Αν το λογοτεχνικό σύμπαν του Τάκη Παπατσώνη απλώνεται «απέραντο» στον τόμο κριτικών κειμένων Τετραπέρατος κόσμος, α’ (1966), όσα και οι τέσσερις ενότητες του βιβλίου, στον Τετραπέρατο κόσμο, β’, με υπότιτλο ΛΗΡΟΣ ΚΑΙ ΛΟΓΟΣ. Εξωλογικό σχόλιο πάνω σε δύο ποιήματα juvenilia του Edgar Allan Poe (1976), ο κριτικός λόγος είναι εστιασμένος σε ένα πολύ μικρότερο, στην πραγματικότητα πολύ μικρό δείγμα λογοτεχνικών κειμένων, αφού «λήρος και λόγος» γίνεται για τον Edgar Allan Poe, μάλιστα όχι για το σύνολο του έργου του, αλλά για το ποιητικό, ειδικότερα για δύο πολύ πρώιμα ποιήματα. Ωστόσο, είναι ο κριτικός λόγος αυτός έργο ζωής για τον Παπατσώνη, έργο που οπωσδήποτε ήθελε να ολοκληρώσει πριν τον θάνατό του.
Είναι το βιβλίο αυτό χωρισμένο σε τρεις ενότητες, με δύο κυρίως, για τον «Ταμερλάνο» (Παπατσώνης 1976: 9-205) (“Tamerlane”, 1827) και το «Αλ Ααράαφ» (Παπατσώνης 1976: 206-409) (“Al Aaraaf”, 1829), με επιμέρους ενότητες, και το μετάφρασμα (χωρίς κριτικό κείμενο) «Ουλαλούμη» (Παπατσώνης 1976: 410-412) (“Ulalume”, 1847). Τα κριτικά κείμενα στον β’ τόμο γράφτηκαν κατά τα χρόνια 1971-1975 και είναι μέχρι το 1976 ανέκδοτα (σε αντίθεση με τον α’ τόμο, που περιλαμβάνει μελετήματα που έχουν δημοσιευθεί πριν το 1966), ωστόσο το μετάφρασμα του «Ταμερλάνου» έχει προηγουμένως δημοσιευθεί το 1957 και το μετάφρασμα της «Ουλαλούμης» χρονολογείται από το 1917. Το μετάφρασμα «Αλ Ααράαφ» από την άλλη γράφεται συγχρόνως με το σχετικό κριτικό κείμενο, επομένως είναι έργο της ωριμότητας. Στη σύντομη αυτή μελέτη θα αναφερθώ στον Poe των κριτικών κειμένων του Παπατσώνη, στον «Ποιητή που [του] επιβλήθηκε από τη δεύτερη δεκαετία της ζωής του ως τα σημερινά έσχατα χρόνια» (Παπατσώνης 1976: 408).
Ο Παπατσώνης αναφέρεται ως προς την υποδοχή του Poe στα ελληνικά γράμματα σε πρόσφατη μελέτη της Μαρίας Φιλιππακοπούλου ανάμεσα στους Εμμανουήλ Ροΐδη, Νικόλαο Επισκοπόπουλο και Νικόλαο Πολίτη (Filippakopoulou 2014). Η πρώτη επαφή του Παπατσώνη με τον Poe πρέπει να είναι το μετάφρασμα «Ουλαλούμη», που στον ΤΚ Β’ αναφέρει ότι είναι του 1917. Είναι όμως και πρωτότυπά του ποιήματα που εμφανίζουν κατά την περίοδο αυτή επιδράσεις από τον Poe, π.χ. το ποίημα “Signifer Sanctus Michael” (σε επιστολή προς τον Παλαμά το 1920), όπου έχουν εντοπισθεί από τον Π. Δ. Μαστροδημήτρη συσχετισμοί προπαντός με την «Ουλαλούμη» (Μαστροδημήτρης 1986: 1395), ενώ σε επιστολή του Παπατσώνη στον Παλαμά τον Μάρτιο του 1920 και με αναφορά στην πρόσφατη αυτοκτονία της κοινής τους φίλης Καλυψώς (Σωσώς) Κατσίμπαλη, ο Παπατσώνης περιγράφει στον Παλαμά την κατανυκτική ατμόσφαιρα κατά την οποία ανέγνωσε μαζί της το μετάφρασμά του της «Ουλαλούμης» (Μαστροδημήτρης 1986: 1397). Το 1927 (και αυτές είναι ίσως οι πρώτες σε κριτικά του κείμενα) έχουμε δύο αναφορές του Παπατσώνη στον Poe ή το έργο του.
Την πρώτη τη βρίσκουμε σε μνημόσυνο σημείωμά του για τον Στέφανο Μαρτζώκη, όπου αναφέρει τη γνωριμία του με τον ποιητή την εποχή («δεκατεσσάρων δεκαπέντε χρόνων») που διάβαζε συγγραφείς όπως ο Wilde, ο Λαπαθιώτης, ο Poe και ο Huysmans (Παπατσώνης 1927). Στη δεύτερη συσχετίζει δύο γλυπτές γυναικείες μορφές, του Ιωάννη Βιτσάρη και του Γιαννούλη Χαλεπά, με την «Ουλαλούμη» (Παπατσώνης 1966: 610-611). Το 1928 στο δοκίμιό του με τίτλο «Τραγούδια των Φυλών» (ΤΚ Α’) με αφορμή τον «Δελφικό Λόγο» του Σικελιανού επιχειρηματολογεί ότι δεν χρειάζεται «να περιβληθεί ο σημερινός άνθρωπος, ο απότοκος της εξελίξεως δεκάδων αιώνων, το ντύμα του επικού προγόνου του» (Παπατσώνης 1966: 104).
Παραδεχόμενος ότι «διακόπηκε η λαμπρή […] συνεννόηση [με τον Σικελιανό]» (Παπατσώνης 1966: 106) αναφέρεται στον «Ταμερλάνο» του Poe (που θα τον απασχολήσει πολλαπλώς αργότερα): «έχω μορφώσει την ιδέα που ένα είδος πρόγραμμα σαν του Ταμερλάνου ή τέτοιων μεγάλων ανθρώπων έχει σκαρώσει ο κ. Σικελιανός και τούτο – τηρουμένων πάντοτε εννοείται καθώς λένε των αναλογιών – ζητάει να εφαρμόσει» (Παπατσώνης 1966: 106) καταλήγοντας στο επικριτικό σχόλιο «με τέτοια λέω θολή αφετηρία, της οποίας τόσο θολή χρήση κάνει [: ο Σικελιανός], δεν μπορεί κανένας να περιμένει προκοπή» (Παπατσώνης 1966: 106).
Ακολουθούν μικρές και λιγότερο μικρές αναφορές του Παπατσώνη στον Poe σε κριτικά κείμενα, που όλες ωστόσο φωτίζουν την αγάπη του γι’ αυτόν, το έργο του, τη σχέση με το όνειρο και τη φαντασία, αλλά και τη διάθεσή του να τον συσχετίσει με προσωπικά βιώματα, συγγραφείς κ.λπ., π.χ. σε ταξιδιωτικό άρθρο του το 1936 για την Κωνσταντινούπολη κάνει έναν παραλληλισμό ανάμεσα στο «θείο διάπλου» στο Βόσπορο και το ονειρώδες και φαντασιακό των αφηγημάτων του Poe “The Domain of Arnheim” και «Landor’s Cottage» («σ’ εκείνον τον καλλιτέχνη η φαντασία του, για να μπορέσει να συλλάβει τέτοια οράματα, χρειάστηκε να καταφύγει στ’ αγαπητά του σηλητήρια», όπως λέει) (Παπατσώνης 1936).
Ο συσχετισμός του Poe με τον Baudelaire («κάτω από τη γοητευτική έλξη του μοναδικού εκείνου μετεώρου, του Έδγαρ Άλλαν Πόε») διατυπώνεται από τον Παπατσώνη σε άρθρο επίσης του 1936 (Παπατσώνης 1966: 23), ενώ σε άλλο άρθρο της ίδιας χρονιάς ο Poe χαρακτηρίζεται από τον Παπατσώνη ως «ποιητική μορφή, που δεύτερή της ίσως δεν έχει να δείξει σ’ ένταση και πάθος η ανθρωπότητα» (Παπατσώνης 1966: 30).
Το 1944 στο άρθρο του Παπατσώνη στη Νέα Εστία με τίτλο «Ο Λαπαθιώτης μετέωρο και σκιά» χρησιμοποιεί ως μότο στίχους από το ποίημα του Poe “Hymn” (Now, when storms of Fate o’ercast/ Darkly my Present and my Past) με την αναφορά «στήνεται πρώτος ψυχικός παραστάτης ποιος άλλος από τον βασιλιά του ‘φωτεινού σκοταδιού’, ο Edgar Poe (που έχει τέλεια μεταφράσει τις «Καμπάνες» του και την «Άνναμπελ Λη», μουσικότατα)», ενώ παρακάτω αναφέρει ένα περιστατικό στη διάρκεια μιας θαλασσινής εκδρομής με τον Λαπαθιώτη, κατά την οποία βρέθηκαν «σε διαρκή ατμόσφαιρα του ‘Narrative of Arthur Gordon Pym’ του Πόε»: «τόση ήταν η υποβολή που ασκούσε κυριαρχικά επάνω μας ο μοναδικός Αμερικανός» (Παπατζώνης 1944α: 87).
Την ίδια χρονιά στα «σκιαγραφήματα σαράντα χρόνων παγκόσμιας λογοτεχνίας (1875-1914)» τοποθετεί τον Poe «απάνω απ’ όλα και όλους […], εξαϋλώνει ολόκληρη την Αμερική, την αποπνευματοποιεί και την κάνει αντάξια της Ευρώπης» (Παπατζώνης 1944β). Το 1947, επίσης, θα βρούμε αναφορές στον Poe στη μελέτη του Παπατσώνη «Η σύγχρονη γαλλική ποίηση» (Β’, Η’, Θ’), π.χ. στο τελευταίο αναφέρεται ότι «οι τεχνητοί παράδεισοι, η παραδείσια πολιτεία του Πόε, οι φαντασίες του Ντε Κουίνσυ βρήκαν πολύ πρόσφορο έδαφος στη μεταφυσική ψυχή του Μπωντελαίρ» (Παπατζώνης 1947: 1309).
Το 1953 σε άρθρο του σε αφιέρωμα για το συμβολισμό, σε συνέχεια αναφοράς του στον Προρραφαηλισμό της Αγγλίας και στον Oscar Wilde σημειώνει ότι «μια σειρά απαράμιλλων πεζογράφων κυρίως πρέπει να προστεθή στη χορεία των μεγάλων τούτων καλλιτεχνών» (π.χ. ο Thomas Hardy, o George Meredith, o Robert Louis Stevenson, o Joseph Conrad) «κι απάνω απ’ όλους, ο πιο ονειρικός και μεταφυσικός, αλλά μαζί και παθητικός και μουσικότατος Αγγλο-αμερικανός Έδγαρ Άλλαν Πόε. Οι δυναμικοί και μηδενιστές σύγχρονοί μας τον έχουν προγραμματικά ξεγράψει από τα σημερινά ιδεώδη. Για πολλούς όμως μένει έστω και παράλληλα με την καινούργια φάση του κόσμου, αγαπητός, μεγάλος και γόητας» (Παπατζώνης 1953: 56).
Το 1957 είναι μια χρονιά σταθμός για το θέμα μας, καθώς συνυπάρχουν, σε έκδοση του Γαλλικού Ινστιτούτου της Αθήνας, δύο μεταφράσματα, με κοινά προλεγόμενα, η «Ανάβαση» του Saint-John Perse (Anabase, 1924) μαζί με τον «Ταμερλάνο» του Poe. Το μετάφρασμα του «Ταμερλάνου», έμμετρου ποιήματος στην πρωτότυπή του μορφή, είναι πεζόμορφο, όπως πεζόμορφο είναι και το μετάφρασμα άλλου έμμετρου στην πρωτότυπή του μορφή ποιήματος του Poe, του “Bridal Ballad” (1837), που ο Παπατσώνης μεταφράζει (άγνωστο πότε) – το τελευταίο αυτό μετάφρασμα δημοσιεύθηκε το 1998 και εσφαλμένα αναγνωρίσθηκε ως πρωτότυπο ποίημα του Παπατσώνη (Παπατσώνης 1998).
Ο τολμηρός παραλληλισμός της «Ανάβασης» με τον «Ταμερλάνο» μέσω της ελληνικής έκδοσης του 1957 προκύπτει από το θέμα των δύο ποιημάτων: «ένας νέος κι ένας γέρος βλέπουν ο καθένας από τη σκοπιά του την Κατάχτηση και τη διασπορά της ζωής τους εξ αιτίας της» (Perse 1989: 9). Πρόκειται για εκδοτικό γεγονός πολύ σημαντικό ως προς την ίδια την ουσία της μετάφρασης, τον Διάλογο ανάμεσα σε γλώσσες, εποχές, συγγραφείς, κείμενα: «Η αποκλειστικά ελληνική συμβολή στο έργο το τόσο δύσκολο, που ανάλαβα και με πολλούς δισταγμούς παρουσιάζω, έγκειται στη σκέψη που είχα να μην το παρουσιάσω μόνο, σαν απλό αλλά περίεργο Λόγο, αλλά να του προσθέσω και τον Αντίλογο, μια και τα ρεύματα τα ποιητικά – έξω τόπου και χρόνου κι αυτά – κυλάνε μέσα σε διαφορετικές φυλές και διαφορετικούς αιώνες, και μια και η τύχη έφερε να υπάρχει μέσα στις δέλτους της παγκόσμιας ποίησης ένας άξιος καθόλα Αντίλογος.
Δεν έχει, κατά τη γνώμη μου, καμία σημασία, αν ο χρόνος καταργείται ή αντιστρέφεται, αν ιστορικά ο Αντίλογος προηγήθηκε κατά ένα κάπου αιώνα, κι ο ξανανηωμένος λόγος ακολουθεί. Σημασία έχει ο ουσιαστικός Διάλογος, οι δύο φάσεις, σε δύο σημεία, σε δύο διαφορετικά χρονικά όρια της ζωής, που αντικρύζεται το ίδιο θέμα» (Perse 1989: 8-9). «Το παρουσίασα», λέει ο Παπατσώνης στον ΤΚ Β’, «εντελώς άλλο σκοπό επιδιώκοντας, σαν ένα δίπτυχο, νεανικού σφρίγους ενός κατακτητή, όπως τον εμφανίζει ο Περς […] στην ‘Ανάβασή’ του, σε αντίθεση προς τη γεροντική απογοήτευση, την αποκάλυψη στο κατώφλι του θανάτου, της ματαιότητας του Πόε» (Παπατσώνης 1976: 219).
Το 1959 στο αφιέρωμα της Νέας Εστίας στον Poe (για τα 150 χρόνια από τη γέννησή του) ο Παπατσώνης γράφει το άρθρο «Ο Πόε και η καθαρή ποίηση», που είναι το πρώτο του κριτικό κείμενο εξ ολοκλήρου για τον Poe, και δημοσιεύει το (από το 1918, λίγο μετά την «Ουλαλούμη») μετάφρασμα «Το γοητευόμενο παλάτι» (“The Haunted Palace”) ([Poe] 1959), το ενσωματωμένο στο αφήγημα «The Fall of the House of Usher» (1839) ποίημα, τα οποία δύο, ποίημα και αφήγημα, ο Παπατσώνης θεωρεί από τα τελειότερα του Poe.
Το άρθρο είναι σύντομο ωστόσο πολύ ουσιαστικό, ενώ ενδιαφέρον έχουν μεταξύ άλλων οι συσχετισμοί του Παπατσώνη ανάμεσα στον Poe και τον Προρραφαηλισμό ως προς τον «ψυχικό τόνο των έργων και των δύο» αλλά και τα «θαυμαστικά λόγια» του Paul Claudel για τον Poe, π.χ. ότι η «Ουλαλούμη» είναι από τα ωραιότερα ποιήματα που έχουν γραφεί στην αγγλική γλώσσα κ.λπ. (Παπατζώνης 1959: 1539).
Το 1967 στη μελέτη του για τον Baudelaire με τίτλο «Ο πολύμορφος και μονοειδής (ενημερωτικό σημείωμα για τον Καρ. Μπωντλαίρ)» αναφέρεται «στο τμήμα του έργου που έφερε τον γάλλο μεγαλουργό δίπλα στο πιο εκπληκτικό πνεύμα του Νέου Κόσμου» (Παπατσώνης 1967: 154), εννοώντας τον Poe: «οι αγγελικοί ή εφιαλτικοί οπτασιασμοί του Πόε ηύραν την απήχηση που τους άξιζε στον διόλου άσχετο και ασυμβίβαστο σατανισμό ή την ηδυπάθεια ή την βλάσφημη κατ’ επίφαση εμφάνιση του Μπωντλαίρ» (Παπατσώνης 1967: 154).
Ο Παπατσώνης σημειώνει ότι ο Baudelaire μόχθησε για χρόνια να μεταφράσει το πεζό έργο του Poe, «δεν αποτόλμησε να μεταφράσει τα ποιήματα, εκτός από το Κοράκι κι ελάχιστα άλλα, από σεβασμό και φόβο να μην προδώσει την αρτιότητά τους» (Παπατσώνης 1967: 154), αλλά και τις ποιητικές προτιμήσεις του Poe από την αγγλόφωνη ποίηση (αναφέρεται στο ποίημα “The Bridge of Sighs” του Thomas Hood) συμπεριλαμβανομένων των βιογραφιών του Poe (1852, 1856, 1857), σε σημείο που να μιλάει για «ταυτότητα των δύο αυτών μεγάλων μορφών» (Παπατσώνης 1967: 155) ακόμη και ως προς τεχνητά μέσα του ευδαιμονισμού.
Το 1971 σε κριτική για το μυθιστόρημα του Κ. Λότρη Ο κλέφτης των μουσείων παραπέμπει σε τρία «μοναδικά στα Γράμματα» πρότυπα «που άφησαν στη ζωή [του] σημάδια άσβυστα μέσα στο χρόνο», ανάμεσα στα οποία αναφέρεται η φανταστική αφήγηση του Poe “The Oval Portrait” (Παπατσώνης 1971α: 896). Την ίδια χρονιά σε μελέτη του για τον Valéry περιλαμβάνει στις «αισθητικές και φιλοσοφικές προτιμήσεις και συνάφειες του Ποιητή» (Παπατσώνης 1971β: 1409) το πεζόμορφο ποίημα «Εύρηκα» (“Eureka: a prose poem”, 1848) του Poe. Το 1974 σε μελέτη του για τον Byron και με αναφορά στο θέμα του όγκου των δύο από τα κυριότερα έργα του Byron (του “Don Juan” και του “Childe Harold’s Pilgrimage”) παραπέμπει στη θεωρία του Poe για την ποίηση “The Poetic Principle” (1850) και ειδικότερα στην άποψή του για το «μακρύ ποίημα», ότι δηλ. ο όρος αυτός είναι απλούστατα αντιφατικός, ενώ τα κακώς λεγόμενα «επικά ποιήματα» είναι στην ουσία άθροισμα πολλών μικρών ωραίων λυρικών ποιημάτων (Παπατσώνης 1974: 805).
Επιστρέφοντας στα μελετήματα του Παπατσώνη για τον Poe στον ΤΚ Β’, θα λέγαμε ότι τα κείμενα αυτά στο σύνολό τους είναι πολυπρισματικά και σύνθετα, επίσης ότι μπορούν να διαβασθούν πολλαπλώς, καθώς ενυπάρχουν σε αυτά στοιχεία από πολλά κειμενικά είδη, το δοκίμιο, την πραγματεία, τη βιογραφία, την αυτοβιογραφία, την ημερολογιακή γραφή, την ποίηση, με τάση για παρκεβάσεις, παρενθέσεις, συνειρμούς, συσχετισμούς, συγκρίσεις. «Αντιλαμβάνομαι πως το γραφτό μου τούτο ‘αμαρτάνει’ στη σύνθεσή του αλλά, για πολούς θετικιστές, και στη σύλληψή του, αν μπορεί να θεωρηθεί αμαρτία ένας συνειρμός αφημένος στην αχαλίνωτη ορμή της φαντασίας», γράφει ο Παπατσώνης (Παπατσώνης 1976: 157) ή, όπως αναφέρει αλλού, το κείμενό του «δίνει την ψευδαίσθηση του δήθεν κριτικού κειμένου, ενώ στην ουσία του είναι μια εντατική υποκειμενική γραφή, ένα πρόσθετο στ’ άλλο ημερολόγιο της ψυχής, ένας λήρος ζωής που πλησιάζει στο τέρμα της, αλλά που δεν εννοεί να εγκαταλείψει τις παιδικές της αγάπες, τις αστρικές της έλξεις» (Παπατσώνης 1976: 173).
Στον ΤΚ Β’ θίγονται πάρα πολλά θέματα, πολλά από αυτά είναι φυσικά για τον Poe και τα υπό συζήτηση ποιήματα, ωστόσο και άλλα πολλά για τη σχέση ζωής και τέχνης, τέχνης και ιστορικής στιγμής, για όσα τον απασχόλησαν σε όλη τη ζωή του, μεταφυσικά, προφητικά, απόκρυφα. Από την ανάγνωση του Παπατσώνη προκύπτει ότι τα δύο υπό συζήτηση νεανικά ποιήματα κρύβουν το προφητικό στοιχείο ως προς τον Poe και τη σχέση του με την ποίηση και τον έρωτα. «Αν υπάρχει κάποια δυνατότητα ερμηνείας, αυτή θα τη βρούμε, μόνο αν προσφύγουμε σε προφητικές διοράσεις και διαισθήσεις, με τις οποίες, πρέπει να το δεχθούμε, ήταν προικισμένος ο έφηβος ποιητής των πρόωρων οραματισμών» (Παπατσώνης 1976: 161).
Η κεντρική προσέγγιση του Παπατσώνη ως προς τον «Ταμερλάνο» είναι ότι «βλέπουμε τον νεαρό Πόε, στην ποιητική του δημιουργία […] να χειρίζεται ποιητικά σαν βασικό θέμα το ερειπωμένο σωματικά γεροντικό κι ετοιμοθάνατο κατάντημα αυτού που υπήρξε ο διαμορφωτής των τυχών του κόσμου, αυτού που άλλαξε το δρόμο της ιστορίας των φυλών, των γενών, των ιδεών και των ανθρώπων» (Παπατσώνης 1976: 137), «στο βάθος δεν είναι τίποτ’ άλλο παρά το αντίστοιχο του μυστηρίου της Εξομολογήσεως, του εναγώνιου, πριν από το θάνατο, ανακεφαλαιωτικού στοχασμού της περασμένης ζωής» (Παπατσώνης 1976: 137).
Για τον Παπατσώνη ο Ταμερλάνος είναι ο ίδιος ο Πόε: «Ο Πόε», λέει ο Παπατσώνης, «είδε, διαισθάνθηκε τον μελλοντικό εαυτό του, σαν έναν Ταμερλάνο του πνεύματος. Οι κατακτήσεις του ανήκαν στους κόσμους της ποιητικής φαντασίας» (Παπατσώνης 1976: 189). Τον «Τεμερλάνο» τον έχει αναφέρει και δουλέψει (μέσω της μετάφρασης) πολύ νωρίτερα, ωστόσο ο Παπατσώνης, στην προχωρημένη ηλικία, πριν από το δικό του θάνατο, ταυτίζεται επιπλέον με το μυστήριο της Εξομολογήσεως μέσω της «κριτικής» γραφής για το ποίημα αυτό, αντλώντας, σε επίπεδο ερμηνείας πλέον, από τις ποιότητες του πρώιμου ποιήματος: «Πρόωρα ωριμασμένη, δυνατή, φαντασία εισδυτική σε ύψη ουράνια, εξίσου όσο και σε βάθη ταρταρικά. ΠΡΟΦΗΤΙΚΗ. ΜΑΝΤΙΚΗ. Στο προφητικό αυτό, το μαντικό, το ονειρικό στοιχείο θα στηρίξω», γράφει ο Παπατσώνης, «την οριστική και, κατ’ εμένα, πραγματική ερμηνεία των όσων κρύφιων κρύβει το ποίημα που εξετάζω» (Παπατσώνης 1976: 136).
Σε αντίθεση με τον «Ταμερλάνο», για το «Αλ Ααράαφ», όπου εστιάζει το β’ μέρος της μελέτης, δεν προϋπάρχει το μετάφρασμα, έτσι ο Παπατσώνης ακολουθεί την μέθοδο να μεταφράζει κομμάτι-κομμάτι και στη συνέχεια να σχολιάζει, μετά δε το τέλος της κυρίως ανάλυσης και πριν τα συμπεράσματα, παραθέτει στο σύνολό του το μετάφρασμα, μάλιστα με αλλαγές. Είναι μια εν προόδω εργασία – «ο Θεός μόνο ξέρει σε ποιες νέες περιπλανήσεις πρόκειται συν τω χρόνω να οδηγηθώ» (Παπατσώνης 1976: 210) γράφει στη δεύτερη κιόλας σελίδα. Είναι επιπλέον μια συγκριτική εργασία, όπως συγκριτική ήταν η παρουσίαση του «Ταμερλάνου» (ως Αντίλογου) με την «Ανάβαση» (ως Λόγου) το 1957. «Ακριβώς αυτές τις τύψεις [: του Ταμερλάνου] έρχεται να διαλύσει το αστρικό όραμα, η βιαστική κι ανεξήγητη επίσκεψη του Αλ Ααράαφ, επίσκεψη δηλωτική αιώνιου έρωτα, απόλυτης συγγνώμης, γαλανής αποθεωτικής ευλογίας» (Παπατσώνης 1976: 218).
«Αν ο Ταμερλάνος αντιφεγγίζει και προβάλλει το δαιμονικό, το εωσφορικό Στοιχείο που βασανίζει και πλήττει τους ανθρώπους, εδώ υπερισχύει το αρχαγγελικό στοιχείο το φωτεινό, το αστρικό, σχεδόν η παρουσία της ίδιας της Θεότητας στην Μεγαλωσύνη της, όπως στη Μεταμόρφωση, στο Θαβώρ ή στο Θεοβάδιστο Σινά. Και με ποιαν απώτερη μαντική, μεταφυσική, προφητική διείσδυση στα άγνωστα τα Μέλλοντα!» (Παπατσώνης 1976: 330). Οι τροχιές του Αλ Ααράαφ, του μοναδικού εκείνου αστρονομικού φαινομένου, που φάνηκε, πλησίασε τη Γη, ογκώθηκε σε τεράστιο φως, για να οπισθοχωρήσει λίγο-λίγο και να χαθεί για πάντα «προδιέγραφαν», λέει ο Παπατσώνης, «και προοιώνιζαν την τροχιά της ίδιας, της δικής του [: του Πόε] Μοίρας, σε συνάφεια αγγελική, δεμένη με την ερωτική Μοίρα μιας άλλης ψυχής» (Παπατσώνης 1976: 310). «Ποίημα προφητικό, όραση προφήτη, προφητεία που προβάλλει το μέλλον του ίδιου του οραματιστή», γράφει ο Παπατσώνης (Παπατσώνης 1976: 310) ή αλλού «φθάνουμε δηλ. να ιδούμε σαν αποκάλυψη εμπρός μας, το θαύμα, ενός νέου, που οραματίζεται τη μελλοντική του ύπαρξη – που δεν ήταν σαν τις λοιπές υπάρξεις, αλλά μοναδική και σπανιώτατη, στις σφαίρες της Μεταφυσικής και της Απόκρυφης ζωής» (Παπατσώνης 1976: 322).
«Εδαπάνησα πέντε χρόνια για να την καταρτίσω [αυτή τη μελέτη]» (Παπατσώνης 1976: 407), λέει ο Παπατσώνης. Σε έναν προσωπικότερο τόνο: η ανάγνωση του ΤΚ Β’ με συγκίνησε, προπαντός η προσπάθεια να παρατείνει κανείς τη γραφή, επομένως τη ζωή μέσα από την Ποίηση. Ο συγγραφέας αναγκαζόταν για διαφόρους λόγους (και υγείας) να διακόπτει, ωστόσο πάντα επέστρεφε και τελικώς ολοκλήρωσε. «Το χρεωστώ στον αναγνώστη μου, αν τυχόν υπάρξει ποτέ», γράφει ο Παπατσώνης, «αλλά όπως και να είναι, το χρεωστώ κυρίως στον εαυτό μου, που τον παρακολούθησα να παραπαίει μέσα σε τόσα ερμηνευτικά σχήματα, εξίσου περιπλεγμένα, συνεχώς μεταβλητά, συγκεχυμένα, μυστηριακά, όσο κι η απειρία των σχημάτων των Αστερισμών, που δεν έπαυσαν, πολλούς αιώνες, να εξάπτουν τη φαντασία όλων όσοι περνούν τις νύχτες τους αγρυπνώντας, με προσηλωμένο το βλέμμα στα ουράνια φαινόμενα, κάθε λογής και κάθε φυλής και κάθε μορφής ανθρώπων» (Παπατσώνης 1976: 393). Νιώθω ότι το κριτικό αυτό κείμενο για τον Poe αναδεικνύει την αγάπη για την ποίηση και τη ζωή, τη γραφή, αλλά και το μαντικό, το προφητικό, το μελλοντικό λίγο πριν το θάνατο. Αν η συνέχεια της «Ανάβασης» (μπορεί να) είναι, κατά τον Παπατσώνη, ο «Ταμερλάνος» (1957) και του «Ταμερλάνου» το «Αλ Ααράαφ» (1976) ο κριτικός Παπατσώνης παρουσιάζει πτυχές του τετραπέρατου κόσμου της γραφής και της ανάγνωσης της λογοτεχνίας με (ώριμη) αφετηρία τον Poe: «κατέχομαι από τη βεβαιότητα, πως, όπου και να περιδιαβάζει η ψυχή του Πόε, δεν θ’ αγνοεί πως η πηγή κι ο πυρήνας των δικών μου λήρων είναι η ανυπόκριτη, η απόλυτη Αγάπη μου προς τη Σκιά του και προς τη Σκιά του Έργου του» (Παπατσώνης 1976: 255).
*Ο Β. Λέτσιος είναι Επίκουρος Καθηγητής στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο, Τμήμα Ξένων Γλωσσών, Μετάφρασης και Διερμηνείας.
Μαστροδημήτρης, Π. Δ. 1986. “Ο Κωστής Παλαμάς για τον Τ. Κ. Παπατσώνη (το χρονικό μιας έρευνας με γνωστά και με ανέκδοτα κείμενα)”, Εκηβόλος 14: 1369-1407.
Παπατζώνης, Τ. Κ. 1944α. «Ο Λαπαθιώτης μετέωρο και σκιά», Νέα Εστία 398: 86-95.
Παπατζώνης, Τ. Κ. 1944β. «Σκιαγραφήματα σαράντα χρόνων παγκόσμιας λογοτεχνίας (1875-1914)», Καθημερινή 18/2/1944.
Παπατζώνης, Τ. Κ. 1947. «Η σύγχρονη γαλλική ποίηση (1900-1947). Θ’ Ο μυστηριακός ερωτισμός του Μπωντελαίρ», Νέα Εστία 488: 1309-1311.
Παπατζώνης, Τ. Κ. 1953. «Η Αγγλία κι ο συμβολισμός», Νέα Εστία 635: 52-57.
Παπατζώνης, Τ. Κ. 1959. «Ο Πόε και η καθαρή ποίηση», Νέα Εστία 778: 1537-1539.
[Παπατσώνης, Τ. Κ.] 1927. «Ο Τ. Παπατσώνης για τον Μαρτζώκη», Φραγκέλιο 17/4/1927.
Παπατσώνης, Τ. Κ. 1936. «Ισταμπούλ και Μήτηρ Θεού. Σειρά εντυπώσεων (2ον)», Καθημερινή 22/6/1936.
Παπατσώνης, Τ. Κ. 1966. Τετραπέρατος κόσμος, α’. Ασκήσεις σε χώρους Κριτικής Αισθητικής και Λατρείας. Αθήνα: Ίκαρος.
Παπατσώνης, Τ. Κ. 1967. «Ο πολύμορφος και μονοειδής (ενημερωτικό σημείωμα για τον Καρ. Μπωντλαίρ)», Νέα Εστία 971: 149-156.
Παπατσώνης, Τ. Κ. 1971α. «Κ. Λότρη Ο Κλέφτης των Μουσείων, μυθιστόρημα», Νέα Εστία 1056: 895-897.
Παπατσώνης, Τ. Κ. 1971β. «Παύλος Βαλερύ. Solus Cantare Peritus», Νέα Εστία 1064: 1408-1418.
Παπατσώνης, Τ. Κ. 1974. «Βυρώνειοι περίπλοι», Νέα Εστία 1127: 799-814.
Παπατσώνης, Τ. Κ. 1976. Τετραπέρατος κόσμος, β’. ΛΗΡΟΣ ΚΑΙ ΛΟΓΟΣ. Εξωλογικό σχόλιο πάνω σε δύο ποιήματα juvenilia του Edgar Allan Poe. Αθήνα: Ίκαρος.
Παπατσώνης, Τ. Κ. (sic) 1998. “Bridal Ballad”, Ευθύνη 323: 505.
Filippakopoulou, Maria 2014. “Edgar Allan Poe in Greek Letters. A “Perfect and Permanent Success”, in: Translated Poe, ed. by Emron Esplin and Margarida Vale de Gato. Bethlehem: Lehigh UP, pp. 37-46.
Perse, Saint-John 1989. Ανάβαση, μτφρ. Τ. Κ. Παπατζώνης. Αθήνα: Συνέχεια.
[Poe, Edgar Allan] 1959. «Το γοητευόμενο παλάτι», μεταφρ. Τ. Κ. Παπατζώνης, Νέα Εστία 778: 1549-1550.
