ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Αργυρώ Μαντόγλου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ο τρόπος που ένας αφηγητής περιγράφει τους άλλους, αυτά που προσέχει και επιλέγει να αναδείξει, οι λεπτομέρειες στις οποίες εστιάζεται και φωτίζει, αποκαλύπτουν πολλά για τις πεποιθήσεις, τις αξίες, την ιστορία αλλά και τη μέθοδό του.

Και είναι εμφανές από τις πρώτες σελίδες του βιβλίου πως η Φαίη, η αφηγήτρια της Κασκ -το όνομα της οποίας αναφέρεται ελάχιστες φορές- αποκαλύπτεται στους αναγνώστες όχι μέσα από αυτά που μας λέει για τον εαυτό της αλλά μέσα από τους συνομιλητές της και από τον τρόπο που η ίδια κατευθύνει τη συζήτηση και φέρει στην επιφάνεια την ιστορία τους. Το βλέμμα της και οι εικόνες που παρουσιάζει, τα χαρακτηριστικά των ανθρώπων αλλά και των τοπίων που φωτίζει, σταδιακά μας φανερώνουν πως η συγγραφέας επιχειρεί να δοκιμάσει μια νέα αποστασιοποιημένη αφηγηματική τεχνική για να μας μιλήσει για τον εαυτό της και αυτά που την ταλανίζουν, μέσα από τους άλλους, εν είδει μεταμφιεσμένης αυτοβιογραφίας.

Στην τριλογία της Κασκ –Περίγραμμα, Μετάβαση και Κύδος– η αφηγήτρια παραμένει κρυμμένη, σιωπηλή, ελάχιστα αποκαλύπτει από το δικό της βιογραφικό και όσα μαθαίνουμε γι’ αυτή είναι μέσα από τους ανθρώπους που συναντάει και από τις αντιδράσεις της στις αφηγήσεις τους.

Σε κάθε γεωγραφική μετατόπιση αναδύεται και ένας άλλος κρυμμένος εαυτός και μαζί με την ανακατάταξη του υποσυνειδήτου και την επαναξιολόγηση των γεγονότων της ζωής του ταξιδευτή ανακατατάσσονται και επαναξιολογούνται και οι τραυματικές εμπειρίες, αλλά και ο τρόπος που μιλάει γι’ αυτές, ενώ ταυτόχρονα δημιουργείται χώρος για τις ιστορίες των άλλων. Κι αυτό περίπου συμβαίνει με τη Φαίη, συγγραφέα, όταν παίρνει το αεροπλάνο από το Χίθροου του Λονδίνου και έρχεται στην Αθήνα της κρίσης για ένα σεμινάριο δημιουργικής γραφής στο Βρετανικό Συμβούλιο.

Με γραφή λιτή, άμεση και εστιασμένη στην ακρίβεια της περιγραφής τόσο των συναισθημάτων της όσο και των εξωτερικών λεπτομερειών, στο «Περίγραμμα» διακρίνουμε πως υπάρχει μια αισθητή μετατόπιση από τις αφηγηματικές τεχνικές των προηγούμενων βιβλίων της. Στο «Αρλιγκτον Παρκ» (Τόπος, 2008) η συγγραφέας διεισδύει στον μικρόκοσμο των γυναικών και αποδίδει σχολαστικά την εμπειρία της μητρότητας και την απώλεια του εαυτού μέσα στις καθημερινές υποχρεώσεις.

Υπάρχει και στο «Περίγραμμα» η απώλεια του εαυτού, ωστόσο εδώ γίνεται από επιλογή: «Η αλήθεια είναι ότι δεν ενδιαφερόμουν πια για τη λογοτεχνία ως μέσον επίδειξης, ή έστω αυτοπροσδιορισμού –δεν είχα καμία επιθυμία να αποδείξω ότι ένα βιβλίο ήταν καλύτερο από κάποιο άλλο, στην πραγματικότητα, αν διάβαζα κάτι που μου άρεσε πολύ επέλεγα όλο και πιο συχνά να μην το αναφέρω.

Είχα καταλήξει να πιστεύω πως ό,τι θεωρούσα εγώ αληθινό δεν είχε καμία σχέση με τη διαδικασία να πειστούν οι άλλοι. Δεν ήθελα πια να πείσω κανέναν για τίποτα», σκέφτεται η Φαίη από τη θέση της στο αεροπλάνο, καθώς παρατηρεί την αεροσυνοδό να οδηγεί τους επιβάτες στο κάθισμά τους και στη συνέχεια, όταν ένας συνταξιδιώτης της στρέφεται και τη ρωτάει για το ταξίδι της, η Φαίη απαντάει λακωνικά ότι πηγαίνει στην Ελλάδα για δουλειά.

Η ολιγόλογη απάντησή της δεν τον εμποδίζει να μιλήσει επί μακρόν για τη δική του προσωπική ιστορία, για τους Ελληνες γονείς του, το νησί του, το οικοτροφείο στην Αγγλία, τις διάφορες συζύγους του, τα απανωτά διαζύγια και τις ταλαιπωρίες του, ενώ εκείνη τον παρακολουθεί, τον ακούει στωικά και σε κάποια σημεία τον ενθαρρύνει με τις κατάλληλες ερωτήσεις.

Αυτή η πρώτη συνάντηση με έναν ξένο προσφέρει στη Φαίη ένα μοτίβο που αργότερα θα το δούμε να επαναλαμβάνεται και σε άλλες συναντήσεις που θα ακολουθήσουν στην Αθήνα, ενώ μέσα από τους μονολόγους των άλλων βλέπουμε την αφηγήτρια να αποκαλύπτεται: «…όσο τον άκουγε είχε όλο και πιο έντονη την αίσθηση πως άκουγε να περιγράφεται κάτι πολύ ουσιαστικό, όχι γι’ αυτόν αλλά για εκείνη… ενώ εκείνος μιλούσε, εκείνη άρχισε να βλέπει τον εαυτό της σαν ένα σχήμα, ένα περίγραμμα με την κάθε λεπτομέρεια να το περιβάλλει εξωτερικά, ενώ εσωτερικά παρέμενε κενό. Αυτό το σχήμα, ωστόσο, παρόλο που το περιεχόμενό του παρέμενε άγνωστο, της έδωσε για πρώτη φορά μια αίσθηση για το ποια είναι τώρα».

Ο τρόπος που η Φαίη περιδιαβαίνει τον κόσμο είναι ευγενικός, διακριτικός και διεισδυτικός, η δε αφήγησή της διέπεται από ένα είδος ταπεινοφροσύνης και υποχωρητικότητας, ιδιότητες γνώριμες σε πολλές γυναίκες. Μετά από τις δυναμικές γυναίκες του φεμινιστικού και του μεταφεμινιστικού κινήματος στη λογοτεχνία, η Κασκ μοιάζει να επιτρέπει και σε κάποιες ήπιες, παραγνωρισμένες ποιότητες της θηλυκότητας να διεκδικήσουν τον χώρο τους, εξερευνώντας τη δυναμική της υποχωρητικότητας, της στωικότητας αλλά και της σιωπής που, όπως λέει κάπου η αφηγήτρια, δεν είναι ποτέ η ίδια. Περιμένουμε και τα άλλα δυο μέρη της τριλογίας για να δούμε πώς θα εξελιχτεί η τεχνική της «αποστασιοποιημένης» μεν αλλά συναισθηματικά παρούσας αφηγήτριας. Το κείμενο ευτύχησε στα χέρια της άξιας μεταφράστριας Αθηνάς Δημητριάδου.