ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Κατερίνα Παπαντωνίου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Σε κάθε εποχή υπάρχουν δύο ειδών λογοτεχνίες» γράφει ο Σοπενχάουερ (Περί ανάγνωσης και βιβλίων, Η τέχνη της αποχής από την ανάγνωση, 1851), «που, αν και δεν γνωρίζονται παρά ελάχιστα μεταξύ τους, βαδίζουν η μια πλάι στην άλλη: μια πραγματική και μια απλώς φαινομενική. Η πρώτη εξελίσσεται σε μόνιμη λογοτεχνία. Καλλιεργούμενη από ανθρώπους που ζουν για την γνώση και την ποίηση, βαδίζει τον δρόμο της σοβαρά και αθόρυβα μα εξαιρετικά αργά […]», παραθέτει ο Θάνος Σταθόπουλος στο προηγούμενο βιβλίο του La folie.

Σ’ αυτόν τον δρόμο βαδίζει και ο ίδιος, ολιγογράφος, επτά βιβλία μικρής έκτασης σε τριανταπέντε χρόνια. Η Ωρα προτείνει έναν μεταμοντέρνο οδικό χάρτη στον «αρχιτεκτονημένο χώρο», την τέχνη και τη βαθιά σάρκα για να μη σαστίζουμε ενώπιον του σύγχρονου κενού. Η Ωρα κέντρο των πραγμάτων, της Αθήνας, της ύπαρξης, είναι ένα «αυτοβιογραφικό αρχείο» με αυστηρή πειθαρχία και στέρεη δομή.

«Ο τροχός γυρίζει η ψυχή στο στόμα»

Ο αφηγητής συστήνεται εξαρχής: «Κατάγομαι από τον πεθαμένο αρχιτέκτονα». Δηλώνει ευθέως ότι «πρωταρχικό του μέλημα ήταν να αναπνεύσει». Εγκαθιστά το σκηνικό, πηγή της αφήγησης, «το στούντιο: μπορούσε να δει ό,τι τον περιέβαλε […] Το στούντιο ήταν αυτός· ήταν συμβάν: σύνοψη, πεδίο, θέα» και τοποθετεί τις θεματικές του ράγες: η νεωτερική αστική συνθήκη ως κενό και φυλακή, η μελαγχολία ως κατάφαση, ο καλλιτέχνης ως δημιουργός και πηγή έμπνευσης, θέμα, αντικείμενο της τέχνης· ο καλλιτέχνης ως έργο εν προόδω, «Παίζοντας μια νότα στο βιολί, πετώντας δύο μπάλες στο ταβάνι […] Και τότε επανέρχεται στο ερώτημα: τι είναι τέχνη; Και τέχνη είναι αυτό που κάνει ένας καλλιτέχνης: να κάθεται σε μια καρέκλα στο εργαστήριό του».

Ο Θάνος Σταθόπουλος συνθέτει την Ωρα με αποσπασματικές σημειώσεις καθημερινότητας, ερωτικές («Ημουν μέσα της σαν το ζώο στο λημέρι της»), εξομολογητικές («Το βλέμμα του πατέρα μου σε κάθε ηλικία»), στοχαστικές («Το τέλος μου με παρακολουθεί»), αλλά και ποιήματα, στίχους του και δάνεια λογοτεχνικά και δοκιμιακά κείμενα, τα οποία είτε ενθέτει πάνω στον καμβά του αυτούσια είτε σχολιάζει ή και τα εντάσσει, μεταπλάθοντάς τα ως οικεία («Οσην ώρα βάδιζε στους δρόμους, δεν έβλεπε τίποτε απ’ ό,τι ήταν γύρω του, τα πάντα περνούσαν μπροστά του σαν μια φαντασμαγορία που δεν καταλάβαινε το αίνιγμά της· δεν άκουγε ούτε τα βήματα των περαστικών ούτε τον θόρυβο των τροχών στο λιθόστρωτο· δεν σκεφτόταν, δεν ονειρευόταν, δεν έβλεπε παρά ένα πράγμα» [Γκ. Φλωμπέρ].

«Αισθανόμουν ακριβώς έτσι, δεν έβλεπα παρά μόνο ένα πράγμα: δεν ξέρω τι ήταν· μου φαινόταν σαν κύμα, σαν ένα πολύ μεγάλο κύμα». «Επειδή είναι έντιμος», έγραψε γι’ αυτόν ο Κωστής Παπαγιώργης, «δανείζεται από την πρώτη γραμμή της λογοτεχνίας και της διανόησης (όπως σε προηγούμενα έργα του: La folie, 2015, To αυτόματο, 2013), προσκαλεί φίλους, (Ν. Καρούζος, Μ. Κατσαρός, Ν. Γ. Πεντζίκης), εκμυστηρεύεται όνειρα, ιχνηλατεί την Αθήνα θαυμάζοντας αγαπημένους μουσικούς και εικαστικούς καλλιτέχνες».

Η Ωρα είναι ένα καλειδοσκοπικό κολάζ («παζλ» το χαρακτηρίζει ο ίδιος) με –κατά τόπους– ηθελημένα εμφανείς ραφές, οι οποίες φτάνουν μέχρι το σημείο των σχεδόν κενών σελίδων: «Κάθε έργο τέχνης χρειάζεται αρκετά κενά για να καλπάζουν τα άλογα». Με αυτή την τεχνική ο Σταθόπουλος σμιλεύει το κείμενο ως σώμα, αντικείμενο, εικαστική εγκατάσταση της γλώσσας, την οποία υπηρετεί με προσήλωση. Διαλέγει μία προς μία τις λέξεις και τα σημεία στίξης («Ο τροχός γυρίζει η ψυχή στο στόμα»). Λέξεις καθημερινές, λόγιες, επιστημονικές, βυζαντινές, λέξεις παλιές, φθαρμένες, ζωντανές ή νεκρές συμφύρονται και συνωθούνται σε μια ιδιοσυγκρασιακή σύνταξη που αποτυπώνει το προσωπικό του ύφος και εντείνει την αναγνωστική απόλαυση.