ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Θα ’μαι εξαρχής σαφής σαν κατακλυσμός. Το «Γεωγραφίες των Φριτς και των Λανγκ» του Θωμά Τσαλαπάτη (γ. 1984, Αθήνα) είναι το «Πεθαίνω σαν χώρα» (βλ. Δημήτρης Δημητριάδης, 1978) μιας νέας «γενιάς», μιας δεύτερης, ας την ονομάσουμε, μεταπολίτευσης.

Πέρα από την ενιαία και υποβλητική πνοή που συγκρατεί ως ένα ενιαίο κομμάτι-αφήγημα −στον απόηχο αλλά και εν μέσω μιας καταστροφής− όλο το έργο, τον ρυθμό και τον βηματισμό, το συμπαγές και το αδιάπτωτο της εικονοποιίας του, αυτό που κάνει το έργο αυτό πραγματικά να ξεχωρίζει είναι η ιδιότυπη σκηνική δραματοποίηση και η απόσταση που συντηρεί και διαρκώς φορτίζει ο εμφανώς υπονοημένος αφηγητής.

Γεγονός που δεν εξηγεί απλώς τα δοθέντα ώς τώρα βραβεία στον ποιητή [Κρατικό Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα (2012)]και τη διεθνή απήχηση του έργου του (Πρώτο βραβείο Ποίησης Premio InediTO-Colline di Torino, εκδόσεις στη Γαλλία και την Ιταλία), αλλά που καλεί προς ένα θεατρικό ανέβασμα, το οποίο ζητά μια δική του σκηνοθεσία.

Ρέποντας προς μια μορφή σύνθεσης, λοιπόν, ο Τσαλαπάτης ψηλαφεί το ωμό κρέας της πραγματικότητας −ως ιστορικό, πολιτικό και κοσμολογικό γεγονός και αδιέξοδο− την ώρα που σχηματίζεται και που ισοπεδωτικά ρέει από πάνω μας, σχηματίζοντας και αποσχηματίζοντάς μας επαναληπτικά. Σε μια ουράνια πλατφόρμα, με τη σεξπιρική πρόσληψη του κόσμου ως σκηνή παρούσα.

Διασχίζοντας και σχίζοντάς μας ο κόσμος και η ιστορία σε Φριτς και σε Λανγκ, σε «lead» και «lag» (σε «ηγούμαι» και «καθυστερώ»), σε δύο πρόσωπα-προσωπεία, καταστάσεις και σχάσεις, κ.λπ., διχασμένα και ετεροχρονισμένα, ως ζώσα και ως εύπλαστη ύλη, ως αντι-κείμενα και ενίοτε ως υπο-κείμενα, πλάθουμε και πλαθόμαστε ως το μη νόημα στον τόπο της ρευστότητας και ίσως της δυνατότητας του νοήματος μεταξύ άλλων συμβάντων.

Με τον πλατωνισμό δοσμένο («ένας ίσκιος χαράζει τις πόρτες των πραγμάτων», «μισός Φριτς και τρεις Λανγκ / συνέχισαν την κατάβαση», «τι είναι αυτά τα βήματα / που αντηχούν στα βήματά μου», «Ο ίσκιος. Σε κρατά καρφωμένο στη γη»), την έξωθεν ιστορική «κανονικοποίηση» επίσης δοσμένη («Τα αντικείμενα σύντομα θα βρουν από μόνα τους τη σειρά τους», «ό,τι εξέχει / κόβεται»), και τέλος με τη φορά της δυστοπίας του Γερμανού εξπρεσιονιστή Φριτς Λανγκ, ο Τσαλαπάτης απογειώνεται όταν γράφει, π.χ.: «Εδώ ο θάνατος ζυγίζει. Περίπου όσο το σώμα σου. // Ολα. // Πεινούν» («[τοίχοι]»), «Από τότε που άρχισε το σώμα / Το χρέος πληρώνεται σε σώμα» («Ο Βασιλιάς στα κίτρινα»), «Το σώμα αλλάζει πάντοτε σε ό,τι θα συναντήσει», «Το αντικείμενο / ένα ορυκτό γεγονός», «Στέκονταν εκεί προσπαθώντας την απουσία τους».

Ὴ εκτενέστερα: «Η ηλικία. / Αυτή αλλάζει ανάλογα με το υψόμετρο. / Είναι γιατί ο θάνατος που εκκρεμεί / προσαρμόζεται / στο ενδεχόμενο της εκάστοτε πτώσης. […] Το παρόν σου. / Πιο ψηλά / ενώ οι ήλιοι βουλιάζουνε μέσα στον ήλιο».

Ο Παναγιώτης Μηλιώτης (γ. 1983, Αθήνα), έχοντας στη βαλλίστρα του το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου ποιητή «Γιάννης Βαρβέρης», για την πρώτη του ποιητική συλλογή «Μια ανάσα δρόμο», και έχοντας παρακολουθήσει το διετές ποιητικό εργαστήρι του ιδρύματος Τάκης Σινόπουλος, συνεχίζει ευθύβολα και αποφασισμένα με «Το σκίτσο στην ντουλάπα».

«Συνεχίζοντας» την προβληματική του Τσαλαπάτη γράφει εξαρχής στο ποίημα «Κι άντε μάθε το σώμα σου ξανά να κουμαντάρεις»: «οι παλιοί μου εαυτοί −κουλούρα στον κατήφορο / με σπρώχνουν− άμορφη να σβήνω μάζα».

Με πιο έντονο και χαρακτηριστικό το παρόν της πόλης, μιλά για σκουπιδιάρικα, αστικά τζάμια, αστικά κουφάρια, ταράτσες, εργοστάσια, εμπορικά και σχολεία, στοχεύοντας σε μια ποιητική μετάπλαση, εκεί όπου η αστική «σκόνη έπλαθε τον Αγγελο».

Ο άγγελος στον Μηλιώτη, επιστρέφοντας στον Σεφέρη της «Στροφής», εμφανίζεται ως ένας ενδιάμεσος της παιδικής μνήμης και της αδυναμίας του ποιητή να οικειοποιηθεί το παρόν, το οποίο του εμφανίζεται άλλοτε ως ξένο κι άλλοτε ως εχθρικό, ως ένα υγρό εντός της αστικής και της ιστορικής μήτρας, το οποίο αντί να τον φιλοξενεί και να τον αναπτύσσει, τον αποβάλει ως έκτρωμα που δεν πληροί τα ιστορικο-κοινωνικά κριτήρια κι ως not fit for life. Γυρνώντας μας ίσως σε έναν «μεσοπόλεμο».

Ο ποιητής, νιώθοντας όπως μας λέει «διαμελισμένος», επιλέγει να σταθεί στην άκρη ενός τόπου, εκεί όπου «μαύρος άνοιγε ανάμεσα στα πόδια μας ο γκρεμός». Μετα-σεφερικός και μεταγράφοντας τη σεφερική «Αρνηση», στο ποίημα «Το σχολείο», καταλήγει χαρακτηριστικά: «όχι! – είπα, δίχως να φαίνομαι θα σκαρφαλώνω / και θα φτάνω σ’ όλα τα στάδια της ωρίμανσής μου / θα φτάνω και θα στέκομαι σ’ ό,τι απόμεινε / από τούτο τ’ απόμερο τοπίο».

Με ένα μελαγχολικό υπόστρωμα παρόν λοιπόν, που διαπερνά το σύνολο των διαδοχικών σκίτσων-ποιημάτων που κρύβει στην ντουλάπα του μπαλκονιού, ανάμεσα σε εργαλεία και σκύλους που κουτσαίνουν με πρησμένη κοιλιά, περνά σε μια ανθρωπογεωγραφία που καταγράφει ένα αλλιώτικο αθηναϊκό παρόν και που υπόσχεται μια εξίσου ενδιαφέρουσα συνέχεια.