Στη σπουδαία, διάρκειας μισού αιώνα καριέρα του, ο Αμερικανός Σαμ Σέπαρντ άφησε βαθύ το στίγμα του και διέπρεψε ως ηθοποιός, σκηνοθέτης, θεατρικός συγγραφέας και πεζογράφος, κερδίζοντας πολλές τιμές και διακρίσεις, ενώ χαρακτηρίστηκε από πολλούς ως ο σπουδαιότερος θεατρικός συγγραφέας της γενιάς του.
Εγραψε σαράντα τέσσερα θεατρικά έργα και αρκετές συλλογές διηγημάτων, διάγοντας παράλληλα θυελλώδη προσωπική ζωή, η οποία ουκ ολίγες φορές απασχόλησε το κοινό. Πέθανε το 2017, σε ηλικία εβδομήντα τεσσάρων ετών, ενώ λίγο πριν από τον θάνατό του εξέδωσε το μυθιστόρημα «Ο άλλος μέσα του», που κυκλοφόρησε πρόσφατα και στην Ελλάδα, στην εξαιρετική μετάφραση της Χίλντας Παπαδημητρίου.
Πρόκειται για ένα οιονεί αυτοβιογραφικό πόνημα, ένα κομψό και βαθύ βιβλίο που παίζει το παιχνίδι της αυτοβιογραφίας σε αμιγώς λογοτεχνικό τερέν, συνοψίζοντας τα θέματα και τους τρόπους που απασχόλησαν τον συγγραφέα σε όλη τη διάρκεια της καριέρας του.
Στο μυθιστόρημα του Σέπαρντ, μια σειρά από αφηγηματικά νήματα διαπλέκονται σε ένα εκ πρώτης όψεως χαλαρό μότιβο: αναμνήσεις από τη σχέση του αφηγητή με τον πατέρα του και από τη σχέση του τελευταίου με μια νεαρή ερωμένη, η ιστορία του ίδιου του αφηγητή με μια κοπέλα που τον εκβιάζει ότι θα εκδώσει σε βιβλίο τις συνομιλίες τους, η σχέση του με τη γυναίκα του αλλά και με τις γυναίκες γενικώς, η φθίνουσα υγεία του και το φάσμα του επερχόμενου θανάτου.
Τα νήματα αυτά δεν συνδέονται μεταξύ τους χρονικά, ούτε με κάποιον από τους παραδοσιακούς τρόπους, αλλά κυρίως μέσω της εμβάπτισής τους στην ίδια σκοτεινή, δυσοίωνη ατμόσφαιρα, για την οποία το εναρκτήριο κεφάλαιο του βιβλίου αποτελεί την καλύτερη εισαγωγή: ένας άνδρας το χάραμα ακούει από το σπίτι του τα απόμακρα ουρλιαχτά των κογιότ που κάτι κυνηγούν.
Η αποπνικτική αίσθηση που εμπνέουν αυτές οι πρώτες, υποβλητικές σελίδες του μυθιστορήματος δεν εγκαταλείπει ποτέ εντελώς τον αναγνώστη, ακόμα και όταν η αφήγηση κινείται σε διαφορετικές αποχρώσεις, βρίσκοντας χώρο ακόμα και για το χιούμορ (συχνά μαύρο) ή τον λυρισμό – ακόμα και τότε, η αίσθηση της ασφυξίας αντηχεί πίσω από την αφήγηση ως η δεσπόζουσα νότα στην αρμονία της.
Την αίσθηση αυτή επιτείνει εξάλλου η περιδιάβαση εβδομήντα χρόνων σε μια Αμερική που αλλάζει διαρκώς, μέχρι του σημείου όπου τίποτα πια δεν θυμίζει στον αφηγητή τη χώρα των παιδικών του χρόνων. Αυτή η σταδιακή αποξένωσή του αποδίδεται ως υπαρξιακή από τον Σέπαρντ, σε βαθιά σκοτεινούς, μπεκετικούς τόνους και υπογραμμίζεται από την παντελή αδιαφορία του συγγραφέα για τη χρονική αλληλουχία των αφηγούμενων.
Παρόν και παρελθόν συγχωνεύονται γόνιμα, χωρίς παρ’ όλ’ αυτά να προκαλείται η παραμικρή σύγχυση στον αναγνώστη – ο οποίος από νωρίς προσχωρεί στην αφηγηματική σύμβαση του Σέπαρντ, αποδεχόμενος τους όρους με τους οποίους θέλει να παίξει ο συγγραφέας το λογοτεχνικό παιχνίδι. Οπλα του η αδυσώπητη ματιά που ρίχνει στα ανθρώπινα, οι ευφυείς διάλογοι, ο σταθερός ρυθμός της πρόζας του, η σοφή εναλλαγή των αφηγηματικών ενοτήτων, και βέβαια η προσκόλληση του συγγραφέα στην ατμόσφαιρα που περιγράφηκε πιο πάνω.
Το αποτέλεσμα είναι συχνά συγκλονιστικό, γεμάτο πικρές, αστείες ή δραματικές στιγμές, που κορυφώνονται σε ένα παρατεταμένο και σκοτεινό αντίο – μια μεγάλη και συνειδητή χειρονομία αποχαιρετισμού από έναν σπουδαίο των αμερικανικών γραμμάτων.
