Η Ιστορία δεν προχωρά με άλματα, αλλά οι τομές της λειτουργούν ως μεταίχμια δύο περιόδων. Συνήθως βέβαια δεν αντιλαμβανόμαστε τις τομές όταν συμβαίνουν, αλλά εκ των υστέρων, όταν συνειδητοποιούμε τη διαφορά τού πριν και του μετά. Στη λογοτεχνία, ειδικότερα, το νέο αίμα δεν αποβάλλει εξαρχής το παλιό, αλλά δύο ή τρεις γενιές συνυπάρχουν σε μια διαλεκτική σχέση, όπου η προηγούμενη οπτική και τεχνοτροπία μένει σταδιακά πίσω κι η νέα παίρνει συν τω χρόνω τη θέση της.
Ας μη μιλήσουμε για γενιά του 21ου αιώνα ή της δεκαετίας του 2010, αφού ούτως ή άλλως το πότε γεννήθηκαν οι συγγραφείς (οι περισσότεροι τις δεκαετίες του 1970 και του 1980) ή το πότε δημοσίευσαν (οι περισσότεροι τα τελευταία δέκα χρόνια) δεν είναι ικανές συνθήκες για να ομαδοποιηθούν γραμματολογικά. Μπορούμε όμως να διερευνήσουμε μερικά γνωρίσματα που τους διακρίνουν, σε μια δειλή και αποσπασματική πρώτη χαρτογράφηση των τελευταίων δέκα χρόνων.
Το πώς της καινοτομίας
Φυσικά, όταν μιλάμε για νέους, πρωτοεμφανιζόμενους, πεζογράφους βλέπουμε ότι στο πρώτο ή στα πρώτα βιβλία τους είναι συχνή η βιωματική αυτοβιογραφική γραφή, που στηρίζεται στον μικρόκοσμο του συγγραφέα. Αυτή η συνθήκη κάνει τα θέματά τους αφενός εν μέρει αναμενόμενα, κι αφετέρου τους πειραματισμούς, τις οπτικές τους γωνίες, τις αφηγηματικές και υφολογικές τους απόπειρες ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες.
Σε αυτά, λοιπόν, όλο και περισσότερο παρατηρούνται ξένες επιδράσεις, καθώς οι νέοι Ελληνες πεζογράφοι είναι πλέον μορφωμένοι, γνωρίζουν ξένες γλώσσες και διαβάζουν ευρωπαϊκή και αμερικανική λογοτεχνία, πολλοί από αυτούς ταξιδεύουν συχνά στο εξωτερικό και κάποιοι ζουν μόνιμα σ’ αυτό. Αυτά τα διαβάσματα (κυρίως ξενόγλωσσα) προβάλλονται ενίοτε σκόπιμα, σε μια εμφανή διακειμενικότητα, που διαστίζει τα κείμενά τους και δηλώνει εμφανείς κληρονομιές αλλά κυρίως ένα είδος διαλόγου με ξενόγλωσσα έργα [π.χ. «Οι αλεπούδες στην πλαγιά» (Πατάκης 2013) του Ιάκωβου Ανυφαντάκη συνομιλούν με τον Χάινριχ Μπελ].
Ως προς τη γλώσσα, διακρίνονται δύο τάσεις: από τη μία η αντιμετώπισή της σαν διαφάνειας που αποσκοπεί μόνο στο να περάσει το βλέμμα προς τα άλλα μέρη της αφήγησης. Από την άλλη, κι εδώ κρίνεται η ποιότητα της γραφής, εμφανίζεται μια υγιής εμμονή με τη γλώσσα, που φροντίζει να λεπτοδουλέψει το κείμενο και να του προσδώσει ένα ιδιαίτερο υφολογικό στίγμα (νεανική αργκό, προφορικός μονόλογος, ιδιαίτερο ύφος, μακροπερίοδος λόγος κ.λπ.).
Ειδικότερη αναφορά θα ήθελα να κάνω στη διαλεκτική επένδυση του κειμένου: ο Δημοσθένης Παπαμάρκος («Γκιακ», Αντίποδες 2014) λ.χ. και η Βασιλική Πέτσα («Μόνο το αρνί», Πόλις 2015) κ.ά. επιστρέφουν στην περιφέρεια, για να απομακρυνθούν από το υδροκέφαλο έθνος και την ισοπεδωτική παγκοσμιοποίηση.
Επίσης, μερικοί νέοι συγγραφείς, ερχόμενοι από άλλους χώρους, έχουν συνεισφέρει στη λογοτεχνική γραφή με νέες ιδιολέκτους και κόσμους [π.χ. ο κόσμος της επιστήμης και της εργασίας και η τεχνοκρατική γλώσσα τους: ο Ακης Παπαντώνης με τον «Καρυότυπο» (Κίχλη 2014), ο Κώστας Περούλης με τα «Αυτόματα» (Αντίποδες 2015) και ο Δημήτρης Μεσορράχης με την «Ανάβαση» (Εστία 2017)].
Διακρίνω επίσης αφηγηματική άνεση, γεγονός που κάνει τις αφηγήσεις τους ενδιαφέρουσες μαζί και ουσιώδεις. Αυτή η αφηγηματική άνεση υπηρετεί συχνά φιλόδοξα σχέδια, άλλοτε πετυχημένα κι άλλοτε όχι. Οι νέοι συγγραφείς επιχειρούν να πραγματώσουν μακρόπνοα πλάνα και να συμπεριλάβουν σε ένα πολυεπίπεδο κείμενο κόσμους και εποχές (χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο Σωφρόνης Σωφρονίου ειδικά στους «Πρωτόπλαστους», Το Ροδακιό 2015). Αυτή όμως η ολιστική γραφή είναι μάλλον η εξαίρεση, αφού ο κανόνας θέλει τη μικρή φόρμα να πρωτοστατεί, με διηγήματα και νουβέλες να στηρίζουν σε πρώτη φάση το όραμα των νέων δημιουργών.
Και μάλιστα εντείνεται η τάση για μικρομυθοπλασία με διηγήματα μπονζάι (π.χ. το «Αστείο» του Γιάννη Παλαβού, Νεφέλη 2012). Δεν λείπουν οι εύλογοι πειραματισμοί, που φέρνουν νέες τεχνικές, υβριδικές κατασκευές (π.χ. πεζά κείμενα με ποιητικά πετάγματα ή με δοκιμιακές πινελιές: Δημήτρης Ελευθεράκης, «Η δύσκολη τέχνη», Αντίποδες 2015), απόπειρες μείξεων και νέες προκλήσεις.
Θα ήθελα, εξάλλου, να τονίσω τη στροφή στη λογοτεχνία του φανταστικού: όχι τόσο ακιαμιγή επιστημονική φαντασία, αλλά κυρίως ουτοπίες, δυστοπίες, καφκικές κατασκευές (Θωμάς Συμεωνίδης, «Γίνε ο ήρωάς μου», Γαβριηλίδης 2015), ιστορίες μυστηρίου, αναζήτηση νέων κόσμων, αλληγορίες, μίξη ρεαλιστικών και υπερλογικών χαρακτηριστικών κ.λπ. (Χρήστος Γκέζος, «Τραμπάλα», Μελάνι 2016). Η ρεαλιστική πραγματικότητα φαίνεται ότι δεν χωράει τους πεζογράφους και γι’ αυτό εκείνοι αναζητούν παράλληλους ή ένθετους κόσμους για να την εκφράσουν με λοξό τρόπο.
Το τι της τρέχουσας Ιστορίας
Το πρώτο πράγμα που μας απασχολεί συνήθως είναι αν η σύγχρονη λογοτεχνία εν γένει εγκολπώνεται την οικονομική κρίση και παράγει κείμενα που βρίσκονται σε διαλεκτική σχέση μαζί της. Γνώμη μου είναι ότι, όποτε δοκίμασε να το κάνει κατά μέτωπο και να δώσει πρωταγωνιστικό ρόλο στην κρίση, απέτυχε να γίνει λογοτεχνία και ξέπεσε σε μια μιντιακή αντιμετώπιση της ζωής.
Σ’ αυτή τη γενικευτική θέση υπάρχουν τρεις κατευθύνσεις που εισάγουν την κρίση από την πίσω πόρτα:
α) η κρίση ως σκηνικό στο βάθος πίσω από την κύρια υπόθεση,
β) το αστυνομικό μυθιστόρημα που αναζητά τα αίτια πίσω από τα φαινόμενα κοινωνικής παθογένειας και μέσω αυτών κάνει μια ανατομία των προβλημάτων της κοινωνίας κάτω από την ευπρεπή επιφάνειά της (π.χ. Βασίλης Δανέλλης, «Μαύρη μπύρα», Καστανιώτης 2011) και
γ) η λογοτεχνία του φανταστικού, που ανέφερα παραπάνω, διά της τεθλασμένης επιχειρεί μια φυγή αλλά συνάμα και μια αλληγορία, η οποία αντανακλά το σήμερα με έμμεσο τρόπο.
Εξάλλου, η σημερινή πραγματικότητα ενέχει στοιχεία βίας και εχθρότητας που απλώνονται ολόγυρά μας. Οι σύγχρονοι συγγραφείς σκιαγραφούν το κακό και το μένος, στήνουν σκηνικά απανθρωπιάς και αναίτιας φαυλότητας. Ενδεικτικά αναφέρω τη Μαρία Φακίνου με την «Αρχή του κακού» (Καστανιώτης 2012). Ανάλογα εμφανίζεται ο ρατσισμός ως μια συνιστώσα που οδηγεί στη βία και στη μισανθρωπία. Ο Γιάννης Τσίρμπας στο «Η Βικτώρια δεν υπάρχει» (Νεφέλη 2013) αναλύει πολύ εύστοχα το αστικό περιβάλλον και τη ρατσιστική βία της εποχής.
Εξίσου συνηθισμένο πλέον είναι το χάσμα των γενεών και κυρίως η οικογενειακή καταπίεση που εγκλωβίζει τον νέο σε ένα είδος μικροαστισμού. Η Στέργια Κάββαλου στο «Φαμιλιάλ (Μελάνι 2014), η Βίβιαν Στεργίου στο «Μπλε υγρό» (Πόλις 2017) και η Ελενα Γκιβίση στα «Ρήγματα» (Κέδρος 2018) ανακινούν μια οργή για τους γονείς τους, οι οποίοι τους αντιμετωπίζουν, πιθανόν ακούσια, με έναν ασφυκτικό τρόπο.
Γενικότερα, οι λογοτέχνες αυτής της γενιάς ως νέοι άνθρωποι πραγματεύονται τις μετεφηβικές τους αγωνίες τόσο στο οικογενειακό όσο και στο ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον (π.χ. Χρίστος Κυθρεώτης, «Ολα καλά», Πατάκης 2012).
Εντέλει, ο μικρόκοσμος των νέων αφορά την καθημερινότητα του μέσου ανθρώπου και τις έγνοιες του, τον έρωτα, τις απρόσωπες σχέσεις. Η Κάλλια Παπαδάκη λ.χ. στον «Ηχο του ακάλυπτου» (Πόλις 2009) με άξονα μια πολυκατοικία συνδέει ανθρώπους και καθημερινότητες.
Σε αυτό το πλαίσιο, η εργασία ίσως είναι ένας από τους κρίκους που συνδέει το ατομικό με το κοινωνικό σε μια γεφύρωση του εγώ με το εμείς. Αυτό το περιβάλλον αποδίδει τον σκληρό κόσμο της επιτυχίας, την τυποποίηση, τον ανταγωνισμό, την αδυναμία ισορροπίας μεταξύ προσωπικής και επαγγελματικής ζωής (βλ. και παραπάνω τον Ακ. Παπαντώνη, τον Κ. Περούλη και τον Δ. Μεσορράχη).
Δηλαδή οι νέοι πεζογράφοι αδιαφορούν για το συλλογικό, μένοντας μόνο στους προβληματισμούς για την οικογένεια και την εργασία; Σε μεγάλο ποσοστό ναι, αν και δεν λείπουν δείγματα της πολιτικής και της Ιστορίας ως φορέων εθνικών και πανανθρώπινων επιδιώξεων. Σημειώνω τη «Σκιά στο δέντρο» (Ποταμός 2016) του Θανάση Σταμούλη για την Κατοχή, το «Κατεβαίνει ο Καμουζάς στους φούρνους» (Εστία 2016) της Μαριλένας Παπαϊωάννου για τον Εμφύλιο, την «Κρόνακα» (Ικαρος 2017) του Κυριάκου Μαργαρίτη για την Κύπρο, το «Μπερλίν» (Πόλις 2017) της Αντζης Σαλταμπάση για τους Εβραίους και τις ενοχές των Γερμανών κ.ά.
Είναι αλήθεια, λοιπόν, πως συναντάμε πολύ καλά κείμενα στις λίστες με τους πρωτοεμφανιζόμενους, φρέσκιες ιδέες, νέα είδη γραφής, ανανεωμένα θέματα. Ομως συχνά, μετά το πρώτο εύελπι βιβλίο, ακολουθούν μέτρια ή κακά έργα, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει η ανάλογη συνέχεια. Γι’ αυτό είναι ζητούμενο για τους νέους λογοτέχνες να σταθεροποιήσουν το στίγμα τους, να αποκτήσουν ευρεία ματιά και να μην εγκλωβίζονται σε ένα (προσωπικό συνήθως) θέμα που δείχνει έναν (στενά προσωπικό) κόσμο.
Εξίσου σημαντική είναι η ανανέωση των εκφραστικών τους τρόπων, ώστε να μη γίνουν μανιέρα, και να αιφνιδιάζουν ακόμα κι αυτόν που έχει διαβάσει το πρώτο τους έργο. Τέλος, χρήσιμο είναι να προβούν σε μια γενικότερη εξέλιξη που να στρέφεται σε ποικίλα θέματα και να εμβαθύνουν στην έννοια της γραφής, στη χρήση της γλώσσας, στην κοινωνική ματιά…
