ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Πέτρος Γκολίτσης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ο ποιητής Ντίνος Σιώτης (1944) συγκεντρώνει τα ποιήματα της περιόδου 1969-1999 σε έναν καλαίσθητο τόμο, σημειώνοντας: «Από τα πρώτα ποιήματα της Απόπειρας του 1969, γραμμένα στην Ελλάδα των συνταγματαρχών, έως τα ποιήματα του Ιωνά, γραμμένα εξ ολοκλήρου στη Βοστόνη το 1999, τα θέματα, που διασχίζουν τον τόμο, είναι τα ίδια: ξενιτεμός, μοναξιά, νοσταλγία, έρωτας, μετακομίσεις, απώλεια, μνήμη, χρόνος, η πατρώα Τήνος και οι αντιφάσεις και παραλογισμοί του σύγχρονου κόσμου». 

Κι εμείς, με τη σειρά μας, θα σταθούμε εξ αρχής σε κομβικά ποιήματα-στιγμιότυπα, ώστε να δώσουμε το στίγμα του ποιητή. Το οποίο ήδη στην πρώτη συλλογή, στα 25 του χρόνια, εμφανίζεται σχηματισμένο, τόσο θεματικά όσο και ως μορφή. Γράφει λοιπόν: «Κι όταν / μετά από χρόνια / είδε πως δεν υπήρχε / βάθος, / φόρεσε / τον καθρέφτη / στο κεφάλι / ψάχνοντας / για το πρόσωπο / της παιδικής ηλικίας», ή: «Τι σ’ έφερε σ’ αυτό το σιωπηλό μαρτύριο φωτός; […] Πάνω απ’ το φως κι απ’ ό,τι ενδόμυχα σε βασανίζει / υπάρχει ο δρόμος της φυγής. / Πολυσύχναστος. / Τις Κυριακές γεμίζει από νωρίς. / Κανείς δε φεύγει. / Πηγαίνουν κι έρχονται μέχρι αργά το βράδυ. / Ομως κανείς δε φεύγει». 

Για να «καταλήξει», τριάντα χρόνια μετά: «Η θάλασσα παραμένει ακίνητη και αόρατη, / βυθισμένη σ’ ένα σκοτεινό χάος / […] / [ακούω] το βαρκάρη να σπρώχνει τη νοητή βάρκα του / προς τις όχθες της πλάστιγγας του σύμπαντος». 

Ο Σιώτης λοιπόν εμφανίζεται «γνήσια» μετα-λυρικός, με το «μετά» να λειτουργεί χρονικά, δηλαδή ως post και ταυτόχρονα ανακλαστικά και εποπτικά, δηλαδή ως «meta», το οποίο επιστρέφει στον εαυτό παρατηρώντας και υπονομεύοντας τους όρους λειτουργίας του. 

Ως νεωτερικό, δια-κειμενικό «υποκείμενο», ως ένας Lucas Samaras της ποίησής μας, καταθέτει ποιήματα-polaroid, της μιας -τάχα- χρήσεως και της αυτόματης εμφάνισης, που όμως σμιλεύουν το φως προσωρινά, κυρτώνοντας τον χωροχρόνο που μας συμβαίνει. Γράφει μάλιστα στο ποίημα «Λάθος στροφή» (της συλλογής «Μουσείο αέρος»): «Ολα υποχωρούν προς τα εμπρός, / λυγίζουν τα ντουβάρια του σκοταδιού, / όλα παίρνουν μια κλίση προς το φως, αλλά / ξαφνικά υποχωρούν, λοξοδρομούν, / παίρνουν λάθος στροφή με θέα τη μνήμη». 

Με ποιήματα-χαλιά, τα οποία τραβά κάτω από τα πόδια μας, και με ποιήματα-μοχλούς, που μας σκαλίζουν ανατρέποντας ή και ανασηκώνοντάς μας, φωτίζει αποκαλύπτοντας τις δομές της πρόσληψης και της αφετηρίας μας, για να κινηθεί προς τους τρόπους λειτουργίας των εξουσιαστικών δομών και μηχανισμών. 

Με τον ποιητικό του τρόπο που ενώ «ξεκινά» ποιητικά από τον Γκίνσμπεργκ και έρχεται σε εμάς μέσω του Νάνου Βαλαωρίτη, παίρνει άλλες διαστάσεις τείνοντας προς έναν ποιητή-Φουκό. Ο οποίος φέρνει έναν άλλον αέρα στα γράμματά μας, νέο και πολυ-δυναμικό, με τον οποίο όμως είναι δύσκολο να δροσιστείς και να ανακουφιστείς. Γιατί εκεί που περιμένεις μια πρωινή αύρα σε χτυπά μια βαρυχειμωνιά, μια θύελλα που σε πετά από το ποίημα σε έναν άλλον τόπο-μη τόπο, ως ένα εκτόπισμα. 

Ως ποιητής, καλπάζει μετά τον χαμό, βλέποντας μετα-μοντέρνα -μετά το μοντέρνο και με υπερβολικά μοντέρνο τρόπο- τη δυναστευμένη συναίνεση μιας εποχής. Κι από εκεί, όχι μόνο αποκαλύπτεται ως κάποιος που μετα-στοιχειώνεται, ως ένα ρευστό, διαισθητικό στοιχείο, και αλλάζει ρόλους με οξυμένη την ενσυναίσθησή του, αλλά αλλάζει διαδραστικά τους φωτισμούς και τις σκιάσεις, τις γωνίες λήψεις και τα εκάστοτε φίλτρα βάθους ή επιφανείας που χρησιμοποιεί. Αποκαλύπτοντας το δυναμικά ελισσόμενο πλέγμα, το οποίο σχηματίζεται μεταξύ του ποιητή και της πραγματικότητας, μεταξύ του ποιήματος και του αναγνώστη. Εξασκώντας όχι μόνο την ανοικείωσή μας απέναντι στα φαινόμενα, αλλά δείχνοντας πως το ποίημα μπορεί να καταστεί ένας κατοικήσιμος τόπος. 

Ετσι τα ποιήματα στον Σιώτη λειτουργούν ως taylor made αποκρυσταλλώσεις της φορτισμένης και εκτονούμενης κάθε φορά συναισθηματικής-νοηματικής ακολουθίας του. Ως ενεργοποιούμενα πεδία που αναδύονται διαφορετικά στο κάλεσμά μας. Εντός του ορίου του το ίδιο το ποίημα επιπρόσθετα, ή και το φώνημα, δεν θραύεται, ούτε εξαντλείται -πόσο μάλλον η ταυτότητα, ή η οντότητά του, μες στη ρευστότητα και την παροδικότητά της- παραμένοντας περίκλειστο σε οποιαδήποτε τυποποίηση. 

Απομακρυνόμενος έως τέλους από το υπερβατολογικό ατομο-κεντρικό εγώ, που κινείται στη βαθμίδα τού «εγώ σκέφτομαι», στη θέση του τοποθετεί μια άλλη στάση. Αυτή όπου ο φορέας της δυνατότητας μιας συνάντησης, ριζικά εκτός του υποκειμένου, αναδύεται στον τόπο της γλώσσας και της ποίησης, καθιστάμενος ομιλούν υποκείμενο «μόνο στον βαθμό που συναλλάσσεται με το σύστημα των γλωσσικών διαφορών». Επιτρέποντας την ανάδυση τόσο του προσώπου όσο και κατ’ επέκταση των καλλιτεχνικών-ποιητικών εκφορών, που διαφοροποιούνται συν-σχηματίζοντας ένα μεταβλητό «ολικό» πλέγμα, εντός και μέσω του οποίου συμβαίνουμε ως διακριτές εκφάνσεις και άρα, σε τελική ανάλυση, συν-υπάρχουμε. 

Ας μην κλείσουμε όμως έτσι, αλλά επιστρέφοντας τον λόγο στον 25χρονο ποιητή που έγραφε το 1969: «Θυμάμαι / τις πατημασιές στην άμμο / καθώς έτρεχες σαν ζαρκάδι /έξω απ’ τη γέφυρα του κόσμου […] Και τα μαλλιά σου / κάμποι πυρρόξανθοι / παίζανε με σαφήνεια στο καλοκαίρι. / Θυμάμαι / κι η καρδιά μου στενεύει», ή, δύο χρόνια νωρίτερα, το 1967: «Κάποτε θα βρεθούμε πίσω απ’ τον ήλιο […] θ’ ανακαλύψουμε μες στην ψυχή μας / μια πόλη χωρίς αρχιτεκτονική» («Κάποτε»).