ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Μαρία Στασινοπούλου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ανιχνεύοντας τη σχέση μύθου και ιστορίας και ανατέμνοντας τους συμβολισμούς, κάτι που δεν κάνει για πρώτη φορά η καταξιωμένη και πολυβραβευμένη Ρέα Γαλανάκη, στο καινούργιο της βιβλίο ασχολείται με δύο γυναικείες φιγούρες-θεές. Η μία είναι η «Αθηνά βοσκοπούλα», έργο από πηλό του Γιαννούλη Χαλεπά, και η άλλη είναι η βασιλοπούλα της μινωικής Κρήτης Αριάδνη, γνωστή από τον μίτο με τον οποίο βοήθησε τον Θησέα να μπει στις δαιδαλώδεις στοές του «μεγάλου λαβυρίνθου» και να σκοτώσει τον Μινώταυρο. 

Στην πρώτη νουβέλα βέβαια το θέμα δεν είναι ακριβώς η «Αθηνά βοσκοπούλα» αλλά, μέσω αυτής, συνεκδοχικά, η ζωή του ίδιου του πλάστη της, του Γιαννούλη Χαλεπά. Η αφήγηση έχει τη μορφή πληθυντικού λόγου, με πολύ σεβασμό διατυπωμένου, σαν αναφορά ή γράμμα, προς τον δημιουργό∙ ένα πρόσωπο σπουδαίο, με ζωή μυθιστορηματική, ανάμεσα στον θαυμασμό και τη λύπηση. Μάρμαρο, γύψος, πηλός, διαδοχικά, τα υλικά της τέχνης του. Νηφαλιότητα, τρέλα, εγκλεισμός, επιστροφή στον κόσμο, η πορεία της ζωής του. 

Απομονώνοντας λίγες από τις πολλές αποστροφές της Γαλανάκη προς τον Τηνιακό γλύπτη έχουμε ήδη μια εικόνα αυτής της ταλαιπωρημένης και μεγαλειώδους ψυχής: «Εσείς, ο πάντα φειδωλός στις λέξεις»∙ «εσείς ο ολιγαρκέστατος στα πάντα»∙ «εσείς βγήκατε πάντα νικητής. ΄

Ενας κουρελιασμένος έστω νικητής»∙ «σας αρέσαν, άλλωστε, οι συμπαγείς πυκνές συνθέσεις, οι καθάριες επιφάνειες, η στέρεη ισορροπία όγκων και γραμμών»∙ «σας γοήτευαν οι συμβολισμοί»∙ «εσείς, της τελειότητας ο μύστης», «ένας παρίας καλλιτέχνης», «εσείς, ο αναμφισβήτητα πιο αναγνωρισμένος και σπουδαίος στη νεότητά του γλύπτης στην Ελλάδα, με σπουδές στην Αθήνα και στο Μόναχο»∙ «εσείς, ένας διάσημος και τιμημένος»∙ «εσείς, ο τρελός βοσκός στα βουνά της Τήνου»∙ «εσείς, ο τρελός του χωριού στον Πύργο»∙ «εσείς, ο κουρελής βοσκός, ο σταματημένος γλύπτης». 

Στα περίπου τριάντα χρόνια (1902-1930) που έμεινε ο Χαλεπάς στην Τήνο, δούλευε αποκλειστικά τον πηλό και ήταν καλλιτέχνης μόνο για τον εαυτό του. Σε αυτή την εποχή η Ρέα Γαλανάκη αναζητά, με τρόπο διεισδυτικό, τις απαρχές και την πεμπτουσία της τέχνης. Η εξήγηση φωλιάζει στο μεγαλοφυές μότο της αρχής: «Είναι ηλίθιοι οι άνθρωποι που θέλουν τη θεά της Σοφίας με περικεφαλαία και δόρυ. Πιο πολύ ταιριάζει σε βοσκοπούλα». Είναι η απάντηση που έδωσε ο γλύπτης σε κάποιον από τους πολλούς επισκέπτες του στο σπίτι της οδού Δαφνομήλη στην Αθήνα, όταν τον ρώτησε για ποιο λόγο έφτιαξε την Παλλάδα Αθηνά σαν μια Τηνιακή βοσκοπούλα. 

Η Γαλανάκη, για να οδηγηθεί στην αλήθεια, αναπλάθει τη βιογραφία του Χαλεπά με συνεχείς ερωτηματικές προτάσεις πολλαπλών εκδοχών στον ίδιο τον γλύπτη. Αναδιπλούμενη ελικοειδής γραφή, που κάνει κύκλους, με αναδρομές και λεπτομέρειες σαν παραμύθι. Εσωτερικά εμφανής αρμός και δομικά κλειδιά της αφήγησης, η επανάληψη λέξεων και φράσεων, επακριβώς διατυπωμένων ή ελαφρώς διαφοροποιημένων, και η ρητορική ερώτηση που εμπεριέχει όμως την απάντησή της. Στην επανάληψη προβάλλονται οι στιγμές που στοιχειώνουν και στιγματίζουν τη ζωή του ανθρώπου.

Στην περίπτωση του Χαλεπά ο κατακερματισμός του βίου του: στα χρόνια της νεότητας, μέχρι τα τριάντα επτά του, στα σχεδόν δεκατέσσερα χρόνια του εγκλεισμού στην Κέρκυρα, η επιστροφή στην Τήνο ως βοσκός, σχεδόν τριάντα χρόνια, τα τελευταία οκτώ χρόνια στην οδό Δαφνομήλη στην Αθήνα. 

Εκτός από την πολλαπλώς ενδιαφέρουσα και μοναδική στην πύκνωσή της βιογραφία του καλλιτέχνη, ή μάλλον μέσα και από αυτήν, η Γαλανάκη επιχειρεί και μια εύστοχη εικαστική προσέγγιση του έργου του. 

Στη δεύτερη νουβέλα «Εγώ, η Αριάδνη» η συγγραφέας επιλέγει μια γυναικεία μορφή που τη συνδέει τόσο με τα παιδικά της χρόνια στην Κρήτη, «ένα σύμπαν ονείρων και μυσταγωγιών», όσο και με τις αρχαιολογικές της σπουδές στην Αθήνα. Αναζητά μέσα από βαθιές ανατροπές τη σύγκρουση του παλιού με τον νέο κόσμο. Εκμεταλλεύεται το δικαίωμα ερμηνείας των μύθων και δίνει τη δική της εκδοχή. «κάθε ιστορία, ακόμη και μια ερωτική ιστορία (ή προπαντός αυτή) λέγεται αλλιώς, ανάλογα με το ποιος την αφηγείται» λέει η ίδια.

Κινείται σε αφηγηματικά δίπολα: θεοί-θνητοί, άνδρας-γυναίκα, έρωτας-προδοσία, ενοχή-τιμωρία, φονιάς-σκοτωμένος, θύτης-θύμα, ουράνιο καθεστώς-επίγειοι θρόνοι, η πληβεία τρυφερότητα-η βασιλική και ιερατική ζωή, για να παρακολουθήσει τη μετάβαση από τη μινωική, προελληνική εποχή, στην ελληνική «νέα τάξη» πραγμάτων που εκπροσωπεί ο Θησέας. Ενδελεχής και ψυχολογικά δαιμόνιος ο τρόπος που η συγγραφέας βάζει την Αριάδνη, πρωτοπρόσωπα, με το εμφατικό εγώ, να στοχάζεται και να δικαιολογεί τα πάθη, τις ευθύνες και το ριζικό της.

Με επίμετρο στο τέλος η Γαλανάκη κρίνει σκόπιμο να εκθέσει την πορεία της σκέψης και την εξελικτική διαδικασία από την οποία προέκυψε το κάθε ένα από τα δύο κείμενα και να επιβεβαιώσει τη σαγήνη που ασκούσαν πάνω της και ο Χαλεπάς και η Αριάδνη. Το Επίμετρο αυτό, παρά το εξαιρετικό του ενδιαφέρον που αποτελεί ουσιαστικό βοήθημα για τον μελετητή της φιλολογίας, δεν ξέρω πόσο απαραίτητο είναι για τον απλό αναγνώστη, εφ’ όσον οι νουβέλες λειτουργούν δραστικά από μόνες τους. 

Και για να κλείσουμε κυκλικά την ανάγνωσή μας, το κοινό στοιχείο που συνδέει τις δύο νουβέλες και τις κάνει να συγκατοικήσουν είναι η προσωπική, συναισθηματική και λογική, εμπλοκή της συγγραφέως με τις δύο εμβληματικές μορφές: του Γιαννούλη Χαλεπά μέσω της «Αθηνάς βοσκοπούλας» και της Αριάδνης, ιέρειας της υφαντικής και των νημάτων.