Η απώλεια αγαπημένου προσώπου αντανακλά σαν κάτοπτρο την πορεία και της δικής μας ζωής. Αναβιώνει μνήμες, προβάλλει έντονα συναισθήματα και φορτίζει το θυμικό μας. Σε αρκετές περιπτώσεις «η ποίησις είναι το καταφύγιο που φθονούμε», κατά τον αυτόχειρα ποιητή της Πρέβεζας, ή η τέχνη που επικαλούμαστε για παρηγοριά κατά τον Αλεξανδρινό: «Εις σε προστρέχω Τέχνη της Ποιήσεως, / που κάπως ξέρεις από φάρμακα∙ / νάρκης του άλγους δοκιμές, εν Φαντασία και Λόγω. / Είναι πληγή από φρικτό μαχαίρι. – / Τα φάρμακά σου φέρε, Τέχνη της Ποιήσεως, / που κάμνουνε – για λίγο – να μη νοιώθεται η πληγή».
Προσωπικός και εξομολογητικός ο χαρακτήρας της καινούργιας συλλογής της Ανθής Μαρωνίτη. Με ποιήματα ευανάγνωστα και λιγότερο κρυπτικά απ’ ό,τι μας είχε συνηθίσει. Η αρρώστια και ο θάνατος του αγαπημένου συντρόφου της, του κορυφαίου κλασικού φιλολόγου και αισθαντικού νεοελληνιστή Δημήτρη Μαρωνίτη, οδήγησαν τη σκέψη και τη γραφή της να εξωτερικεύσουν της ψυχής της τα μύχια, σε μέτρα ανθρώπινα και φυσικά.
Με μότο, το νοσταλγικό: «Στις παλιές βραδιές / και στη μακρινή μουσική» και με εισαγωγικό ποίημα: «Τα μικρά που δεν πρόλαβες / Τα μικρά πίσω-μπρος που δε μεγάλωσαν / σε καιρό πολέμου για τη ζωή / Τα μικρά που δε σου διάβασα, καλέ μου / ας πετάξουν μακριά όπως εσύ / δυο μοναξιές παράλληλες», η ποιήτρια μάς μπάζει στο κλίμα της έμπνευσης. Παίζει και παιδεύεται με το φως και το σκοτάδι, το μαύρο και το άσπρο, τα χρώματα και τις σκιές. «Φως προλαβαίνει το πένθος της ψυχής», «το ηλιόφως αγγίζει σκοτάδι».
Τη συλλογή απαρτίζουν μία πρώτη άτιτλη ενότητα, είκοσι ένα ποιήματα, σαν απολογισμός ζωής, και μία δεύτερη με τίτλο «Αγρυπνες ώρες» που περιλαμβάνει δέκα ποιήματα και συμπορεύεται με το αγγελόκρουσμα του αγαπημένου προσώπου, από τη μια, τον θάνατο και την αποδοχή της απώλειας για τους επιζώντες, από την άλλη. Καθοδηγητικοί στην πρόσληψη οι τίτλοι των ποιημάτων. Τη σύνθεση διακρίνει η περιεκτικότητα του επιγράμματος και ο διακριτικός λυγμός της ελεγείας.
Με υπομονή και λιποψυχία, το ποιητικό υποκείμενο περιμένει το αναπόφευκτο: «το νερωμένο αίμα», «κόκκινο χορτάρι στις μαύρες δίνες του νερού», «Κάθε στιγμή πιο δύσκολη / Κάθομαι εδώ δίχως προορισμό / Η ζωή, πορεία κατάρρευσης». Λόγος αφαιρετικός και πυκνωμένος, έντονης εσωτερικότητας, χωρίς ψιμύθια, με εικόνες ακαριαίες και δραστικές: «Πάτησε στα κομμάτια γυαλιού με πόδια γυμνά / θρυμματίστηκαν σαν πάγος / Μπορεί να συμβεί κι από τρόμο η επιθυμία», «Ακίνητη στη θλίψη η στιγμή / τοπίο ομίχλης πάγος στο δωμάτιο / φιάλη οξυγόνου στη γωνία / Η ζωή σαν κλέφτρα ξεπορτίζει» «Ρόγχος ρυθμικός / μουσική ή απειλή /ζυγιάζεται στο χώρο».
Με μοναξιά αρχίζει με μοναξιά, άλλου τύπου αυτή τη φορά, τελειώνει, μπορεί και ελπίδα μιας άλλης ζωής, μιας άλλης ευκαιρίας: «Κοιμήσου κοιμήσου / Η μέρα που θα ξυπνήσεις / νύχτα / Θα σε συναντήσω / βραχνή ανυπόμονη φωνή / στο δικό σου ατάραχο έδαφος / Ολα στην ώρα τους / Πυκνοκατοικημένη η μοναξιά / Λεπτομέρειες σε μεγέθυνση / Το ποίημα τρέχει στις κορυφές βοηθάει η λήθη το υπόγειο σκοτάδι».
Η Ανθή Μαρωνίτη εμφανίστηκε όψιμα αλλά ώριμη στην ποίηση. Εβγαλε την πρώτη της συλλογή Λίγο πριν κόψει το χαμόγελο το 1997 και από τότε μέχρι σήμερα έχουν μεσολαβήσει άλλες επτά: Ο ρυθμός ζεστός (2000), Ξύλα υγρά (2002), Τρεις φωνές (2004), Το ακόντιο (2006), Κάπως έτσι (2009), Χρωμοσώματα / της απώλειας (2012) και Η μόνη της περιουσία (2015). Συλλογές ολιγοσέλιδες, με κάποτε δύσβατη προσωπική μυθολογία, χαμηλών τόνων, χωρίς καμία πρόθεση εντυπωσιασμού, με λόγο ήρεμο εκφραστικής ευστοχίας και με σταθερά μοτίβα, τον έρωτα, την απώλεια, τον ρυθμό, τη μουσική.
