ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Του Χρίστου Κυθρεώτη
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η πυρογένεση είναι μια υποθετική παραφυσική ικανότητα που επιτρέπει στον κάτοχό της να ελέγχει τη φωτιά με τη δύναμη της σκέψης. Παρόλο που τα περισσότερα αναφερθέντα περιστατικά στην ιστορία έχουν αποδειχθεί απλές απάτες ή ταχυδακτυλουργικά τρικ, στους κόλπους της παραψυχολογικής κοινότητας έχει αναπτυχθεί ευρεία φιλολογία γύρω από το θέμα, που περιλαμβάνει τεχνικές εκμάθησης, εκπαιδευτικό υλικό και απίθανους ισχυρισμούς για σχετικά συμβάντα. Στο τελευταίο του μυθιστόρημα, ο Βαγγέλης Ραπτόπουλος αξιοποιεί λογοτεχνικά τα παραπάνω στοιχεία, χαρίζοντας στον ήρωά του πυροκινητικές δυνάμεις.

Πρόκειται για τον δημοσιογράφο Δημήτρη (Μίμη) Αποστολάκη, που ανακάλυψε πως μπορούσε να ελέγχει τη φωτιά σε ηλικία οκτώ ετών, κατά τη διάρκεια της κηδείας της μητέρας του. Ως αναγνώστες, παρακολουθούμε κατά κύριο λόγο το τελευταίο κομμάτι της ζωής του – τη γνωριμία του με τη γυναίκα του Λένα, την απώλεια της δουλειάς του εξαιτίας της οικονομικής κρίσης και τη ζωή του ως άστεγου σε μια δυστοπική Αθήνα, που περιγράφεται με σκοτεινά χρώματα και ιδιαίτερη γλαφυρότητα από τον συγγραφέα. Η απόγνωση και η τυφλή εκδικητικότητα, μαζί με τον διάχυτο μηδενισμό που αποτελεί το κυρίαρχο κλίμα του μυθιστορήματος αλλά και της εποχής, ωθούν τον Αποστολάκη να αρχίσει να χρησιμοποιεί άκριτα τις ικανότητές του, πυροδοτώντας τελικά στις 21 Δεκεμβρίου του 2013 μια λαϊκή εξέγερση, που έμεινε γνωστή ως οι «Μαύρες Γιορτές».

Με τα παραπάνω χαρακτηριστικά, το βιβλίο μοιάζει να κινείται μέσα στις συντεταγμένες που όρισε η κρίση για την πεζογραφία της τρέχουσας δεκαετίας. Το «μυθιστόρημα της κρίσης», στον βαθμό που μπορεί να γίνει βέβαια λόγος για ενιαία γραμμή, κυριαρχείται αφενός μεν από ανθρώπινες φιγούρες που έχουν χάσει σχεδόν τα πάντα και παλεύουν να περισώσουν την αξιοπρέπειά τους, αφετέρου δε, τουλάχιστον σε κάποιες εκδοχές του, από καταγγελτικούς τόνους και μια πρόταξη συναισθηματικά φορτισμένων ερμηνειών της συγκυρίας.

Με τον «Ανθρωπο που έκαψε την Ελλάδα», ο Ραπτόπουλος αποφασίζει να παρωδήσει το δεύτερο από τα παραπάνω χαρακτηριστικά, σεβόμενος ταυτόχρονα το πρώτο. Μέσα στη σκοτεινή παρωδία που επιχειρεί, σε αυτή τη δυστοπία που αρνείται να πάρει στα σοβαρά τον εαυτό της, διακωμωδούνται ανάγλυφα όλες οι πτυχές της νεοελληνικής τρέλας: πλεονάζον θυμικό, συνωμοσιολαγνεία, ανορθολογισμός, τυφλή καταστροφική μανία. Ταυτόχρονα όμως, μια πλευρά του βιβλίου εξακολουθεί να προσεγγίζει με ένα ίχνος τρυφερότητας τους πρωταγωνιστές αυτού του παραλογισμού, τη Λένα, τον Μίμη, τον αστερισμό των άστεγων που τον περιβάλλει – υπό μία έννοια, θα λέγαμε ότι ο Ραπτόπουλος έχει επιλέξει να παρωδήσει τις καταστάσεις, όχι τους ανθρώπους.

Σε αυτό το πλαίσιο, μπορούν να ενταχθούν οι υποβλητικές περιγραφές του «συνοικισμού» των άστεγων, αλλά και η εμβάθυνση στους χαρακτήρες, κατά κύριο λόγο μέσα από την ερωτική σχέση της Λένας και του Μίμη (αλλά και την εμπλοκή του καλύτερού του φίλου). Οσο ισχυρή κι αν είναι όμως αυτή η ανθρώπινη πλευρά, τον κυρίαρχο τόνο στην αφήγηση εξακολουθεί να δίνει το παρωδιακό στοιχείο, μέσα από το οποίο αναδεικνύεται η -κατά κάποιον τρόπο- καρναβαλική διάσταση της καταστροφής. Γέρνοντας την πλάστιγγα προς τα εκεί, ο συγγραφέας μοιάζει να μας υπενθυμίζει πως δεν έχει τόση σημασία ποιοι είμαστε ή νομίζουμε πως είμαστε, όση το πώς βλέπουμε τον κόσμο, το βλέμμα μας. Μέσα από αυτό, εξάλλου, είναι που ο Αποστολάκης πυρπολεί την Αθήνα, μέσα από το βλέμμα του καταστρέφει όσα δεν μπορεί να εξηγήσει.

Ιδιαίτερη μνεία αξίζει να γίνει στην τεχνική και στην εν γένει διάρθρωση του μυθιστορήματος. Η διαδρομή του Αποστολάκη εξιστορείται μέσα από ένα συμπίλημα διαφορετικών πηγών, επιλογή που αποδεικνύεται εν προκειμένω εύστοχη, αφενός μεν συμβάλλοντας σε μια ισορροπία αντικειμενικής και υποκειμενικής σκοπιάς της αφήγησης, που μοιάζει να αποτελεί ζητούμενο για τον συγγραφέα, αφετέρου δε εντείνοντας, σε συνδυασμό με τη δοκιμασμένη αφηγηματική ευχέρεια του Ραπτόπουλου, το αναγνωστικό ενδιαφέρον.