Μαρία Στασινοπούλου*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Η μαμά μου πέθανε την ίδια μέρα με τη Ζωή Λάσκαρη». Ενα βιβλίο που ξεκινά έτσι σε «αρπάζει» από την πρώτη στιγμή και στη συνέχεια διαπιστώνεις ότι σε συναρπάζει. Ανατρέχοντας στην ελληνική και ξένη βιβλιογραφία δεν είναι λίγα τα βιβλία που αναφέρονται στη συχνά μαγική, άλλοτε εύθραυστη και συχνότερα συγκρουσιακή σχέση μάνας-κόρης. Μνημονεύω ενδεικτικά το Ενας πολύ γλυκός θάνατος, της Σιμόν ντε Μποβουάρ, το Η αγάπη είναι γένους θηλυκού, της Τζάνετ Φιτς, και από τα δικά μας τη Λιλή Ζωγράφου, Η αγάπη άργησε μια μέρα, και τη σπαρακτική Μαργαρίτα Καραπάνου, Μήπως;, Δε μ’ αγαπάς. Μ’ αγαπάς (τα παράξενα της μητρικής αγάπης) και Η ζωή είναι αγρίως απίθανη.

Ο Ιρβιν Γιάλομ, στο βιβλίο του Η μάνα και το νόημα της ζωής, σ’ έναν φανταστικό καθ’ ύπνους διάλογο με τη μητέρα του, της οποίας την αποδοκιμασία ένιωθε μια ζωή πάνω απ’ το κεφάλι του, γράφει: «Μάνα, τώρα συζητάμε, κι αυτό είναι καλό». Αυτόν ακριβώς τον διάλογο επιχειρεί και η Ρούλα Γεωργακοπούλου.

Η μάνα είναι το θέμα της. Η αρρώστια και ο θάνατος της μητέρας η αφορμή. Αυτή η ρυθμιστική της ζωής μας μορφή, που ευθύνεται κατ’ αρχήν για την ύπαρξή μας, αλλά και επωμίζεται ηθελημένα ή αθέλητα, με γνώση ή με άγνοια, με επίγνωση ή με ελαφρότητα, την εν λευκώ θεμελίωση του χαρακτήρα μας. Και της τη χρεώνουμε. Μια σχέση λατρείας και άρνησης, αγάπης και απόρριψης, πίκρας και συμπιεσμένου παράπονου, περίπλοκη κατά βάση. Ενα βιβλίο με σπίρτο, επίπονη ενδοσκόπηση και χρόνιο αναστοχασμό. Μιλάει με χαμόγελο και χιούμορ, με στοιχεία σουρεαλιστικής παρωδίας και με συγκαλυμμένα ανάλαφρη πρόθεση, για θέματα βασανιστικά, αντιφατικά και ψυχοφθόρα.

«Ο θάνατος της μητέρας φαίνεται να είναι κάτι το πολύ ιδιαίτερο που δεν μπορεί να συγκριθεί με τίποτα άλλο και μοιάζει να αφυπνίζει, το δίχως άλλο, στον καθένα μας συγκινήσεις που δύσκολα μπορούμε να τις συλλάβουμε», γράφει ο Ζίγκμουντ Φρόιντ, το 1929, στον συνάδελφό του Max Eitingon.

Στο βιβλίο της Γεωργακοπούλου, εκτός από τον θάνατο της μάνας παρακολουθούμε επίσης το πώς βιώνεται η άνοια, ως ψυχικό τραύμα και ως πρακτικό πρόβλημα, από το άμεσο οικογενειακό περιβάλλον του ασθενούς και πώς αποκρυπτογραφείται σιγά σιγά από τους αγαπημένους οικείους «το λεξικό της άνοιας».

Μια οικογένεια στην Καλαμάτα, αστική, στο δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα∙ μάνα, πατέρας, τρία κορίτσια, τα δύο δίδυμα. Ο πατέρας γιατρός, η μάνα κόρη του ιδιοκτήτη του μεγαλύτερου βιβλιοπωλείου και πρακτορείου εφημερίδων της πόλης. Καμάρι η ιδιότητα του γιατρού. Καημός των γονιών που μόνον η μία από τις τρεις κόρες, ακολούθησε τα χνάρια του πατέρα. Επαναλαμβανόμενη φράση-κλειδί στο κείμενο: «η αδελφή μου που θα γίνει γιατρός ή που έγινε γιατρός» και «η άλλη που δεν έγινε ή που δεν θα γινόταν γιατρός». Την προσωπικότητα και το μέλλον μας καθορίζει, εκτός από τη σχέση με τους γονείς, και η σχέση με τα αδέλφια ή, σωστότερα, ο τρόπος που καθορίζουν αυτή τη σχέση οι γονείς, με τη σωστή ή εσφαλμένη συμπεριφορά τους.

«Σαν αδάκρυτος θρήνος»

Πολλά στερεότυπα αγωγής της εποχής, εκτός από αυτή την εμμονή, «με την αδελφή που έγινε γιατρός», διατρέχουν τις σελίδες της Γεωργακοπούλου. Η ανάγκη εκμάθησης μιας ξένης γλώσσας, τα κατηχητικά, η έλλειψη αρσενικού παιδιού, η μειονεκτική θέση της γυναίκας, τα ελεγχόμενα αναγνώσματα. Μέσα από την ατομική ιστορία περνά όλη η Ελλάδα από τη δεκαετία του ’50 και δώθε και εμβολίζονται οι σύγχρονες αντιστοιχίες της κρίσης. Μία απ’ αυτές, οι αλλοδαπές γυναίκες που μας έσωσαν από την ανημπόρια των ανιόντων και έχουν αντικαταστήσει τις παρακόρες από τα χωριά.

Η Γιαννούλα Γεωργοπούλου, Αννα, όπως την εξευγένισε η μητέρα «για να ταιριάζει με τις ισορροπίες του σπιτιού μας», ψυχοκόρη της οικογένειας του γιατρού, και η Ρίτα, η ξανθιά κομμώτρια, που έφυγαν για την Αυστραλία, έχουν το αντίστοιχο ισοδύναμό τους στη σημερινή Ζελίνα, που φροντίζει την ανοϊκή μάνα, και στην αφγανικής υπηκοότητας από το Ιράν 22 ετών Zahra Hashoume, που ζητά άσυλο και φιλοξενείται στον ξενώνα υποδοχής μιας εγχώριας οργάνωσης.

Πέρα από την οδυνηρή ενδοσκόπηση και την κατακτημένη αυτογνωσία, είναι λογοτεχνικά αριστοτεχνικός ο τρόπος που εκφράζεται το μικρό ή ενήλικο κορίτσι της Γεωργακοπούλου, το οποίο καταρτίζει το λεξιλόγιό του κλέβοντας λέξεις από τους μεγάλους και οχυρώνοντας έτσι τον προσωπικό του μικρόκοσμο. Δεν έχω διαβάσει, ούτε έχω βιώσει τόσο προσωπικό και ακριβές ψυχορράγημα όσο αυτό που περιγράφει η συγγραφέας στις σελίδες 68-69 του βιβλίου της. Υπέροχες επίσης οι σελίδες 58-60 που μιλάνε για τη σχέση της αφηγήτριας με τον καθυστερημένο Δημητράκη, «σαράντα πέντε χρονών νήπιο», και για την ανάγκη του ανθρώπου να ενταχθεί σ’ ένα σύνολο ψηφίζοντας.

Η Ρούλα Γεωργακοπούλου, γνωστή δημοσιογράφος, μεταφράστρια και συγγραφέας, κυρίως θεατρικών έργων, αποφασίζει,μετά τον θάνατο της μητέρας της να «εκτεθεί», ανατέμνοντας το παρελθόν, ως ύστατο αποχαιρετισμό σ’ εκείνη και ως ενδοσκόπηση της κοινής τους ζωής. Αυτοβιογραφικό χρονικό; Ημερολογιακές σελίδες; Ψυχαναλυτική συνεδρία; Τι σημασία έχουν οι ταμπέλες; Ο,τι κι αν είναι τα Δέντρα, πολλά δέντρα, είναι ένα βιβλίο ευφυές και με έμπνευση γραμμένο, όπου, τολμηρά και απροκάλυπτα, με χιούμορ, φαντασία και ψυχαναλυτική διαύγεια, κρατούνται οι ισορροπίες ανάμεσα στη λογική και το συναίσθημα με τέχνη σχοινοβάτη.