Κων/νος Θ. Πέτσιος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Στο νέο πόνημά του ο Κωνσταντίνος Σπ. Στάικος εστιάζει το ενδιαφέρον του στη διόδευση του ελληνικού χειρόγραφου και έντυπου βιβλίου από τον 13ο έως και τον 16ο αιώνα, αναδεικνύοντας τους σταθμούς που διήνυσε η ελληνική γραμματεία στον ευρωπαϊκό χώρο και αξιολογώντας τα αποτελέσματα της πνευματικής συνάντησης των λογίων της Ιταλίας, της Γερμανίας και της Γαλλίας με τα κείμενα της κλασικής και ύστερης αρχαιότητας, αλλά και της ρωμαϊκής και βυζαντινής περιόδου.

Το βιβλίο, εκτός από την Εισαγωγή και τους Πίνακες, επιδιαιρείται σε πέντε κεφάλαια, τα οποία κοσμούνται με σπάνια χαρακτικά της συγκεκριμένης περιόδου, πανομοιότατα χειρογράφων και παλαιτύπων, καθώς και με αντίγραφα προσωπογραφιών. Στο Α’ κεφάλαιο («Από την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης το 1204 ώς την Αλωση το 1453», σσ. 1-73) παρουσιάζονται το ιστορικό-ιδεολογικό πλαίσιο του Ελληνισμού κατά τη διάρκεια της κυριαρχίας των Λατίνων και τα γνωρίσματα που συνθέτουν την πνευματική ταυτότητα της Αυτοκρατορίας της Νικαίας, της Τραπεζούντας, του Δεσποτάτου της Ηπείρου και των εδαφικών περιοχών κατά τη διανομή της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας με την Partitio Romaniae.

Στο Β’ κεφάλαιο («Η διάδοση της ελληνικής γλώσσας και γραμματείας στην Ιταλία», σσ. 75-149) το ενδιαφέρον του συγγραφέα επικεντρώνεται στον ρόλο που διαδραμάτισε η καλλιέργεια της ελληνικής γλώσσας από τον Μανουήλ Χρυσολωρά, την απήχηση που είχε η διδασκαλία του στους Ιταλούς ουμανιστές και στη διαμόρφωση των προϋποθέσεων για τη «συστηματική μελέτη και μετάφραση ελληνικών συγγραμμάτων στα λατινικά» (σ. 80). Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η επισήμανση του Στάικου ότι από την εξέταση του εκδοτικού προγράμματος των Τυπογραφείων «το οργανόγραμμα της διδασκαλίας της ελληνικής γλώσσας και γραμματείας ήταν βασισμένο στη διδακτέα ύλη της παλαιολόγειας εποχής».

Το Γ’ κεφάλαιο («Τα τυπογραφικά κέντρα του ελληνικού βιβλίου στην Ιταλία», σσ. 151-294) είναι το εκτενέστερο του βιβλίου και ο αναγνώστης έχει την ευκαιρία να ενημερωθεί για τις πρώτες εκδόσεις και ανατυπώσεις των Απάντων του Ομήρου, του Ησιόδου, του Πλάτωνα, του Αριστοτέλη, καθώς και των έργων ρητόρων, ιστορικών (του Ηροδότου, του Πλουτάρχου, του Διοδώρου του Σικελιώτη), και ιατρών, όπως του Ιπποκράτη, του Γαληνού και του Διοσκουρίδη. Αξίζει να σημειώσουμε ότι τα Απαντα του Αριστοτέλη εκδόθηκαν για πρώτη φορά το 1495-1498 σε πέντε τόμους, από το Τυπογραφείο του Αλδου Μανούτιου, του οποίου η συμβολή στην προαγωγή της ελληνικής φιλολογίας εξαίρεται σε ολόκληρο το βιβλίο του Στάικου.

Στο κεφάλαιο αυτό ο συγγραφέας εξετάζει το «γλωσσικό-φιλολογικό πρόβλημα» που απασχόλησε και εξακολουθεί να απασχολεί την ελληνική διανόηση. Ο Στάικος επισημαίνει ότι «από τον 12ο αιώνα κάνει την εμφάνισή της μια δημώδης λογοτεχνική γλώσσα δίπλα στην “αττική”, πρωιμότερο δείγμα της οποίας αντιπροσωπεύεται από τους στιχουργούς ενός κύκλου ποιημάτων τα οποία υμνούν τα κατορθώματα και τους θρύλους του βασιλείου Διγενή Ακρίτα» (σ. 171).

Στο Δ’ κεφάλαιο («Η εξάπλωση των ελληνικών σπουδών στον Βορρά», σσ. 295-343) ο συγγραφέας ασχολείται με ένα αγνοημένο από την έρευνα ζήτημα και στις σελίδες του κειμένου αναδεικνύεται ο ρόλος του Βησσαρίωνα, του οποίου το βιβλίο Epistolae et Orationes ήταν το πρώτο που κυκλοφορήθηκε από το νεόδμητο Τυπογραφείο του Παρισιού.

Στη χορεία των πρώτων Γάλλων ουμανιστών ανήκει ο Jacques Lefèvre d’Étaples που μαθήτευσε πλησίον του Ιανού Λάσκαρη, διαδίδοντας τη σκέψη του Αριστοτέλη από το αυθεντικό κείμενο. Επόμενοι σταθμοί στο πνευματικό οδοιπορικό των ελληνικών εκδόσεων και στους Ελληνες πρωτουργούς είναι η Ισπανία (με εξέχουσα παρουσία τον Δημήτριο Δούκα), η Γερμανία, στην οποία καλλιεργήθηκαν οι ελληνικές σπουδές, και η Ελβετία, πιο συγκεκριμένα η Γενεύη, στην οποία διέπρεψε ο Φραγκίσκος Πόρτος.

Στο Ε’ κεφάλαιο («Η οργάνωση της Ορθοδοξίας στη Δύση και την Ανατολή», σσ. 345-382) συνοψίζεται ο συστατικός πυρήνας της ιστορικότητας του Νέου Ελληνισμού και ο συγγραφέας υπογραμμίζει το γεγονός ότι «το Γένος για να διατηρήσει την ενότητά του στη Δύση και την Ανατολή, υπό τις νέες πολιτικές συνθήκες που διαμορφώθηκαν μετά την Αλωση, συσπειρώθηκε και βρήκε υποστήριξη κυρίως στους κόλπους της Εκκλησίας» (σ. 347).

Εξετάζονται οι εστίες λογιοσύνης που διαμορφώθηκαν στα όρια της πνευματικής εμβέλειας των επιμέρους Πατριαρχείων, καθώς και οι σχέσεις ανάμεσα στην Ορθόδοξη και την Καθολική Εκκλησία, οι οποίες διαπιστώνονται με ενάργεια στη Ιταλία και την ελληνική αδελφότητα της Βενετίας που αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα οικονομικά και πνευματικά κέντρα του Ελληνισμού κατά την πρώτη αναγεννησιακή περίοδο.

Το βιβλίο του Στάικου δεν συνιστά απλώς ένα επιστημονικό σύγγραμμα με εξαιρετική τυποτεχνική αισθητική, στο οποίο εξεικονίζεται η διανοητική πορεία του Γένους στις ιστορικές του συνδηλώσεις και τις συμπαρομαρτούσες κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες της δουλείας, αλλά και έναν συγκροτημένο λόγο με βάση τις πηγές και τη συναφή βιβλιογραφία που αναδεικνύει τον βαθμό μετοχέτευσης της ελληνικής παιδείας και γραμματείας στη διαμόρφωση της Αναγέννησης. Και από την άποψη αυτή το βιβλίο του Στάικου αποτελεί ένα σημείο αναφοράς για την έρευνα των απαρχών του Νέου Ελληνισμού και των ποικιλόμορφων σχέσεών του με την ευρωπαϊκή σκέψη.

*Καθηγητής Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων