ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Αριστοτέλης Σαϊνης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Στο νοτισμένο με αίμα έδαφος της Ευρώπης έσυραν τα βήματά τους πλήθος κατατρεγμένοι. Πολλοί εγκλωβίστηκαν στη «μοχθηρή γεωμετρία» των συρμάτων, από τις παραλίες του Αρζελέ-σιρ-Μερ ώς τις πεδιάδες της Πολωνίας και τις εσχατιές της Σιβηρίας. Στις μέρες μας, ένα πολυπληθές ανθρώπινο ποτάμι κυλάει απ’ τη Συρία και την Ιορδανία μέχρι να εγκλωβιστεί σε στρατόπεδα δίπλα μας ή να στριμωχτεί μπροστά σε χιλιόμετρα συρματοπλέγματος.

Ανάμεσά τους θα πρέπει να φανταστούμε τον ανώνυμο αφηγητή που εγκαταλείπει το Πανεπιστήμιο όταν το «Ισλαμικό κράτος» καταλαμβάνει τη Μοσούλη και παρέα με τέσσερις άλλους συμπατριώτες του ξεκινούν για να φτάσουν με τα πόδια στη Βουδαπέστη, μέσω Τουρκίας, Ελλάδας και Σερβίας.

Στην αφήγηση της οδύσσειας των Κούρδων μεταναστών γρήγορα εγκιβωτίζεται ο μύθος της πριγκίπισσας Μερσούδας και του βασιλιά Ματθία. Ο καλλιεργημένος γκριζομάλλης Μπίρκα αρχίζει την αφήγησή του, όπως αρμόζει, μια παγερή νύχτα γύρω από τη φωτιά και συνεχίζει κατά την πορεία. Το στακάτο ρεαλιστικό ύφος του πρώτου μέρους δίνει τη θέση του σε μια παραμυθητική αφήγηση με γλώσσα ευφρόσυνη. Λαϊκές παραδόσεις ξαναπιάνουν απόηχους των ακριτικών τραγουδιών, μεσαιωνικοί θρύλοι αντανακλούν την πολυτάραχη ευρωπαϊκή Ιστορία.

Σύντομα ο εξωτερικός αφηγητής θα καταλάβει ότι η «αλλόκοτη» και «παλιά» ιστορία του Μπίρκα τούς αφορά όλους. Οι σύγχρονοι κυνηγημένοι καθρεφτίζονται στην ιστορία της Μερσούδας που αντιτάσσεται στην εξουσία του αυταρχικού βασιλιά των Ούγγρων, Ματθία. Οι δύο αφηγήσεις αρχίζουν να συμπλέκονται, αρχικά αδιόρατα, βαδίζουν για σελίδες παράλληλα και τελικά ενσωματώνονται η μία στην άλλη.

Ο λόγος για τη σύγχρονη αγωνία συναντά την παραμυθητική αφήγηση. Ο άχρονος μύθος αντανακλά τη σύγχρονη πραγματικότητα ή, μάλλον, ο χρόνος διαστέλλεται σ’ ένα εκτός τόπου και χρόνου αέναο ανθρώπινο μαρτύριο. Απέναντι στη «θεοσκότεινη» μυθική ήπειρο, όταν μετά την εμφάνιση του Σαρδάρ της Ασπρης Θάλασσας «οι δυνατοί της γης ύψωναν γέφυρες στις τάφρους που ανοίγονταν γύρω από τα κάστρα τους, κλείνοντας τους δρόμους», ο ζόφος της σύγχρονης Ευρώπης.

Δεν χρειάζεται πολύ γι’ αυτούς «που έρχονται από το πουθενά και πηγαίνουν στο πουθενά» να καταλάβουν ότι ο άνεμος που φυσάει θα τους «παρασύρει και θα τους στροβιλίσει σαν φύλλα δέντρου». «Η Κεντρική Ευρώπη είναι εδώ και χρόνια ένας καθρέφτης στραμμένος προς το τέλος της Ευρώπης» λέει κάπου ο Κούντερα, που μας θυμίζει ότι «εδώ τέθηκε για πρώτη φορά και το ζήτημα του τέλους της Ευρώπης».

Οσο για το ελάφι που μας κοιτάει κατάματα στο εξώφυλλο, σύμβολο κάλλους, ευγένειας και εσωτερικής ανάπτυξης στα λεξικά, εδώ συνοδεύει τους οδοιπόρους διακριτικά μέσα στα δάση των Βαλκανίων, πρωταγωνιστεί στην ιστορία του Μπίρκα και αποτελεί τον σύνδεσμο των δύο ιστοριών. Στο τέλος, όταν οι ήρωες της ιστορίας μένουν να αιωρούνται στο μεταίχμιο θρύλου και Ιστορίας, το ελάφι, απομεινάρι μύθων κι αυτό, «λουσμένο στην αμόλυντη αθωότητα του νέου κόσμου που έρχεται», κείτεται νεκρό, στο τεράστιο σύμπλεγμα της πραγματικής νεομπαρόκ κρήνης του βασιλιά Ματθία, στα ανάκτορα της Βούδας.

Εξαιρετική γλώσσα, δουλεμένο λεπτοβελονιά ύφος, γοητευτικό αμάλγαμα διαφορετικών παραδόσεων, προφορικότητα και μοντέλο αφήγησης που ανακαλεί κατά τόπους την «Καρδιά του σκότους» του Κόνραντ και λειτουργικές διακειμενικές αναφορές: άλλοτε αρκεί το όνομα του Ούγγρου «μετρ της Αποκάλυψης», Κρασναχορκάι, στη ράχη ενός βιβλίου σε μια βιτρίνα, άλλοτε μια εικόνα ανακαλεί το γνωστό πλάνο από το «Βλέμμα του Οδυσσέα»: μια φορτηγίδα μ’ έναν κομματιασμένο ανδριάντα του Λένιν διαπλέει ράθυμα τον Δούναβη.

Τρίτο βιβλίο, μετά τις εξπρεσιονιστικά τονισμένες φέτες ζωής της συλλογής «Αχτι» (2011) και τον «νέο» Οιδίποδα της νουβέλας «Ενα τριάρι για τον Οιδίποδα» (2012), για τον μάχιμο φιλόλογο, θεατρικό και λογοτεχνικό κριτικό Νίκο Ξένιο που επιμένει στη μικρή φόρμα, στη λιτότητα της αφήγησης και στον συνδυασμό ιστοριών με συμβολική απόβλεψη. Εδώ, μάλιστα, αποδεικνύεται ένας στοχαστικός πεζογράφος που χειρίζεται με μαεστρία ένα εκρηκτικό υλικό, το οποίο θα μπορούσε να καταλήξει απλουστευτικά ηθογραφικό ή φορτικά διδακτικό και, άρα, ανώδυνο. Ωστόσο, ο Ξένιος δεν λέει, αλλά δείχνει ή, μάλλον, υπονοεί με τις ομιλούσες σιωπές των ηρώων και τα όλο σημασία αποσιωπητικά των λόγων τους.

Ενας συγγραφέας των ίδιων αυτών πονεμένων τόπων που περπάτησαν οι ήρωες του «Ματθία» μιλούσε κάποτε για το δίλημμα κάθε συγγραφέα της εποχής μας: να αγωνιστεί για τις αρχές του ή να καλλιεργήσει τον δικό του κήπο. Εάν διαλέξει το πρώτο, προδίδει τη λογοτεχνία· εάν το δεύτερο, το ταλέντο του. Ωστόσο, όπως έλεγε ο Ντανίλο Κις, η καλή λογοτεχνία βρίσκει τον τρόπο να ικανοποιήσει και τα δύο, και δεν είναι τόσο ανίσχυρη όσο νομίζουμε. Κάθε βιβλίο ενάντια στη βία της Ιστορίας δικαιώνει τη συγγραφική προσπάθεια και δίνει νόημα και, ίσως, ελπίδα στους αναγνώστες. Νομίζω είναι η περίπτωσή μας.