Οσοι σπούδαζαν στην Ελλάδα τη σύγχρονη αρχιτεκτονική και μελετούσαν τα εικονιστικά ευαγγέλιά της, διεθνή και ντόπια, είχαν τις τελευταίες δεκαετίες τη δυνατότητα να διαβάσουν λιγοστά μεταφρασμένα βιβλία που κάλυπταν το συνολικό πλαίσιο. Το πιο αξιομνημόνευτο ήταν το Μοντέρνα αρχιτεκτονική, Ιστορία και κριτική του Kenneth Frampton (1987).
Τριάντα χρόνια αργότερα, κυκλοφορεί σε προσεκτική μετάφραση του Π. Μαρτινίδη και σε άρτια εικονογραφημένη έκδοση μια ανανεωμένη άποψη για το ίδιο «συνολικό πλαίσιο», αυτή τη φορά γραμμένη από έναν Γάλλο πολυταξιδεμένο και καλά ενημερωμένο θεωρητικό, αρχιτέκτονα και ιστορικό, τον Jean-Louis Cohen, που θα θελήσει να ισορροπήσει τα πράγματα, μακριά από τις ακρότητες του παρελθόντος (τα μαχητικά μανιφέστα των παλιών μοντερνιστών), από τις ανισότητες της αποικιοκρατίας (τυφλός ευρωκεντρισμός) και από την επιδειξιμανία του σταρσύστεμ (που παράγει «γιγαντιαία σύμβολα»).
Ο Cohen επιθυμεί να αρθεί υπεράνω του πεδίου των μαχών που δεν έπαψαν ποτέ να δίνουν παθιασμένοι οπαδοί τάσεων, ρευμάτων – και έστω, στιλ. Οταν στην αρχή μιλάει για «διεύρυνση του πεδίου της αρχιτεκτονικής στον 20όν αιώνα», ο Cohen ξέρει πολύ καλά για ποιο πράγμα μιλάει.
Οταν παρακάτω ορίζει τον στόχο του ως «μια χαρτογράφηση των σχέσεων που ισχύουν μεταξύ θεωριών, δημιουργικών ιδεών, πολεοδομικών χαράξεων, σχεδιαστικών προτάσεων και υλοποιημένων έργων», γνωρίζει καλύτερα από οποιονδήποτε άλλον το γιγαντιαίο έργο που φιλοδόξησε να αναλάβει. Γιατί εκεί ανακύπτουν ορισμένα ερεθιστικά ερωτήματα, που αυτά και από μόνα τους αρκούν για να μας ωθήσουν να διαβάσουμε με ενδιαφέρον, ανάμικτο με περιέργεια, τις 430 σελίδες του καινοτόμου κειμένου του.
Ενα πράγμα που σίγουρα απεχθάνεται ο Cohen είναι η «επική αφήγηση», δηλαδή η εξιστόρηση του παρελθόντος ως συνεχούς κίνησης κάποιων πασίγνωστων ηρώων προς την προοδευτική ολοκλήρωση, όπως μας υποσχέθηκαν ο Διαφωτισμός και η Βιομηχανική Επανάσταση. Πάνε αυτές οι ψευδαισθήσεις.
Στη θέση τους, ο Cohen παίζει ανάμεσα σε «μεγάλες χαράξεις και μικρές πινελιές εναλλάξ», κάτι που του εξασφαλίζει μια άλλου τύπου αφήγηση, πιο δίκαιη όπως πιστεύει, όπου στη σκηνή συνωθούνται όχι μόνο τα μεγάλα ονόματα αλλά και οι «μέτρια γνωστοί» αρχιτέκτονες, εξίσου δικαιούχοι της προσοχής μας. Ανοίγει λοιπόν ο κατάλογος ονομάτων, καταργείται η έννοια του «μοναχικού ήρωα» αρχιτέκτονα που αήττητος κατακτά τη μια κορυφή μετά την άλλη, παύουμε να κοιτάμε μόνο τι τρέχει στις μεγάλες δυτικές πρωτεύουσες και -ιδίως- ξεχνάμε τον λαϊκισμό του μεγάλου θεάματος, τον τόσο απαραίτητο στα αδηφάγα ΜΜΕ.
Το βιβλίο του Cohen θα μπορούσε, αλήθεια, να διαβαστεί ως μια ατέρμονη σειρά απαγορευτικών διατάξεων – ποιες κακοτοπιές να αποφύγουμε ώστε να εξασφαλίσουμε το μέλλον σε μια τέτοια επισφαλή για την έκβασή της «τέχνη» όπως είναι η αρχιτεκτονική.
Ξεκινώντας, ο Cohen παραθέτει δυο μεγάλες εικόνες: την περίφημη φωτογραφία του χεριού του Κορμπιζιέ που «δείχνει» προς τη μακέτα του κέντρου του Παρισιού, κατεδαφισμένου και ξαναχτισμένου με ουρανοξύστες (1930), και έξι σελίδες κατόπιν, την άλλη, εξίσου διάσημη παράσταση της Νέας Υόρκης «σε ντελίριο» του Κούλχας (1978). Και οι δυο φαντασιακές παραστάσεις, όμως, σε πόση απόσταση μεταξύ τους: από τον ιεραπόστολο Κορμπιζιέ στον ειρωνικό επίγονο Κούλχας, που καταθέτει τους παροξυσμούς του μοντέρνου σαν κοσμήματα σε βιτρίνα. Αντίφαση ή υποδόρια ταύτιση; Εκεί ο Cohen μάς κλείνει προκλητικά το μάτι, σιωπηρά αναγνωρίζοντας τη ματαιότητα της αντικειμενικής ματιάς.
Ειδικά για το ελληνικό αναγνωστικό κοινό, το βιβλίο περιλαμβάνει μια σύντομη αλλά διδακτική αναφορά στα ελληνικά πράγματα: τι έγινε με τον ηρωικό μοντερνισμό του ’30 (σ.219), τι ακολούθησε μεταπολεμικά με τους Πικιώνη και Κωνσταντινίδη (σ.303) και τέλος, πώς εντάσσονται στον «κριτικό διεθνισμό» οι Σουζάνα και Δημήτρης Αντωνακάκης αλλά και ο Νίκος Βαλσαμάκης (σ.349).
Αν θέλαμε, άλλωστε, να ξεχωρίσουμε ένα χαρακτηριστικό του βιβλίου του Cohen, ιδιαίτερα χρήσιμο στην εκτίμηση της ελληνικής αρχιτεκτονικής από έξω προς τα μέσα, θα πρέπει να μελετήσουμε αυτήν την κρίσιμη νέα έννοια του «κριτικού διεθνισμού» που μας προτείνει.
