ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Πέτρος Γκολίτσης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ο ποιητής Ντίνος Σιώτης (Τήνος, 1944), Κρατικό Βραβείο Ποίησης (2007) για την «Αυτοβιογραφία ενός στόχου» (εκδ. Κέδρος), εκδότης δεκαπέντε πολιτικών και λογοτεχνικών περιοδικών και συγγραφέας τριάντα και πλέον ποιητικών βιβλίων, μας παραδίδει τη νέα του ποιητική συλλογή «Στη σκιά του ανέμου».

Αφού πρώτα υπενθυμίσουμε πως ο πρόσφατα εκλιπών σπουδαίος μας ποιητής Νάνος Βαλαωρίτης (1921-2019) έλεγε για την ποίηση του Σιώτη πως με «το καινούργιο αυτό στυλ, και με μια ποίηση πρωτότυπη και μυστηριώδη, συνδυάζει την ταραγμένη πραγματικότητα με το εντελώς απροσδόκητο των λεκτικών συνδυασμών και με μια προοπτική ονειρική, σπάζοντας το φράγμα της έλλειψης υποβολής», θα υπογραμμίσουμε πως στο έργο του Σιώτη κυριαρχεί η αίσθηση της απορίας και η αδυναμία του ποιητή να συντονιστεί με τη ροή του κόσμου ως κοσμολογικού πρωτίστως συμβάντος, αλλά κι ως ιστορικο-κοινωνικού κι ίσως προσωπικού.

Συγκεκριμένα, στο νέο αυτό βιβλίο, ρίχνει βιαστικές ματιές-ριπές σε πρόσφατα γεγονότα πριν στεγνώσουν και αποκτήσουν ακαμψία. Πρόκειται για ποιητικές ημερολογιακές καταγραφές, βιωματικές δηλαδή μετα-γραφές, όπου σημειώνονται ο τόπος κι ο χρόνος γραφής τους. Ορισμένα δείγματα: «από το υπερπέραν μαζεύω άμμο παντομίμας […] ο ήλιος ανέτειλε πριν την ανατολή κι έδυσε πριν τη δύση», «κι εγώ στη σκιά του αέρα σβήνω το βλέμμα σου», «οι φλέβες των νερών μπάζουν μνήμες από παντού».

Συμπλέκοντας το χιούμορ −και ντύνοντάς το συχνά− με το ηθικό πλεονέκτημα της λύπης φαίνεται να ξορκίζει τις λέξεις που σαφώς λειτουργούν ως μια κατάφαση της ζωής. Ενώ απευθύνεται σε μία απουσία, συνάμα κατευθύνεται προς ένα αφηρημένο σούρουπο, στη μέση ίσως μιας ημιτελούς ματαίωσης. Εκεί, ανθρώπινα και ποιητικά, μας κομίζει ποιήματα ζαλισμένα που δεν παζαρεύουν την αξία τους, αλλά απεναντίας αφήνουν τη μνήμη τους να διαρρεύσει προς τα τρομαγμένα βλέμματα των συν-ανθρώπων και συν-οδοιπόρων.

Επενδύοντας, φαινομενικά τουλάχιστον, στο παράλογο και στο παράδοξο, στο παραλήρημα και στην παραίσθηση, γίνεται τελικά μάρτυρας μιας ματαίωσης, «πιστοποιώντας» πως η αρχέγονη ρήξη, που υπάρχει στη συνείδηση ανάμεσα στο υποκείμενο και το αντικείμενο, ξεκινά από τη γλώσσα.

Ακολουθώντας τα διδάγματα των Γάλλων υπερρεαλιστών και κατ’ επέκταση των Αμερικανών γλωσσοκεντρικών, ως γλωσσοποίητος και γλωσσογενής ποιητής, ως «μαθητής» του Βαλαωρίτη και «συμ-μαθητής» των Αντρέα Παγουλάτου (1948-2010) και Μιχαήλ Μήτρα (1944-2019), περνά σχεδόν αυτούσια τη μετα-ποιημένη ροή της εμπειρίας του στο χαρτί.

Μετα-σεφερικός με τον τρόπο του, εξάλλου, γράφει «τι να πω για / την αθόρυβη σκιά του χρόνου που / γλιστρά μέσα απ’ τα δάχτυλά μου…» («Τι να πω»), κορυφώνει τη συλλογή στο ποίημα «Η σκιά των ανέμων» όπου συναντάμε τον Βαλαωρίτη μετα-ποιημένο. Παραθέτουμε τον εναρκτήριο στίχο: «Περιπλανήθηκε η αδέσποτη σκιά στον κήπο των ανέμων».

Το φαντασιακό του στοιχείο, συναντώντας το θεωρησιακό του ρευστό, αναδύεται ντυμένο ως ποίημα κι ως φώνημα που αυτο-παρακολουθείται και βραχυκυκλώνει. Μια βραχυκύκλωση που μετα-στοιχειώνεται σε ποίημα, κι ως μουσική, π.χ. ως ένα κομμάτι τζαζ, αξιώνει επαναληπτικές ακροάσεις και επαν-εκτελέσεις, με τον ποιητή να γυρεύει έναν άλλον τρόπο να πάει από το ένα σημείο στο άλλο. Κάτι που κάνει επαναληπτικά γράφοντας στην ουσία το ίδιο ποίημα.

Συντασσόμενος στη φορά της ποιητικής τού Βαλαωρίτη, εκτονώνει την «οντοθεολογία του νοήματος», με τη μεταφυσική −στη δική του περίπτωση− παρούσα, μετέχοντας στο κοσμικό δράμα στο οποίο και δίνει έναν τόνο φάρσας. Διαβάζουμε χαρακτηριστικά: «[…] σε μια οθόνη που // αναβοσβήνει χαιρετίσματα από το / Υπερπέραν σε αυλές στρωμένες με / ομοούσια τραπέζια αποχαιρετισμών» («Κάποτε»).

Ετσι, αποκαλύπτεται, σε μια τουλάχιστον ανάγνωση, στα μάτια πρωτίστως του εαυτού του, ως ένα άγνωστο, αυτο-αναγνωριζόμενο και αυτο-ψηλαφούμενο αντικείμενο-υποκείμενο, που δεν κάνει σημειωτόν στο κενό, όπως οι ήρωες του Μπέκετ ενδεικτικά, αλλά ηχητικά −γίνεται αγωγός− και εκτονώνει με τις λεκτικές του ακολουθίες, σαν σερπαντίνες, τις διακριτές ποιητικές αιωρήσεις και προωθήσεις του.

Μετα-λυρικός έως τέλους, με το «μετα-» −όπως έχουμε σημειώσει εδώ στο παρελθόν− να λειτουργεί χρονικά, δηλ. ως «post», και ταυτόχρονα ανακλαστικά και εποπτικά, δηλ. ως «meta» που επιστρέφει στον εαυτό παρατηρώντας και υπονομεύοντας τους όρους της λειτουργίας του. Ως νεωτερικό δι-υποκείμενο καταθέτει τα ποιήματα-polaroid της μιας −υποτίθεται− χρήσεως και της αυτόματης εμφάνισης, που όμως σμιλεύουνε το φως και τη μνήμη επιμένοντας.

Τα ποιήματα, τέλος, συν-αποτελούνται από τρίστιχες στροφές που σπάζουν σε σημεία σχετικά αυθαίρετα ή και σύμφωνα με το μήκος των στίχων (προσθέτοντας τυπογραφικά στο πώς στέκεται το ποίημα στο μέσο της σελίδας), ενεργοποιώντας συνειρμούς και ποιητικούς σπινθηρισμούς, που υποβάλλουν έναν ρυθμό και μια παραξενιά που προσθέτει υπογραμμίζοντας τη χαρακτηριστική ιδιοφωνία του Σιώτη. Αξίζει να σημειωθεί και η πλήρης απουσία σημείων στίξης.