύγιο. Εκεί προσπαθεί να πιαστεί από τα μαλλιά της γυναίκας, να ταριχεύσει τα πουλιά, να βρει το ποίημα, διανοίγοντας τις αισθήσεις μας προς τη μία του πατρίδα. Ως μεταμορφωτής της καθημερινής βίωσης σε συμμετοχική δημιουργική διαδικασία, φωτίζει τα ίδια του τα χέρια μέσω της ποιητικής του χειρονομίας, όπως φωτίζεται απ’ το ψωμί το πρόσωπο του φτωχού στον Παπαδίτσα.
Επιστρέφοντας στον τόπο του και στον απόηχο και στη δυναμική της ιστορίας ισορροπεί ως πρόσωπο, σκάβει και –χωρίς να στοχεύει σε μεγάλα βάθη– καταφέρνει να χτυπήσει καινούργιες φλέβες, από όπου και αναβλύζουν πράγματα ολότελα δικά του, γνήσια και φρέσκα: «Εξήντα χρόνια καταχωνιασμένα / Κι όταν βρεθείς κοντά τους σε μεθούν / Μυρωδιές από θυμάρι ρίγανη δυόσμο / Δεντρολίβανο αγριομέντα και φλισκούνι / Που ξεφυτρώνουν ανάμεσα στα / «παράφορα οστά των Ελλήνων» / Δημήτρη / Τώρα rooms to let κασσιόπιτες / Πλαστικές βάρκες στο ποτάμι που / Ακούει στο όνομα Βοϊδομάτης / Κατηφορίζοντας από το Πάπιγκο […]» («Οφειλές»).
Ως δέντρο, με την ποίηση αναγκαία αλλά όχι ικανή να δράσει παραμυθητικά στον επαπειλούμενο αφανισμό, φιλιωμένος με τους νεκρούς και με τα χώματα, παρατείνει την ύπαρξή του, «ευαγγελιζόμενος» μια κάποια ενότητα του μέρους με το όλο, δηλαδή της φύσης –στη γήινη και κυρίως στην ορεινή της εκδοχή– με το «συμβάν» και με τη μνήμη, επενδύοντας στην αγάπη και στην αποδοχή (δίχως να επιθυμεί να ερμηνεύσει τον κόσμο ή να λυτρωθεί).
Χαρτογράφος τελικά μιας διαλεκτικής σύνθεσης που συναιρεί το ορεινό στοιχείο του τόπου μας με το αστικό μεταπολεμικό περιβάλλον της αντιπαροχής και της επακόλουθης «ευκολίας», καταλήγει: «Κι Ανοιξη στον Υμηττό νεραντζιές ανθισμένες στα πεζοδρόμια / Το άρωμα τους να δένει με τη μελωδία απ’ το ακορντεόν / Του μετανάστη» («Γορμός»).
