ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Κώστας Γαλανόπουλος*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ρ ι ζ ο σ π α σ τ ι κ έ ς   Α ν α γ ν ώ σ ε ι ς

Εκ πρώτης ακούγεται, ίσως, παράδοξο, ή και αστήρικτη εικασία, αλλά αν υπάρχει μια βασική συνισταμένη στο σώμα της δυτικής πολιτικής φιλοσοφίας, ως τέτοια ο Εντουαρντ Καρ [E. H Carr] ανασύρει μια «μισοθαμμένη δυσπιστία έναντι του κράτους».

Αληθεύει, βεβαίως, ότι είναι αρκετοί και επαρκείς οι λόγοι για τους οποίους μια μη (ή μια αντι-) κρατική πολιτική θεωρία και πολιτική απομακρύνθηκε ως ουτοπικός ή ανεδαφικός ορίζοντας· αληθεύει, όμως, και η διαπίστωση του Μιλ ότι «[στη βρετανική αντίληψη] η κυβέρνηση θεωρούνταν γενικά ένα απαραίτητο κακό και απαιτούνταν από αυτή να κρύβει τον εαυτό της, [γι’ αυτό και] η κραυγή του λαού δεν ήταν “βοήθησέ μας” αλλά “άσε μας ήσυχους”»(1).

Ηδη από τον Λοκ ο βρετανικός φιλελευθερισμός κινήθηκε, εν πολλοίς, σε μια αντιχομπσιανή κατεύθυνση, θεματοποιώντας αυτήν τη «δυσπιστία», φθάνοντας έως και τον ρητό αντικρατισμό του ριζοσπαστικού φιλελευθερισμού του Γκόντγουιν ή του Σπένσερ.

Στην απέναντι πλευρά του Ατλαντικού αυτή η παράδοση του αντικρατισμού οδηγήθηκε, με συνέπεια, στην απαίτηση του ελάχιστου κράτους των «δεξιών ελευθεριακών», αλλά στην ίδια τη Βρετανία οι πλέον ριζοσπαστικές επεξεργασίες της θεωρήθηκαν ως προδρομικές του αναρχισμού.

Με όποιον τρόπο, όμως, και αν εκφράστηκαν, ή με όποια μορφή και αν θεμελιώθηκαν οι εμπνευσμένες από τη βρετανική «δυσπιστία» αντικρατικές σχολές, ο γονιμοποιός πυρήνας όλων παρέμενε η οντολογική προτεραιότητα του ατόμου. Ο αναρχισμός του Ριντ [Herbert Read (1893 -1968)] αποτελεί ένα εκ των πλέον εκλεπτυσμένων βλαστημάτων του: «Η πρόοδος είναι η σταδιακή εγκαθίδρυση μιας ποιοτικής διαφοροποίησης των ατόμων σε μια κοινωνία […] στην πορεία της οποίας το άτομο διαφοροποιείται, γίνεται διακριτό και ανεξάρτητο από τη μητρική ομάδα […] γίνεται αντίθετο της ομάδας»(2).

Η αναγκαιότητα της εμπειρικής τεκμηρίωσης, η οποία από τον Σπένσερ και έπειτα απαιτεί την αρωγή της βιολογίας, υποχρεώνει τον Ριντ να αναζητεί τούτη την οντολογική προτεραιότητα του ατόμου, όχι σε έννοιες, όπως αυτή της Ουσίας ή της Συνείδησης, αλλά στις βιολογικές απαρχές του ανθρώπινου είδους. Ακόμη και έτσι, όμως, το σχήμα δεν παραλλάσσει δραματικά, γι’ αυτό και για τον Ριντ το πρόβλημα εντοπίζεται στη σχέση μεταξύ ατόμου και ομάδας, από την οποία «ξεπηδούν όλες οι περιπλοκές της ύπαρξής μας»(3).

Τούτη η περιπλεγμένη απαρχή της ύπαρξης προηγείται της ουσίας, και υπό αυτήν την έννοια ο Ριντ αισθάνεται οικεία με τις θέσεις του υπαρξισμού, αρνούμενος, όμως, να αποδεχτεί την τραγικότητα ή τον αγωνιώδη χαρακτήρα της ανθρώπινης ύπαρξης.

Ο αναρχισμός του παρουσιάζεται ως καθαρμένος, από τον μηδενισμό στον οποίο οδηγεί η υπαρξιστική θέση περί αγωνίας, ανθρωπισμός, ο οποίος ενσωματώνει την «επιστήμη της ύπαρξης, τη βιολογία, και την επιστήμη της ουσίας, την οντολογία»(4)· γεγονός το οποίο του επιτρέπει να αναγνωρίσει τη συνύφανση ουσίας και ύπαρξης στην εξέλιξη της ζωής, αλλά και τους τρόπους με τους οποίους αυτή η συνύφανση πραγματοποιείται.

Η διάσωση της ατομικής αυτεξουσιότητας από τον συλλογικό περιορισμό και την τεχνητή επιβολή του κράτους, δίχως τον θυσιασμό της κοινωνικότητας, δηλαδή της βιολογικής αρχής της αλληλεγγύης, αποτελεί το βασικό σχέδιο της πολιτικής φιλοσοφίας του Ριντ.

Φαίνεται, έτσι, υποχρεωμένος να προσφέρει έναν ενδιάμεσο δρόμο, ανάμεσα στον υπερτονισμό της υποκειμενικότητας, ο οποίος μπορεί να καταλήξει στον υπαρξιστικό μηδενισμό ή στη μεταφυσική μιας ακοινωνικής ουσίας, και στον ορθολογικό σχεδιασμό και επιβολή ενός τυραννικού συλλογικού, που νεκρώνει την πραγματική ζωή του ατόμου και των κοινωνιών.

Ερχόμενος αντιμέτωπος με την πρώτη από αυτές τις μέριμνες, ο Ριντ στέκεται μάλλον αμήχανα, καθώς η διαφυγή από τα προβλήματα που δημιουργεί η οντολογική προτεραιότητα του ατόμου δεν είναι διόλου απλή. Και η περιπλοκή αυτή γίνεται σαφής στην προσπάθεια του να αποτραβηχτεί από τις παραδόσεις του μαρξισμού, του ορθολογικού σοσιαλισμού ή της νοησιαρχίας.

Αν ο μυστηριακός, θρησκευτικός χαρακτήρας του αναρχισμού του τον ενώνει με τα ρομαντικά ρεύματα αντίδρασης σε ό,τι θεωρήθηκε νοησιαρχική τυραννία, η καταγγελία της ολοκληρωτικής τάσης του σοσιαλισμού και της ρουσοϊκής δημοκρατίας ως «συναισθηματικού εξισωτισμού» και ισοπέδωση της πολυμορφίας, τον επαναφέρουν στην αφετηρία του ριζοσπαστικού φιλελεύθερου ατομικισμού.

Ο, κλασικός, αναρχισμός αποπειράθηκε να αντιμετωπίσει το θεμελιώδες τούτο πρόβλημα αρνούμενος την αρχή της οντολογικής προτεραιότητας του ατόμου και τον δυισμό ατόμου και κοινωνίας· όντας, ως εκ τούτου, αναπόσπαστο μέρος και προϊόν της φιλοσοφικής παράδοσης, ορθολογισμού και υλισμού, εναντίον της οποίας εκστρατεύει ο Ριντ.

Ανεξαρτήτως όλων αυτών, όπως και εξαιτίας τους, η πολιτική φιλοσοφία του Ριντ αποτελεί μια συναρπαστική απόπειρα διαφυγής από τις δεσμεύσεις του φιλελεύθερου ριζοσπαστικού ατομικισμού και προσδιορισμού μιας εναλλακτικής διαδρομής. Είναι ευτύχημα που οι εκδόσεις Ηριδανός τόλμησαν αυτήν την έκδοση, η οποία με τη σειρά της ευτύχησε με τη μετάφραση του Γιώργου Καράμπελα.

  1. J. S. Mill, «Coleridge», στο J. Bentham & J. S. Mill, «Utilitarianism and Other Essays», Penguin, Λονδίνο 1987, σ. 204.
  2. Στο πρώτο από τα κείμενα που περιέχονται στο βιβλίο «Η φιλοσοφία του αναρχισμού» (1940), σ. 16. Ταυτόχρονα κυκλοφόρησε και ένας δεύτερος τόμος με κείμενα του Ριντ για την τέχνη, «Ποίηση και αναρχισμός. Η επαναστατημένη τέχνη», σε μετάφραση Γιάννη Βογιατζή.
  3. Στο ίδιο, σ. 19.
  4. Στο «Υπαρξισμός – Μαρξισμός και Αναρχισμός», σ. 62.

* Υποψήφιος δρ Πολιτικής Θεωρίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο