ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Κ. Γ. Παπαγεωργίου*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Εχω τη γνώμη ότι δεν θα ήταν λάθος αν ισχυριζόταν κάποιος ότι όλη η ποιητική πορεία του Γιάννη Ευσταθιάδη μπορεί –για μην πω ότι απαιτείται– να ιχνηλατηθεί παράλληλα και σε συσχετισμό με τους φυσιολογικούς αλλά και τους αιφνιδιαστικούς, ανατρεπτικούς συντελεστές ωρίμανσης της μνήμης· με τις αιφνίδιες, ενίοτε βίαιες, ρήξεις και ανακατατάξεις που συντελέστηκαν στο υπέδαφος και στην επιφάνειά της, προσθέτοντας, μετακινώντας ή αναμειγνύοντας συμβάντα, καταστάσεις και χρόνους.

Ηδη στη συλλογή Κιβωτός (1998) η μνήμη μοιάζει να έχει εγκαθιδρύσει οριστικά και αμετάκλητα τη δυναστεία της∙ ο ποιητής έχει μετακομίσει σε «χρόνο παρελθόντα» και τα ρήματα κλίνονται μόνο σε ιστορικούς χρόνους.

Τώρα, με το πέρασμα του χρόνου, με καλλιεργημένη στο έπακρο την οικειότητα με τους ίσκιους προσώπων και πραγμάτων, ανακαλώντας τον επαναληπτικό ήχο της τρυφερής εκδοχής του πατέρα, δηλαδή του «μπα-μπά» διαιρεμένου ισόποσα και ομόηχα, αισθάνεται περισσότερο ικανός για μια άμεση επικοινωνία με μορφές και καταστάσεις των περασμένων. Δρώντας ως έμπειρος συλλέκτης, συλλέγει, συναρμολογεί και ταξινομεί πτυχές της ζωής του, με ενεργοποιημένους τρόπους εκμετάλλευσης της ελεγχόμενης και της ανεξέλεγκτης, της αδέσποτης μνήμης, με τη διακριτικά εκφραζόμενη φιλοδοξία να βρουν οι επίγονοι την παρακαταθήκη του σε «λήκυθο/ γεμάτη φύκια και κοχύλια/ στου χρόνου/ τον υγρό βυθό». Και, πάντως, μιας μνήμης ήπιας, σχεδόν συγκαταβατικής όταν τείνει, ώριμη πια, σαν οικειοθελώς, να διοχετευθεί στα ρυάκια της ποίησης, να θέσει σε ενέργεια τα γρανάζια της∙ με όσα αντικείμενα αίφνης φωτίζονται στις εκτάσεις της να αποκτούν ιδιότητες και δυνατότητες απρόβλεπτες, ανατρεπτικές της όποιας διάθεσης του ποιητή, υπό έναν όρο: να έχουν απολέσει τη χρηστικότητά τους και ο στατικός χώρος που καταλαμβάνουν να έχει υποκατασταθεί από μία διαρκώς μεταβαλλόμενη χρονικότητα, οι εκπομπές της οποίας δεν παύουν να ψαύουν τη μοναξιά του ποιητικού υποκειμένου, να ερεθίζουν και να θέτουν σε κίνηση τον ευάλωτο και άκρως ευαισθητοποιημένο μηχανισμό της δημιουργικής φαντασίας και της φαντασίωσης, τρέφοντας παράλληλα έναν κάποτε υπέρογκο, απροσδιόριστο φόβο.

Συμπαραστάτης του σε όλην αυτή τη διαδικασία, θεατής και συμπαίκτης μαζί, η ποίηση, που με χρώματα συμβολικών συναισθημάτων και καταστάσεων ενώνει τον ενεστώτα και τα τετελεσμένα, γιατί η ποίηση είναι «ισόβια ράφτρα/ ενεστώτος και τετελεσμένου/ στιγμής και μνήμης». Γιατί μέσω της γραφής, έστω της τυπογραφικής της αποτύπωσης, έμψυχα και άψυχα αποκτούν ήχο, υποστασιοποιούνται στο πεδίο της ποίησης, γι’ αυτό και δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι σε πολλά ποιήματα, αν όχι στα περισσότερα, υφέρπει μια προσωπική, άλλοτε σταθερή και άλλοτε αμφιρρέπουσα και εναλλασσόμενη, μεταξύ λόγου και εικόνας, διάθεση ή πρόθεση να στοιχειοθετηθεί μια προσωπική, έστω, ποιητική.

Η ποίηση τον σώζει από τις όποιες εκτροπές ή παρενέργειες θα μπορούσε να του προκαλέσει η αίσθηση της απουσίας και της φθοράς∙ τον συντρέχει και του συμπαραστέκεται στη σκηνοθεσία διαφυγών ή, καλύτερα, στη δημιουργία συναισθηματικών περισπασμών, κάτι που επιτυγχάνεται με περίτεχνες εκτροπές-διαφυγές από την κυρίαρχη, μονίμως μεσίστια και με χαμηλό βαρομετρικό ατμόσφαιρα, ανακαλώντας, εκθέτοντας και ψαύοντας εκδοχές του δικού του βίου, της δικής του καθημερινότητας, έτσι ώστε στο είδωλό του να καθρεφτίζεται ο άλλος, με τη λυπημένη υπόκρουση παραλλαγών ενός θνήσκοντος κι ωστόσο πάντα αναθερμαντικού της ψυχικής του διάθεσης «σ’ αγαπώ».

Αμετακίνητος ανάμεσα στο τώρα και στο τότε, στο παλιό και στο νέο, με τη νοσταλγία κατακαθισμένη, καταλαγιασμένη στον πάτο του παρόντος, με θέα την «άγονη γραμμή του συντελεσμένου», διδαγμένος την «ωδική θλιμμένων φωνηέντων», αναζητεί τρόπους που θα αμβλύνουν την αιχμηρότητα των σκέψεων και των επιθέσεων της φθοράς. Η υπερφυσικά ανατρεπτική δύναμη των αντικειμένων εξάλλου συμβάλλει στη σύνθεση μιας μουσικής διαβρωτικής των σκέψεων και των αισθημάτων, τώρα που αισθάνεται ότι στην ύπτια θέση του κολυμβητή, «μέσα στα μαύρα νερά του χρόνου», με κινήσεις ανάστροφες οδεύει «προς τον τερματισμό του ονείρου», χωρίς την ανάγκη «επηρμένων ουσιαστικών και νηπενθών επιθέτων».

Κι έτσι, με την ανάμνηση πλέον του μέλλοντος πιο βασανιστική απ’ αυτήν του παρελθόντος, κάτω από το βάρος μιας μνήμης αδυσώπητης, θυμάται ότι το μάθημα της ωδικής υπήρξε η αιτία της ενασχόλησής του με τις λέξεις, με την ποίηση, της καταφυγής του στους κόλπους της∙ η αδυναμία του να γράφει νότες και η έλλειψη της κατάλληλης φωνής τον περιόρισαν –ευτυχώς– στο λατομείο των λέξεων, τις οποίες, με πάντα ζωντανή μέσα του τη μνήμη της μουσικής –σαν με απωθημένο ενός απραγματοποίητου ονείρου– ενορχηστρώνει έτσι, ώστε ο ήχος τους να ακούγεται διαπερασμένος από τη νοσταλγία του απραγματοποίητου ή και, αντίστροφα, το όνειρο να πραγματώνεται στις αχανείς εκτάσεις του άηχου, ασκημένος καθώς είναι πια, μέσα στον ορυμαγδό των κυμάτων, να μπορεί να ακούει τον ήχο ενός κύματος που σπάει στα πόδια του.

*Ο Κ. Γ. Παπαγεωρίου, ποιητής, πεζογράφος και κριτικός λογοτεχνίας, εντάσσεται στο δυναμικό του «Ανοιχτού βιβλίου». Εφεξής, κριτικογραφίες του θα δημοσιεύονται σε τακτά διαστήματα στο βιβλιοφιλικό μας ένθετο.