Το ολοκληρωμένο έργο ενός συγγραφέα, όσο αμβλύνεται η ψαλίδα του χρόνου αφού ο ίδιος έχει φύγει, ανοίγεται σε δύο βασικές κατευθύνσεις: η μία είναι αυτή των αναγνώσεών του, ακαδημαϊκών και άλλων, η άλλη εκείνη των χρήσεών του.
Εδώ περιλαμβάνεται μια πλατιά γκάμα εισχωρήσεων του έργου σε διάφορους τομείς, από τις επιδράσεις που άσκησε σε άλλους συγγραφείς, το πώς αναγνώρισαν εαυτόν σε διάφορα ζητήματα ύφους και θεματικής, μέχρι το πώς, πού και από ποιους ανασύρονται ή αξιοποιούνται κάποια κείμενά του: προσφάτως για παράδειγμα βλέπουμε κείμενα του Ιωάννου δραματοποιημένα όχι μόνο σε ευφάνταστες θεατρικές παραστάσεις, αλλά και για το θέατρο σκιών.
Πρωτεύουσα όμως σημασία ανάμεσά τους για την επιβίωση και ευρύτερη διάχυση του έργου, έχει το κατά πόσο αυτό έχει διεισδύσει στο χώρο της εκπαίδευσης, της δευτεροβάθμιας εκ πρώτης και ακολούθως της τριτοβάθμιας. Πρόκειται για ένα άτυπο δίκτυο που προσφέρει οιωνοί χάρτες σε δυνητικούς χρήστες, χαράσσοντας διαδρομές, υποδεικνύοντας σταθμούς, τρόπους να κυκλοφορεί κανείς στο έργο αυτό ως αναγνώστης ή κάποιος που μιλά/ τοποθετείται επ’αυτού. Ένα ερώτημα που τίθεται εδώ είναι αν γίνεται και ο Ιωάννου όσο περνά ο καιρός από το θάνατό του ένας από εκείνους τους συγγραφείς για τους οποίους θα μπορούμε να μιλάμε χωρίς να τους έχουμε (πραγματικά) διαβάσει.
Κι αυτό το ερώτημα δεν είναι παρά η αιχμή ενός ευρύτερου: το αν και κατά πόσο εξακολουθεί γενικότερα να διαβάζεται ή να επιβιώνει. Πάντως, όπως κάθε δίκτυο, έτσι και το συγκεκριμένο έχει τις διασταυρώσεις, τις παρακάμψεις, τις τυφλές στροφές και τα αδιέξοδά του.
Στην περίπτωση του έργου του Γ. Ιωάννου, μια χρόνια παράκαμψη διαπιστωνόταν ως προς το θέμα του φύλου, κάτι διόλου ασύνηθες για ομοφυλόφιλους συγγραφείς, ιδίως όταν το έργο δίνει προσφυέστερα, πιο ανώδυνα θέματα προς εκτύλιξη. Γίνονταν βέβαια πάντα αορίστως αναφορές σε ερωτική ανορθοδοξία, αλλά χωρίς αυτή να αντιμετωπίζεται ως κλειδί που μπορεί να ξεκλειδώσει ιδεολογικά ζητήματα – τα οποία εντούτοις τα κείμενά του έθεταν εξαρχής και εξακολουθητικά.
Εδώ βέβαια ένας όψιμος κίνδυνος εντοπίζεται στο να φτάσουμε στο άλλο άκρο, να θεωρήσουμε τη γραφή του queer λογοτεχνία, κάτι που θα ήταν αδόκιμο όχι επειδή θα φορούσαμε ένα φανταχτερό, υπερμοντέρνο ρούχο σε έναν συγγραφέα που μιλούσε για μπαγιάτηδες κ απεχθανόταν μόδες παντός τύπου, αλλά επειδή το έργο του δεν κάνει το τολμηρό προχώρημα που έδειχνε αρχικά να ευαγγελίζεται.
Για την ακρίβεια, στις λίγες φορές που το επιχείρησε δεν έγινε με τρόπο που δικαιώνεται λογοτεχνικά. Η μεγαλύτερη ωστόσο διασταύρωση μεταξύ τόσο των ακαδημαϊκών του αναγνώσεων όσο και των διαφόρων προσωπικών ή ιδιοσυγκρασιακών αφορά στο θέμα της πόλης: έχει διαβαστεί σε τέτοιο βαθμό από ειδικούς και μη ως συγγραφέας της Θεσσαλονίκης, ώστε το θέμα αυτό να έχει υπερκεράσει οποιοδήποτε άλλο, καθιστώντας ορισμένα κείμενά του γνώριμο λογοτεχνικό περίπατο στο σώμα της Νύμφης του Θερμαϊκού – «είσαι η Νύμφη και είμαι ο Νυμφίος» θα πει σε ένα από τα πιο γνωστά κείμενά του που της αφιερώνει, το περίφημο «Με τα σημάδια της πάνω μου».
Είναι ωστόσο άλλο να διαβάζουμε το «Με τα σημάδια της πάνω μου» ως συγγραφική δήλωση/αποτύπωση των σημαδιών που έχει αφήσει η πόλη πάνω στο έργο του Ιωάννου, κ άλλο να το δούμε ως ολική επαναφορά ενός συγγραφέα που λίγο πριν κατηγορήθηκε για επαρχιωτισμό κι επανέρχεται δριμύτερος στην κοιτίδα της «παρεξήγησης» με ένα εμφατικό, βιρτουοζικό ξαναγράψιμο των σπουδαιότερων συγγραφέων της πόλης αυτής που τους ανα-συνθέτει όλους με βάση τη δική του μορφή, σαν σύγχρονος Archiboldo. Τα κείμενα είναι και απαντήσεις/διορθώσεις κάποιων προσλήψεων που βιώθηκαν ως παραχαράξεις.
Δεν διακρίνουμε ή δεν διαβάζουμε με πληρότητα την πορεία ενός συγγραφέα αν δεν σταθούμε στην κοινωνιοποιητική του έργου και επιμείνουμε να τη δούμε μόνο ως ποιητική. Το κοινωνικό περνά και ως ανθρωπογεωγραφία, κυρίαρχη ιδεολογία, τύχες και ατυχήματα, προσωπικά και καλλιτεχνικά, και όλες αυτές του οι εκφάνσεις είναι συνδιαμορφωτικοί παράγοντες του έργου. Με έναν τρόπο βιογραφία του έργου είναι σε μεγάλο βαθμό και η βιβλιογραφία του. Τα δικά της σημάδια οφείλουμε επίσης να διαβάζουμε πάνω του ώστε να την ανασυστήσουμε.
Ευαίσθητος ο ίδιος ο Ιωάννου απέναντι στην κριτική που δέχτηκε, ίσως και ευερέθιστος για ορισμένους («ο Μαρωνίτης είναι η Τουρκία κι εσύ η Ελλάς», θα φτάσει να πει, και θα περάσει αμέσως στην έκδοση του περιοδικού Φυλλάδιο, που έγραφε εξολοκλήρου, τύπωνε και διένειμε μόνος του και υπήρξε μία ακόμη απαντητική χειρονομία, στην επίθεση, όπως τη βίωσε, Μαρωνίτη), θα αναλωθεί σε μια σειρά κινήσεων οχύρωσης μετά το συμβάν αυτό, που θα ολοκληρώσουν την εργογραφία του με ένα καταληκτικό, πολλαπλά αυτοσχολιαστικό μέρος.
Το εκτενές «Εις εαυτόν» θα είναι το τελευταίο κομμάτι αυτής της επιχείρησης, που περιλαμβάνεται στην Πρωτεύουσα των προσφύγων, την οποία μαζί με το Δικό μας αίμα ο συγγραφέας έβλεπε σαν το δεύτερο μέρος μιας τριλογίας της Θεσσαλονίκης, που όμως δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει.
Το «Εις εαυτόν» είναι μια παρακαταθήκη που δεν μπορεί να προσπεράσει κανείς, που οφείλει αντιθέτως να την προσπελάσει, είτε αναζητά έναν ορισμό του πεζογραφήματος, της ειδολογικής πατέντας του Ιωάννου στη νεοελληνική πεζογραφία, είτε θελήσει να δει τη διαδρομή του από την αρχή – πώς προέκυψε καθένα από τα βιβλία του, τι και πώς οδήγησε στην ορισμένη τους ακολουθία – και μέχρι το πέρας της. Το κείμενο αυτό γράφεται το 1984, λίγους μήνες πριν από το θάνατό του, και συνιστά, μαζί με ένα ακόμη που προηγείται στο βιβλίο, το «Μία μικρή επέτειος», μια συνολική επισκόπηση της καριέρας του straight from the horse’s mouth, για να το πούμε με έναν τρόπο, σε μία γλώσσα, που ο ίδιος δεν θα προτιμούσε.
Αν και τα δύο στοιχεία που υπαινίσσομαι εδώ ο ίδιος ο Ιωάννου τα αποστρεφόταν, αφενός το ξενικό ή το σύγχρονο όπως έχει διαμορφωθεί από τις τεχνολογικές εξελίξεις [έχει εκφραστεί αρνητικά για μια σειρά σχετικών θεμάτων, που σήμερα, ίσως και στην εποχή του, θα ξένιζαν: από τις πολυκατοικίες, μέχρι τον τουρισμό ή το αυτοκίνητο], αφετέρου το πώς θα εισχωρούσαν στο έργο του «οι τυμβωρύχοι των γραμμάτων» με τις δικές τους ερμηνείες και εννοιολογήματα, εντούτοις είχε έναν τρόπο να είναι σύγχρονος ή και πρωτοποριακός τόσο ως προς τους συγχρόνους του όσο και ως προς τους μεταγενέστερους.
Αν, όπως λέει ένας σύγχρονος αμερικάνος συγγραφέας (Junot Diaz), υπάρχουν δύο ειδών συγγραφείς, αυτοί που γράφουν για τους συγγραφείς και εκείνοι που γράφουν για τους αναγνώστες, ο Ιωάννου φάνηκε εξαρχής πως έγραφε και για τους δύο, άνοιξε μάλιστα καινούριους δρόμους και για τους δύο. Σε ό,τι αφορά τους συγγραφείς, καινοτόμησε σε μορφολογικό επίπεδο: με τη σύντομη, κρυπτική αλλά ευρύχωρη ως προς ποικίλες παρεκβάσεις φόρμα, επιδεικνύοντας παπαδιαμάντεια αδιαφορία ως προς τα βασικά στοιχεία μιας αφηγηματικής σύνθεσης, άνοιξε έναν άλλο δρόμο ανάμεσα στο διήγημα, το δοκίμιο και το χρονογράφημα, δημιούργησε το δικό του υβριδικό αυτο-κίνητο, το πεζογράφημα.
Και με όχημα το νέο αυτό είδος, οδήγησε τόσο δικές του ανάγκες, όπως αυτήν της εξομολόγησης – χωρίς όμως το ρίσκο της πλήρους έκθεσης, όσο και ευρύτερες, όπως αυτές της λογοτεχνίας της εποχής του, σε νέες κατευθύνσεις. Έτσι μάλιστα συναντήθηκε και με το ευρύτερο κοινό: μπορεί πρωτεύουσα ή εύλογη αναγνωστική ανάγκη του κόσμου κατά τα μεταπολεμικά και μετεμφυλιακά χρόνια να ήταν η ιστορική ή πολιτική Αλήθεια (οι αναγνώστες περίμεναν να διαβάσουν και οι συγγραφείς από τη μεριά τους αναζητούσαν τι έφταιξε και δεν πήγαν καλά τα πράγματα στη χώρα μας μεταπολεμικά, ποια Αλήθεια ήταν η περισσότερο έγκυρη ως προς την εμφυλιακή πληγή, εκείνη της Αριστεράς ή εκείνη της Δεξιάς), το έργο όμως του Ιωάννου αφήνει πίσω του το πολιτικό υπό τη στενή κομματική έννοια, εστιάζεται εξαρχής στην ιδιωτική και όχι στη δημόσια σφαίρα, στη σύντομη και όχι στη μεγάλη αφήγηση – το μυθιστόρημα ή το εκτενές διήγημα, στις μικρές, ατομικές αλλά όχι λιγότερο άβολες αλήθειες.
Αυτή είναι επίσης μια αναδυόμενη ανάγκη των ανθρώπων των αστικών κέντρων, συχνά ανερμάτιστων μέσα στο πλήθος: το θραυσματικό, το αποσπασματικό, δεν λογίζεται πλέον ως ελλειμματικό. μπορεί αντιθέτως να δώσει έως και τυφλωτικές αντανακλάσεις των εμπειριών τους, καθώς οι ολικοί καθρεπτισμοί και οι μεγάλες αφηγήσεις που είθισται να τους υποστηρίζουν, αρχίζουν ήδη να τρίζουν, και τα υποκείμενα μετεωρίζονται ανάμεσα σε κοινωνικές συμβάσεις και κατηγοριοποιήσεις που δεν τα καλύπτουν.
Η ανάδυση βέβαια του προσωπικού, περισσότερο ή λιγότερο συγκαλυμμένη, κάποτε καβαφικώ τω τρόπω κρυπτογραφημένη, δεν γίνεται ως αυτοβιογράφηση – αυτό θα γίνει μαεστρικά την ίδια εποχή από τον Ταχτσή, τόσο ως προς τη μεγάλη όσο και ως προς τη σύντομη φόρμα, με Τα ρέστα – καθώς το πεζογράφημα δεν διαθέτει ήρωες ή πλοκή, αποφεύγονται έτσι οι απευθείας ταυτίσεις. Διαθέτει όμως απαράμιλλη βιωματική ζεστασιά, έναν ψυχικό βηματισμό που μοιάζει να ακολουθεί, να παρακολουθεί τα εσωτερικά κινήματα του αναγνώστη. «Είχε το δώρο των σπλάχνων» όπως θα πει ο Δ. Σαββόπουλος. «Ήταν άνθρωπος με ρωγμή απ΄όπου είχε μπει η θεία χάρις» όπως το αποδίδει με τη θερμοκρασία της δικής του φωνής στη «Δασκάλα».
Ο μοναχικός περιπλανώμενος των κειμένων του Ιωάννου μέσα στην πολυπληθή μοναξιά του, βρίσκει το κατάλληλο άντρο, το δικό του «κελί» μέσα στην πόλη, για να συναντηθεί με τους άλλους, να γίνει συν-γραφέας, κάποιος που γράφει με/για κάποιον άλλο.
Νομίζω πως την ενδεδειγμένη αφετηρία για μια ουσιαστική εξόρμηση στο συγγραφικό του σύμπαν μάς την προσφέρει ο ίδιος ο Ιωάννου, με «Τα κελιά», βάζοντάς τα ακριβώς στο σημείο εκκίνησης, κάνοντάς τα το κείμενο που ανοίγει το πρώτο του βιβλίο – ίσως το αξεπέραστο. Δεν είναι το κείμενο που γράφει πρώτο, αυτό είναι « Οι κότες» που ακολουθούν στο βιβλίο, το γεγονός όμως ότι «Τα κελιά» προτάσσονται σε ολόκληρο το συγγραφικό οικοδόμημα δεν είναι χωρίς σημασία. Ένας τόπος του εγκλεισμού, τόσο του αναγκαστικού, του τιμωρητικού, της φυλακής, όσο και του εκούσιου, του εξαγνιστικού, μια και αφορά επίσης στο χώρο του μοναχού, μπερδεύει εξαρχής εγκληματίες και ασκητές, το ιερό και το βέβηλο.
Το κείμενο φέρνει στην επιφάνεια μια κρυμμένη ισοτοπία που υποδεικνύει η ίδια η γλώσσα, κάνοντας χρήση της ίδιας λέξης και για τις δύο διαμετρικά αντιθετικές περιπτώσεις και την κατευθύνει συνειρμικά στην ιδεολογική του στόχευση, εμπλέκοντας en passant έναν άλλο στενό και κλειστό χώρο, αυτόν του αποχωρητηρίου, του σπιτιού αρχικά, του στρατού ακολούθως. Πολύ γρήγορα το καθαρό και το βρώμικο, το δημόσιο και το ιδιωτικό, το πάνω και το κάτω κοινωνικά έχουν ανακατευτεί, οι βεβαιότητες για κοινωνικές και ηθικές κατηγοριοποιήσεις και ιεραρχήσεις έχουν υπονομευτεί: οι εκκλησίες δεν παρέχουν τα προνόμια που έχουν οι φυλακές δηλώνεται στην αρχή του κειμένου, δεν προσφέρονται για απομόνωση και συγκέντρωση του πνεύματος και της ψυχής, ενώ αντιθέτως τα αποχωρητήρια στο τέλος του γίνονται προνομιακοί τόποι για βαθιά ανάγνωση αλλά και γραφή.
Με το πρό-σχημα του στενού και κλειστού χώρου «που συγκεντρώνει το πνεύμα και την ψυχή. τα σφίγγει με το Θεό» τα ισχύοντα έχουν ανεπαισθήτως, χαμηλόφωνα αλλά σθεναρά, ανατραπεί. Όπως λέει ο ίδιος ο αφηγητής εξάλλου από τις πρώτες γραμμές του κειμένου «Εκείνο που μετρά περισσότερο είναι ο τόνος της διαμαρτυρίας. ούτε θρασύς, ούτε και να λυγίζει». Για να συνεχίσει: «Δύσκολο όμως να πετύχεις το σωστό τόνο, όταν σε κοιτάζουν τόσοι και τόσοι περιμένοντας αυτό ακριβώς το πράγμα», αναφερόμενος στα Δικαστήρια όπου υποτίθεται πως περιφέρεται ετοιμάζοντας απολογίες – χωρίς να έχει διαπράξει κάποιο αδίκημα, από μια ασαφή ακόμη ενοχή. Τα Δικαστήρια προφανώς δεν αναφέρονται εδώ σε ένα άγχος κρίσης μόνο σε κοινωνικό ή ηθικό επίπεδο, αλλά και σε καλλιτεχνικό.
Το άτυπο «δικαστήριο» που συνιστούν οι άλλοι συνάδελφοι, πρωτοκλασάτοι και δευτεροκλασάτοι συγγραφείς της εποχής, κριτικοί και ποικίλοι αναγνώστες, κεντράρεται από την αρχή ευκρινώς εδώ. Από τον ψευδο-Λογγίνο εξάλλου και μέχρι τον Χ. Μπλουμ, έτσι αντιμετωπίζεται η είσοδος του νεοεισερχόμενου στο λογοτεχνικό πεδίο, ως ανοιχτή διαδικασία κρίσης – αυτό υφίσταται κανείς όταν πρωτοδημοσιεύει, και θα εξακολουθεί να δίνει αντίστοιχες «εξετάσεις» και στη συνέχεια, με κάθε νέα του κατάθεση. Ο αφηγητής του Ιωάννου, από το πρώτο του φανέρωμα, γνωρίζει πολύ καλά ότι τα πάντα στη λογοτεχνία είναι θέμα ύφους.
Ενώ όμως η θεματική δεν θα αλλάξει, το ύφος του θα τροποποιηθεί: «Βαρέθηκα πια να μιλάω μόνο με το πάνω μέρος μου, με τη λαδιά της ψυχής μου. Θέλω να ανακατώσω πια το καζάνι, να βγάλω στο φως τα κατακάθια, ακόμα και τις κοτρόνες» θα δηλώσει στο τελευταίο του βιβλίο, την Καταπακτή. «Θα σκαλίζω πια με την κουτάλα μου στον πάτο του καζανιού μου και ό,τι βγάλω. Όποιοι θέλουνε λαδιά, αστραφτερά και επιπόλαια ροφήματα, να πάνε σε άλλου μάγερα το καζάνι». Ενώ λοιπόν από την αρχή και μέχρι το τέλος είναι ίδιο το θεματικό-ιδεολογικό επίκεντρο – η ανάδευση του πάνω και του κάτω, το ανακάτεμα, η ανατροπή – υφολογικά οι τόνοι έχουν ανέβει κατά πολύ.
Συγχρόνως έχει συντελεστεί ένα προχώρημα από την υπαινικτικότητα στην καταδήλωση. Ο «βιρτουόζος των υπαινιγμών» όπως ο Ιωάννου αποκάλεσε τον Καβάφη, κι όπως κι ο ίδιος αναγκάστηκε να γίνει «ώστε και τις αλήθειες του να λέει κι από τους δράκους να ξεφεύγει» σύμφωνα με την έκφρασή του, έχει σταδιακά, από τον Επιτάφιο θρήνο και εξής, γίνει κάποιος που προσπαθεί να πει τα πράγματα, τις αισθήσεις, τα αισθήματα και τα πρόσωπα με το όνομά τους. Με τη διαφορά ότι το προχώρημα δεν είναι τεχνοτροπικό όπως στον Καβάφη, ο οποίος περνάει από τον συμβολισμό στο ρεαλισμό, όπου τα «Παράθυρα» για παράδειγμα, ή «Τα τείχη» παύουν να είναι ένα σύμβολο αναζήτησης ενός ανοίγματος τα πρώτα ή ενός επώδυνου εγκλεισμού -αποκλεισμού τα δεύτερα και γίνονται σταδιακά στο έργο του το συγκεκριμένο πράγμα ή ο χώρος. Είναι περισσότερο μια ανάγκη προσωπική για εξομολόγηση ανοιχτή, δημόσια, δίχως κάλυψη. Μόνο που στη λογοτεχνία δεν δικαιώνονται απαραίτητα οι ενδόμυχες, αδήριτες ανάγκες όσο ο τρόπος που αυτές ισορροπούν σε υφολογικές ή δημιουργικές τους αποδόσεις.
Αν μπορούμε ωστόσο να θεωρήσουμε τον Ιωάννου ίσως τον καβαφικότερο από τους πεζογράφους μας και σίγουρα έναν από τους πιο αντιπροσωπευτικούς αν όχι τους καλύτερους συγγραφείς της νεοελληνικής λογοτεχνίας, αυτό έχει να κάνει με το ιδιαίτερο στίγμα της γραφής του, της βαθιά προσωπικής, ιντιμιστικής, στις καλύτερές της στιγμές, με καίριες όμως κοινωνικές αιχμές. Και στον τρόπο του να σκηνοθετεί συνευρέσεις και περιπλανήσεις μέσα στο αστικό σκηνικό, ασχέτως αν αυτό είναι αθηναϊκό ή της Θεσσαλονίκης – αφού οι χώροι όπου εστιάζει και στις δύο πόλεις είναι αντίστοιχοι: Πλατείες «Αγ. Βαρδαρίου» ή Ομόνοιας, λαϊκά ξενοδοχεία, ευρύτερα χώροι όπου θάλλει το λαϊκό στοιχείο, ο κόσμος του μόχθου. Εκεί εντοπίζεται για εκείνον η γνησιότητα, εκεί η ομορφιά, ηθική και φυσική, ο ανδρισμός και η ανδρεία, με την έννοια της γενναιότητας να αναλαμβάνεις τις επιθυμίες σου χωρίς υποκρισίες ή υποταγές σε κοινωνικές επιταγές.
Αντίθετα οι υψηλά ιστάμενοι κοινωνικά, λογής θεσμικά υποκείμενα, στρατηγοί, δεσπότες κ.ά. αποδεικνύονται κατώτεροι, σαθροί (όπως χαρακτηριστικά φαίνεται ήδη στο κείμενο που κλείνει το Για ένα φιλότιμο, τη «Λυσσασμένη αγελάδα» αλλά και στη συνέχεια του έργου του). Υπό αυτήν την έννοια η αστική του σκηνογραφία παρουσιάζει ιδεολογικές προεκτάσεις παράλληλες με τις καβαφικές.
Όπως στον Καβάφη κάτω από «το ακάθαρτο», το «στενό σοκάκι», στο λαϊκό κρεβάτι, ανθούν γνήσια αισθήματα και συνευρέσεις, έτσι στον Ιωάννου πάνω σε ακάθαρτα σώματα, χρήστες ουσιών και παρανόμους, μπορεί να ανθίσει «ωσάν βασιλικός στην κοπριά, ο Σταυρός του Χριστού», όπως λέγεται στον «Λογοτιμήτη», το δίδυμο ως προς «Τα κελιά» κείμενο από τη Σαρκοφάγο, αφού κ εδώ για φυλακές και μοναστήρια γίνεται λόγος, και προκρίνονται και πάλι οι πρώτες. Ο συγγραφέας μάλιστα φαίνεται να βρίσκει πραγματικά σημεία που επιβεβαιώνουν την ψυχική του γεωγραφία: η δράση στο «Λογοτιμήτη» τοποθετείται στα δύο πόδια της Χαλκιδικής, που το πρώτο στεγάζει φυλακές, ενώ το τρίτο, το Άγιον Όρος, μονές. Κι ανάμεσά τους ο αφηγητής βλέπει να «πλαταγίζει φαλλός τεράστιος, η Σιθωνία».
Ο τρόπος που εμπλέκεται το τιμωρητικό, το σεξουαλικό, το θρησκευτικό και το ασκητικό έχει πλέον λάβει τη δική του σφραγίδα. «Ουκ οίδασιν ότι το σώμα ημών ναός του εν ημίν Αγίου Πνεύματος εστίν; Πώς μπόρεσε λοιπόν να χωρέσει τόση βρωμιά;» διερωτάται ρητορικά, θυμίζοντας αντίστοιχες διερευνήσεις του Ζ. Ζενέ, του άγιου και μάρτυρα, όπως θα τον αποκαλέσει ο Ζ-Π. Σαρτρ, μια και εκείνος θα κάνει το ίδιο του το σώμα πεδίο τους, όντας όχι μόνο θαυμαστής του κάλους που εγκλείουν εγκληματικές μορφές και πράξεις αλλά και δράστης τους. δεν θα γράψει μόνο γι’αυτές.
Και ο Ιωάννου δεν θα πάψει να αναζητά τους «δικούς του Άγιους» μέσα στην πόλη και να διακρίνει τη λάμψη τους σε λογής κακοπαθημένους και λαϊκά κορμιά, μέσα σε λαϊκά σινεμά, σφαγεία, εβραϊκά μνήματα όπου φτερουγίζουν ερωτικά συμπλέγματα – ασχημονούν θα έλεγε κάποιος άλλος. Ο ίδιος όμως τα βλέπει σαν ανδρικές μορφές με φτερά αγγέλων όπως εκείνες που ζωγράφιζε ο Τσαρούχης.
Έτσι τα αποτύπωσε και η δική του τέχνη, εκτοξεύοντας τα δικά της πυροτεχνήματα στον ουρανό της νεοελληνικής λογοτεχνίας.
*Η Σ. Ιακωβίδου είναι Επίκουρη Καθηγήτρια Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Τμήμα Επιστημών της Εκπαίδευσης στην Προσχολική Ηλικία (Τ.Ε.Ε.Π.Η), Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης
