Τώρα, προς το τέλος της δεύτερης δεκαετίας του εικοστού πρώτου αιώνα, άλλα φαντάσματα πλανώνται πάνω από την Ευρώπη. Είναι τα φαντάσματα του εθνικισμού, του λαϊκισμού, της Ακροδεξιάς, της ξενοφοβίας, του ρατσισμού, της ισλαμιστικής τρομοκρατίας, αλλά και της ισλαμοφοβίας, του αντιευρωπαϊσμού, της εθνοκρατικής περιχαράκωσης, των κλειστών συνόρων, της γενικευμένης ανασφάλειας.
Το παροντικό αυτό σκοτεινό τοπίο, στη γαλλική του κυρίως εκδοχή, οδήγησε τον Ραφαέλ Γκλικσμάν στην κριτική διερεύνηση των ιδεολογικών υποστυλωμάτων του αλλά και στην επαναφορά στη συλλογική μνήμη του ουμανιστικού επαναστατικού δημοκρατικού παρελθόντος της χώρας του και των αγώνων για τα ανθρώπινα δικαιώματα και τα προτάγματα του Διαφωτισμού.
Η απόπειρά του αποτυπώθηκε σε δύο βιβλία, το «Génération gueule de bois» το 2015 και το «Notre France» το 2016. Μια σύνθεση των δύο αυτών βιβλίων, ολόκληρο το δεύτερο και αρκετά κεφάλαια από το πρώτο, αποτελεί την πρόσφατη ελληνική έκδοση με τον τίτλο «Εναντίον της αντιδραστικής σκέψης».
Ο συγγραφέας, ο οποίος είναι γιος του γνωστού φιλοσόφου Αντρέ Γκλικσμάν, αρχικά ασκεί μια έντονη κριτική στην ακροδεξιά άποψη ότι η Γαλλία έχει παρακμάσει και ότι αυτό οφείλεται στην ιδεολογική κυριαρχία του Μάη του ’68 και στην υποταγή στη φιλελεύθερη υπερεθνική Ευρωπαϊκή Ενωση, που ενσαρκώνει πολλές από τις δικαιωματικές ιδέες του. Θεωρεί ότι η άποψη αυτή είναι ενταγμένη σε μια «γκραμσιανή» στρατηγική της Ακροδεξιάς για την κατάκτηση της αναγκαίας πολιτιστικής ηγεμονίας και υποδεικνύει τον πολύ γνωστό στη Γαλλία συγγραφέα και αρθρογράφο Ερίκ Ζεμούρ ως οργανωτή και διαμεσολαβητή των νέων, αλλά και τόσο παλαιών, αντιδραστικών ιδεολογιών. Επισημαίνει την προσπάθεια του Ζεμούρ να γεφυρώσει το χάσμα ανάμεσα στη δημοκρατική γκολική Δεξιά και την πετενική Ακρα Δεξιά, με αυθαίρετες και ανιστόρητες ερμηνείες, με στόχο να κανονικοποιήσει το ακροδεξιό Εθνικό Μέτωπο και τις επικίνδυνες ιδέες του.
Εντοπίζει ακόμα και αποκαλύπτει τη διασύνδεση της ευρωπαϊκής Ακροδεξιάς, στην οποία σημαντικό ρόλο, οικονομικό και ιδεολογικό, έχουν Ρώσοι ολιγάρχες και θεωρητικοί, όπως ο γνωστός και στην Ελλάδα Αλεξάντρ Ντούγκιν. Ομολογεί όμως και την αδιαφορία και την απάθεια των παραδοσιακών πολιτικών ελίτ, οι οποίες, απαξιωμένες και απομονωμένες, αδυνατούν να υπερασπιστούν τις δημοκρατικές ουμανιστικές ευρωπαϊκές αξίες, να δώσουν λύσεις στα οικονομικά και κοινωνικά λαϊκά προβλήματα και να συγκροτήσουν ένα νέο όραμα. Ο Γκλικσμάν στέκεται επιθετικά απέναντι σ’ αυτήν την πολιτική, ιδεολογική και πολιτισμική δυστοπία και αναδεικνύει τη, μάλλον, ξεχασμένη ριζοσπαστική, φιλελεύθερη, αγωνιστική, δημοκρατική και οικουμενική παράδοση της Γαλλίας. Ασκεί δριμύτατη κριτική στους πυλώνες του εθνολαϊκού ιδεολογικού αντιδραστικού ταρτουφισμού.
Ετσι, αποδομεί τον «δεσμό του αίματος» και τον μύθο τής κάποτε βιολογικής καθαρότητας της Γαλλίας, τον «δεσμό της γης» και την παραδοσιοκρατική αναγκαιότητα της πρόσδεσης στα στενά της όρια, τον «δεσμό της θρησκείας» την οποία θέτει εκτός του πεδίου της πολιτικής και την θέλει να αποδέχεται το μοντέλο του κοσμικού κράτους, τον «δεσμό της γλώσσας» και τις οιμωγές για την επιμόλυνση και την παρακμή της.
Ο συγγραφέας δεν μένει βέβαια μόνο στην κατεδαφιστική κριτική των αντιδραστικών ιδεολογημάτων. Αντιτάσσει και προτείνει τη «δική μας Γαλλία», όπως γράφει, η οποία είναι κοσμοπολίτικη, οικουμενιστική, επαναστατική, ευρωπαϊκή, υπαρξιστική και επιπλέον φιλοσοφική, αφού συνδυάζει και εμπεριέχει τα πνεύματα του ελευθεριακού Ραμπελέ, του λογικού Καρτέσιου και του διαφωτιστή Βολταίρου.
Ολα αυτά δε δεν διατυπώνονται μόνο συνθηματολογικά αλλά αναλύονται και τεκμηριώνονται με αναφορές στην ιστορική και γραμματολογική γαλλική διαχρονία. Ως παράδειγμα και σύμβολο της κοσμοπολίτικης Γαλλίας, ο Γκλικσμάν αναφέρει το γεγονός της δίκης και της εκτέλεσης την 21 Φεβρουαρίου 1944 είκοσητριών ξένων από τις γερμανικές δυνάμεις κατοχής για τη συμμετοχή τους στην γαλλική αντιναζιστική αντίσταση. Ως παράδειγμα της οικουμενικής Γαλλίας φέρει τη «Διακήρυξη των δικαιωμάτων του ανθρώπου» της Επανάστασης του 1789 και την παγκόσμια διάστασή της, ενώ υπενθυμίζει ότι η προοπτική της ευρωπαϊκής ενοποίησης διατυπώθηκε από Γάλλους διανοούμενους, όπως ο Ουγκό, τον 19ο αιώνα, από πολιτικούς τον Μεσοπόλεμο και από αντιναζιστές μαχητές, όπως ο Ζαν Μονέ, ο οποίος είχε αργότερα ενεργό συμμετοχή στις απαρχές του εγχειρήματος.
Το βιβλίο είναι ένα μαχητικό και πολεμικό μανιφέστο για αντίσταση στην αντιδραστική σκέψη και πρόσκληση για μια ανοικτή και δημοκρατική Γαλλία των ανθρώπινων δικαιωμάτων σε μια αντίστοιχη Ευρώπη. Ο Γκλικσμάν στο κείμενό του περιδιαβαίνει με άνεση την τρέχουσα συγκυρία, την Ιστορία, την πολιτική του παρόντος και του παρελθόντος, τη λογοτεχνία και τη φιλοσοφία. Είναι βέβαια γαλλοκεντρικό αλλά πλέον τα όσα περιγράφει και εξετάζει αναγνωρίζονται και στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες.
Το μόνο έλλειμμα της όλης προβληματικής του συγγραφέα είναι η σχετική απουσία της κοινωνικοοικονομικής ερμηνείας και διασύνδεσης των όσων περιγράφει και κυρίως προτείνει. Αυτό όμως δεν είναι πρόβλημα μόνο του Γκλικσμάν.
Η μετάφραση της Βάλιας Καϊμάκη μεταφέρει άψογα στα ελληνικά την παθιασμένη γραφή του συγγραφέα.
