Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ο Τζον Μπάνβιλ, ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους συγγραφείς που μας έχει δώσει μυθιστορήματα όπως «Ο αδιάφθορος», «Η θάλασσα», «Η έκλειψη», «Αρχαίο φως» κ.ά., έχοντας λάβει ήδη έναν αριθμό από βραβεία και διακρίσεις, αποφάσισε να γράψει τη συνέχεια από το «Πορτρέτο μιας κυρίας» του Χένρι Τζέιμς και να δοκιμαστεί στο παστίς: Στο πρόσφατο μυθιστόρημά του με τίτλο «Η κυρία Οσμοντ», «οικειοποιείται» όχι μόνο την Ιζαμπελ Αρτσερ, κεντρική ηρωίδα του Τζέιμς στο «Πορτρέτο…», αλλά και το περίτεχνο, μνημειώδες για τη δυσκολία του ύφος του μεγάλου μετρ, ενώ εμείς οι αναγνώστες (και των δύο), έχοντας ολοκληρώσει την ανάγνωσή του, αντιλαμβανόμαστε πως πρόκειται για το μεγαλύτερο ρίσκο που θα μπορούσε να πάρει ένας σύγχρονος συγγραφέας και θαυμάζουμε το σθένος του αλλά και την ικανότητά του να εξωθεί τη γλώσσα στα όριά της και να αναπλάθει εποχές με απαράμιλλη μαεστρία.

Ωστόσο, ο Ιρλανδός συγγραφέας δεν επιχειρεί να καταγράψει απλώς την ψυχολογία της ηρωίδας, την εξέλιξή της και τη μεταστροφή των ιδεών της όταν φτάνει στην ωριμότητα, αλλά επιδίδεται και σε εκτενείς περιγραφές τόπων και χώρων, όπως στα μυθιστορήματα της εποχής του Χένρι Τζέιμς, ενώ οι μεταφορές που επιστρατεύει, οι διαστρωματώσεις των νοημάτων, οι ψυχικές μεταστροφές των χαρακτήρων και οι πολυεπίπεδοι, αναπάντεχοι συνειρμοί αποδίδονται με τη δέουσα εξεζητημένη γλώσσα και το ύφος του προπάτορά του, χαρίζοντάς της μια ανέλπιστη, δεύτερη ευκαιρία.

«Η προσωπική ελευθερία ήταν ανέκαθεν γι’ αυτή ζήτημα υψίστης σημασίας: η κάθε ζωή δίδεται μόνο μία φορά, δίχως πιθανότητα επανάληψης ή αναθεώρησης, και ο κάθε ηθοποιός, στον οποίο προσφέρεται το ζωογόνο δώρο, οφείλει να παίξει, όσην ώρα του αναλογεί πάνω στη σκηνή, με αδιάπτωτη πειστικότητα και πλήρη επίγνωση ότι υπάρχει μόνο μια πρεμιέρα, ότι δεν θα γίνουν άλλες παραστάσεις…».

Το μυθιστόρημα ξεκινάει από το σημείο που το είχε αφήσει ο Τζέιμς, δηλαδή από το «ανοιχτό τέλος» του πρωτότυπου έργου. Η Αμερικανίδα Ιζαμπελ, τώρα κυρία Οσμοντ, έχει μόλις παραστεί στην κηδεία που αγαπημένου της εξαδέλφου, Ραλφ Τάτσετ, στο σπίτι της μητέρας του, στο Γκάρντενκορτ της Αγγλίας, ενώ ο θάνατός του της έχει θέσει ένα δυσεπίλυτο πρόβλημα. Ο Ραλφ είχε μεσολαβήσει ώστε η Ιζαμπελ να γίνει αποδέκτης μιας μεγάλης κληρονομιάς από τους γονείς του με σκοπό να την καταστήσει οικονομικά ανεξάρτητη, μια ανεξαρτησία που την έχει ήδη πληρώσει, καθώς εξαιτίας αυτής της περιουσίας την πλησίασαν άνθρωποι αμφιβόλου ηθικής, που ήθελαν να επωφεληθούν από τη γενναιοδωρία της -ανάμεσα σ’ αυτούς ο σύζυγός της και η πρώην στενή της φίλη Μαντάμ Μερλ.

Στη συνέχεια, τη συναντάμε στο Λονδίνο, έχοντας ανακαλύψει ένα μυστικό που αλλάζει την ιδέα που έχει για τον κόσμο και, ενώ πασχίζει να ανασυντάξει τις δυνάμεις της, κάνει την ανάληψη ενός μεγάλου χρηματικού ποσού από τον τραπεζικό λογαριασμό της, το αντίτιμο ίσως για την ελευθερία της, ενώ μέχρι το τέλος του μυθιστορήματος δεν μαθαίνουμε τι σκοπεύει να κάνει με αυτό.

Το μυθιστόρημα δίνεται σε λίγες σκηνές που παρακολουθούν την Ιζαμπελ να μετακινείται σε διάφορους τόπους, από το Λονδίνο, στο Παρίσι, στη Φλωρεντία και στη Ρώμη, όπου συναντάει διάφορους παλιούς φίλους και κομβικούς για τη ζωή της ανθρώπους, συνομιλεί μαζί τους, ενώ προσπαθεί εναγωνίως να κατανοήσει και να διαχειριστεί τα συναισθήματά της και να οργανώσει τον τρόπο που θα αντιμετωπίσει τον άντρα της, ώστε να ανακτήσει την ποθητή ελευθερία.

«Ηξερε, βεβαίως, πολύ καλά ότι με τον εαυτό της ήταν που επιθυμούσε κατά βάθος να συνομιλήσει, όμως η φωνή της έβγαινε τόσο σιγανή κι ήταν τόσο αδύναμη η ακοή της, που χρειαζόταν τη διαμεσολάβηση ενός άλλου, ακόμα κι αν αυτός ο άλλος ελάχιστα απείχε από το να της είναι παντελώς άγνωστος».

Η ώριμη πλέον Ιζαμπελ έχει περάσει το στάδιο που την απασχολούν ιδιαίτερα ο εαυτός της και τα ατομικά της αιτήματα, μοιάζει να έχει απομακρυνθεί όχι μόνο από τον άντρα της αλλά και από τον νεανικό εγωιστικό εαυτό της, τώρα θέλει (αν και ακόμα δεν το γνωρίζει η ίδια) να φανεί χρήσιμη, να αγωνιστεί για κάτι μεγαλύτερο, να βρει μια νέα θέση στον ευρύτερο κόσμο, καθώς ο δικός της κόσμος με τα μυστικά, τις ίντριγκες και τις δολοπλοκίες έχει γίνει πλέον αφόρητα ορατός στα μάτια της.

Το μυθιστόρημα του Μπάνβιλ μπορεί ασφαλώς να διαβαστεί ανεξάρτητα από το «Πορτρέτο μιας κυρίας», αλλά ο μακροπερίοδος λόγος, οι σχοινοτενείς προτάσεις, ο τρόπος που αποτυπώνονται οι λαβυρινθώδεις σκέψεις της ηρωίδας είναι και μια πρόκληση για τον αναγνώστη και φυσικά επιβραβεύεται, καθώς αποκομίζει την αίσθηση που έχει κανείς μετά την επαφή με ένα σπουδαίο λογοτεχνικό έργο.

Η μετάφραση της Τόνιας Κοβαλένκο μάς αποζημιώνει και εξασφαλίζει μια δεύτερη ή και τρίτη ανάγνωση αυτού του πολυεπίπεδου έργου και έχω την αίσθηση πως, πέρα από όλα τα άλλα, είναι και μια κιβωτός- μέσα σε αυτήν πέρασαν για να περισωθούν και να θυμηθούμε ξανά τις τεχνικές, τους τρόπους, αλλά και την απαράμιλλη μέθοδο του Χένρι Τζέιμς. Ισως γι’ αυτό είπαν πως το «Η κυρία Οσμοντ» αποτελεί «φόρο λογοτεχνικής τιμής» στον μεγάλο δάσκαλο του μυθιστορήματος.