Την Κυριακή 16 Σεπτέμβρη στις 7.30 μ.μ., στον χώρο εκδηλώσεων της Εκθεσης Βιβλίου στο Ζάππειο, θα γίνει παρουσίαση του βιβλίου του Κρις Χάρμαν, μαζί με την παλαιότερη έκδοση του Μαρξιστικού Βιβλιοπωλείου «Η κρίση στα Βαλκάνια, το Μακεδονικό και η εργατική τάξη», από την πανεπιστημιακό Αλεξάνδρα Ιωαννίδου, τον συγγραφέα και δημοσιογράφο της «Εφημερίδας των Συντακτών» Τάσο Κωστόπουλο και τον διευθυντή της εφημερίδας «Εργατική Αλληλεγγύη», Πάνο Γκαργκάνα
Η συζήτηση μέσα στην Αριστερά για το έθνος, την εθνική αυτοδιάθεση και τον εθνικισμό έχει επιστρέψει δυναμικά –και παγκόσμια– στην ημερήσια διάταξη. Το δημοψήφισμα με το οποίο πρόσφατα ο λαός της Καταλονίας ψήφισε μαζικά υπέρ της ανεξαρτησίας αντιμετώπισε την πιο βάρβαρη καταστολή από το ισπανικό κράτος με τις ευλογίες της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Τις ίδιες σχεδόν μέρες οι Κούρδοι αποφάσιζαν υπέρ της δικής τους απόσχισης από το Ιράκ, για να βρεθούν κι αυτοί αντιμέτωποι όχι μόνο με τις επιθέσεις του ιρακινού στρατού αλλά και τις πιέσεις και τους εκβιασμούς όλων των μεγάλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων.
Στην Ελλάδα, αν οποιοσδήποτε είχε αμφιβολίες για την υποχρέωση της Αριστεράς να έχει μια καθαρή αντιμετώπιση απέναντι στον εθνικισμό, η λυσσαλέα δεξιά και ακροδεξιά επίθεση, που φουντώνει τον εθνικισμό και την πατριδοκαπηλία με αφορμή την πρόσφατη Συμφωνία για τη Μακεδονία, ήρθε να μας θυμίσει ξανά αυτό το καθήκον, ανοίγοντας μια σειρά ζητήματα για το έθνος, τις εθνικές μειονότητες, τη γλώσσα κ.λπ.
Η συζήτηση για το έθνος και τον εθνικισμό απασχολεί την Αριστερά από τη γέννησή της. Το ερώτημα τι στάση κρατάει η Αριστερά απέναντι στο «δικό της» έθνος ήταν πάντα δεμένο με το τι στάση κρατάει απέναντι στη «δική της» άρχουσα τάξη. Είναι μια συζήτηση κεντρική για τις προοπτικές του ίδιου του εργατικού κινήματος, γεμάτη αντιπαραθέσεις και πολεμικές που ξεκίνησαν πολύ νωρίς και κορυφώθηκαν στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο.
Στην Ελλάδα, η ρήξη με τις «εθνικές εκστρατείες» του ελληνικού καπιταλισμού, τόσο με αναφορά τους Βαλκανικούς Πολέμους όσο και τον Α’ Παγκόσμιο, έπαιξε θεμελιώδη ρόλο στην ίδρυση του ΣΕΚΕ, πριν από ακριβώς εκατό χρόνια. Η ίδια η πορεία που χάραξε το ΣΕΚΕ στα πρώτα του βήματα καθορίστηκε από τη διεθνιστική στάση του ενάντια στην επέμβαση του ελληνικού στρατού στη Μικρά Ασία και την αλληλεγγύη του προς τις εθνικές μειονότητες που «εγκλωβίστηκαν» στα νέα σύνορα που χαράχτηκαν με αίμα.
Τα ερωτήματα που ανοίγει αυτή η κρίσιμη θεωρητική συζήτηση για τον εθνικισμό είναι πραγματικά καταιγιστικά: Τι είναι έθνος; Υπάρχουν αντικειμενικά κριτήρια για να αποφασιστεί αν μια ομάδα ανθρώπων αποτελούν ξεχωριστό έθνος; Τι σημαίνει δικαίωμα στην αυτοδιάθεση και για ποιους ισχύει; Πώς χαράχτηκαν τα κρατικά σύνορα και ποιος είναι ο ρόλος των ανταγωνισμών όχι μόνο ανάμεσα στις μεγάλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, αλλά ανάμεσα στις τοπικές άρχουσες τάξεις; Πώς μπορεί να σταματήσει η καταπίεση των εθνικών μειονοτήτων;
Πρέπει η Αριστερά να υποστηρίζει την ξεχωριστή πολιτιστική κληρονομιά κάθε εθνότητας; Είναι παντοδύναμη η ταύτιση των ανθρώπων με το «δικό τους» εθνικό κράτος; Είναι δυνατόν ποτέ να ενωθούν οι εργάτες κι οι εργάτριες ξεπερνώντας τις εθνικές διαφορές;
Είναι εντυπωσιακό το γεγονός ότι ο Κρις Χάρμαν καταφέρνει μέσα στις 130 σελίδες αυτού του πυκνογραμμένου μικρού βιβλίου να συγκεντρώσει τις απαντήσεις.
Στις πρώτες ενότητες κάνει μια ιστορική αναδρομή για να δείξει τους δεσμούς ανάμεσα στην εμφάνιση των σύγχρονων εθνών και στην ανάπτυξη του καπιταλισμού. Υποστηρίζει πως δεν υπάρχει κανένα μοναδικό αντικειμενικό κριτήριο με βάση το οποίο μπορούμε να προβλέψουμε αν μια ομάδα ανθρώπων –ή οι επίδοξοι ηγέτες τους– θα αποφασίσουν ότι πρέπει να σχηματίσουν ένα έθνος.
Οι ιδεολόγοι του εθνικισμού σχεδόν σε όλες τις περιπτώσεις προσπαθούν να εντοπίσουν την απαρχή του δικού τους έθνους γυρνώντας πίσω εκατοντάδες ή και χιλιάδες χρόνια. Ομως, στην πραγματικότητα, η ανάπτυξη των αγορών, η ανάγκη για κοινή γλώσσα, οι αστικές επαναστάσεις είναι τα στοιχεία που συνθέτουν τα βήματα προς την εμφάνιση των πρώτων εθνικών κρατών, αλλά και για τη διεκδίκηση αυτού του κρίσιμου εργαλείου της καπιταλιστικής ανάπτυξης από νέα εθνικά κινήματα.
Στα επόμενα κεφάλαια ο συγγραφέας στρέφει την προσοχή του στην εξέλιξη της θεωρίας της Αριστεράς για τον εθνικισμό. Με χαρακτηριστική ειλικρίνεια ξεκινάει από το γεγονός ότι ο Μαρξ και ο Ενγκελς δεν δημιούργησαν μια πάνοπλη θεωρία σαν την Αθηνά από το κεφάλι του Δία, αλλά χρειάστηκαν δεκαετίες για να ξεκαθαρίσουν τις ιδέες τους.
Ομως, η μεγάλη αντιπαράθεση ανάμεσα στους μαρξιστές για τα εθνικά ζητήματα έγινε στις αρχές του 20ού αιώνα ανάμεσα στον Μπάουερ, τον Κάουτσκι, τη Λούξεμπουργκ και τον Λένιν. Ανατρέχοντας στα κείμενά τους, ο Χάρμαν εντοπίζει τα λάθη της «πολιτισμικής» προσέγγισης του Μπάουερ, παραδέχεται τη συμβολή της οικονομικής ανάλυσης του Κάουτσκι και της Λούξεμπουργκ, αλλά καταλήγει στο συμπέρασμα της ανωτερότητας της θεωρίας του Λένιν, που διέβλεψε πιο καθαρά απ’ όλους τις πολιτικές επιπτώσεις του εθνικισμού για το εργατικό κίνημα.
Ο συγγραφέας αφιερώνει ένα κεφάλαιο στα ζητήματα της «εθνικής κουλτούρας» ή της «εθνικής παράδοσης» και εξηγεί γιατί είναι λάθος μια αντιμετώπιση που υπερτονίζει τέτοιες διαφορές και καταλήγει να αναλύει τις εθνικές συγκρούσεις σαν ένα θέμα «διαφορετικότητας της κουλτούρας».
Στο τελευταίο μέρος του βιβλίου, ο Χάρμαν διαβάζει κριτικά τους σύγχρονους συγγραφείς που επεξεργάστηκαν θεωρίες για τον εθνικισμό (τον Χόμπσμπαουμ, τον Αντερσον, τον Γκέλνερ), αναλύει τις συνέπειες της κατάρρευσης των σταλινικών καθεστώτων στην αναβίωση του εθνικισμού και έρχεται να προτείνει διεθνιστική αντιμετώπιση μέσα στις σύγχρονες κοινωνικές κρίσεις.
Υποστηρίζει πως όσο η Αριστερά πρέπει να συγκρούεται με τους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς άλλο τόσο και περισσότερο έχει καθήκον να συγκρούεται και με τις εθνικιστικές εκστρατείες της «δικής της» άρχουσας τάξης που κατά κανόνα εντάσσονται συνειδητά σε αυτούς τους σχεδιασμούς για να εξυπηρετήσουν τα δικά της συμφέροντα στην περιοχή. Κομμάτι μιας τέτοιας διεθνιστικής πολιτικής είναι και η αναγνώριση και η πάλη για το δικαίωμα των εθνών στην αυτοδιάθεση μαζί με την υπεράσπιση όλων των δικαιωμάτων για τις καταπιεσμένες εθνικές μειονότητες.
Το κείμενο αυτού του βιβλίου γράφτηκε το φθινόπωρο του 1992. Ηταν η εποχή που κλιμακώνονταν ο πόλεμος και οι εθνικές εκκαθαρίσεις στην πρώην Γιουγκοσλαβία. Τότε κυριαρχούσαν οι θεωρίες για την επέλαση της παγκοσμιοποίησης που υποτίθεται πως διαπερνούσε εθνικά σύνορα και κράτη. Σφαγές όπως της Σρεμπρένιτσα θεωρούνταν ιδιαιτερότητα των καθυστερημένων Βαλκανίων. Ενα τέταρτο του αιώνα αργότερα, η πραγματικότητα επιβεβαιώνει τη μαρξιστική ανάλυση που διατυπώνει ο Χάρμαν για τον εθνικισμό και τα καθήκοντα της Αριστεράς. Πρόκειται για ένα αληθινά πολύτιμο βιβλίο, αυτές εδώ τις μέρες, σε τούτα δω τα μέρη.
