«H Κάρι μας» είναι από τα βιβλία εκείνα που τους χαρίστηκε μια δεύτερη ζωή μετά την έκδοσή τους -ο χρόνος ερμήνευσε και αποκατάστησε τόσο τους ήρωες όσο και τον δημιουργό τους.
Την εποχή που εκδόθηκε, λίγο μετά την έλευση του εικοστού αιώνα, αντιμετωπίστηκε με σκεπτικισμό και προκάλεσε τη μήνη αναγνωστών και κριτικών που δεν ήταν προετοιμασμένοι για μια ηρωίδα σαν την Κάρι: αθώα αλλά και δυναμική, τρυφερή αλλά και δραστήρια, ήρεμη αλλά και αποφασισμένη να κυνηγήσει τα όνειρά της, κυνηγώντας -εν αγνοία της- το αμερικανικό όνειρο, ενώ ο δημιουργός της, επιστρατεύοντας το ριζοσπαστικό πνεύμα του νατουραλισμού, απέρριπτε με τις περιγραφές του τη βικτοριανή ηθική που ήθελε τις γυναίκες πλάσματα πλαδαρά και άβουλα, θύματα της μοίρας και των συνθηκών.
Στο μυθιστόρημα είναι σαφής ο απόηχος της επιρροής του Τόμας Χάρντι και των ειλικρινών αλλά και τρυφερών ταυτόχρονα ηρωίδων του (άλλωστε είναι από τα πρώτα μυθιστορήματα που η Κάρι διαβάζει) και τολμώντας να αποτυπώσει έναν γυναικείο χαρακτήρα με ρεαλισμό που ξεφεύγει από το ρομαντικό πρότυπο της εποχής, ο Ντράιζερ θεωρήθηκε απρεπής.
Η μεγάλη πόλη είναι η κυρίαρχη δύναμη με την οποία θα αναμετρηθεί η ηρωίδα αλλά και οι υπόλοιποι χαρακτήρες: η πόλη θα της επιβάλλει τους ρυθμούς της, αλλά και τις αξίες της και θα τη διαμορφώσει ανάλογα.
Ο Ντράιζερ δεν περιγράφει την πόλη ως σκηνικό, αλλά τον ενδιαφέρει, κυρίως, να αναδείξει τους χαρακτήρες του ως προϊόντα των υπόγειων δυνάμεων μιας καπιταλιστικής κοινωνίας, όπου οι τάξεις διαμορφώνονται ανάλογα με την οικονομική, δηλαδή την καταναλωτική τους δύναμη και οι καταναλωτές όσο περισσότερα αποκτούν τόσο περισσότερα λαχταρούν. Το ίδιο φυσικά ισχύει και με τους ανθρώπους που λαχταρούν.
Στη μεγάλη πόλη η νέα κοπέλα μόνη ψάχνει, ψάχνει για δουλειά, τον έρωτα, τον εαυτό της και έρχεται αντιμέτωπη με την εποχή, δηλαδή την ανεργία και την ανέχεια, την πείνα και την κόπωση αλλά και τον εκσυγχρονισμό, τη μόδα, την τέχνη, τη λάμψη των μεγάλων λεωφόρων καθώς και την τύχη, που αν είναι με το μέρος της μπορεί να της φερθεί αναπάντεχα γενναιόδωρα και να τη μεταμορφώσει από Σταχτοπούτα σε σταρ.
Οσο οι πόλεις γίνονται πόλος έλξης για επαρχιώτες, μετανάστες και φιλόδοξους νέους, η Κάρι (την οποία είδαμε αργότερα και στο Χόλιγουντ) παραμένει ένας χαρακτήρας που θα επαναλαμβάνεται συχνά, φυσικά σε παραλλαγές που διαμορφώνει η κάθε εποχή.
Η ιστορία ξεκινάει το 1889 όταν η Καρολίνα Μίμπερ ή Κάρι φτάνει στο Σικάγο και τελειώνει τον χειμώνα του 1896 στη Νέα Υόρκη, όπου η ηρωίδα έχει ήδη εγκατασταθεί και «φτιάξει» τη ζωή της.
Στην αρχή βλέπουμε την Κάρι να φεύγει από την επαρχία και να έρχεται στο Σικάγο με σκοπό, τον πρώτο καιρό τουλάχιστον, να μείνει με την οικογένεια της αδελφής της.
Στη διαδρομή συναντάει έναν εμπορικό αντιπρόσωπο, τον Τσαρλς Ντρουέ, ο οποίος μετά από λίγο την ελευθερώνει από τη ζωή της εργάτριας και τις ατέλειωτες ταλαιπωρίες στην άκαρδη πόλη και την κάνει ερωμένη του.
Αυτή είναι η πρώτη από μια σειρά άκαρπων προσπαθειών να βρει την ευτυχία. Από εκεί και μετά αρχίζει η περιπέτεια της, που, ευτυχώς, για εκείνη έχει ένα καλό, μάλλον απίθανο τέλος.
Ο Ντράιζερ δεν είναι στιλίστας, αλλά η ακατέργαστη ορμή της αφήγησής του υπερπηδάει τις ατεχνίες του, δίνοντάς μας ένα δυνατό, παλλόμενο από ζωή μυθιστόρημα.
Η γνώση της καθημερινότητας, η εγρήγορσή του απέναντι σε κοινωνικά ζητήματα αλλά και η άμεση -ενίοτε «πρόχειρη»- γραφή του συνδέονται με τη μακρά θητεία του στη δημοσιογραφία, καθώς κάλυπτε μια ευρύτατη γκάμα θεμάτων –ρεπορτάζ, κοινωνικά, πολιτικά- καταγράφοντας θλιβερά επεισόδια της ζωής πρώτα στο Σικάγο και έπειτα στη Νέα Υόρκη.
Στάθηκα, κυρίως, στο δεύτερο μέρος του βιβλίου και ιδιαίτερα στα τελευταία κεφάλαια που αφορούν όχι μόνο την άνοδο της Κάρι αλλά την πτώση του εραστή της, του Τζορτζ Χάρστγουντ -ένα και μόνο λάθος βήμα αρκεί για να ακολουθήσει ο κατήφορος χωρίς πάτο. Σε αυτή τη διαδρομή βλέπει το αληθινό πρόσωπο των άλλων και ο συγγραφέας δεν διστάζει να περιγράψει την αντίδραση των πάλαι ποτέ φίλων του απέναντι στην αδυναμία, τη δυσκολία προσαρμογής ενός άμαθου αστού στην περιθωριοποίηση των δρόμων, την έλλειψη ενσυναίσθησης σε έναν κόσμο όπου το χρήμα κυβερνά τις μοίρες όλων.
Ο Χάρστγουντ πληρώνει το τίμημα, όχι επειδή έσφαλλε αλλά επειδή ζει σε έναν κόσμο όπου δεν υπάρχει θέση για τους αδύναμους και όποιος δεν προοδεύει είναι καταδικασμένος, βιώνοντας στο πετσί του την έλλειψη κοινωνικής δικαιοσύνης. Το απρόσωπο πλήθος καταπίνει τον αδύναμο, αντιθέτως, μπορεί να οδηγήσει κάποια σαν την Κάρι στην κορυφή.
Και όλα αυτά, φυσικά, μοιάζουν –για να χρησιμοποιήσω ένα κλισέ της δικής μας εποχής-, «τραγικά επίκαιρα».
