Αν, κατά τον θεωρητικό της λογοτεχνίας Τσβετάν Τοντόροφ (1939-2017), η κλασική αισθητική γίνεται −σχηματικά− να προσδιοριστεί ως «υπερβατική» και η ρομαντική, κατ’ αντίθεση, ως «εμμενής», τότε η νεωτερική αισθητική, συνθέτοντας τα παραπάνω, «δεν τείνει πλέον προς τα άνω αλλά προς τα πλάγια: από μια λογοτεχνία ή ένα έργο προς το άλλο, από έναν άνθρωπο σε έναν άλλον άνθρωπο, πλαγίως».
Κι εδώ ακριβώς είναι όπου θα σταθούμε σε δύο ποιητές της νεότερης «γενιάς», τον Βασίλη Αμανατίδη (γ. 1970) και τον Γιάννη Στίγκα (γ. 1977) και στα βιβλία τους που προτάσσουν το εσύ ως στοιχείο και την πτήση ως πτώση, και το αντίστροφο, αντίστοιχα. Ενώ ενδεικτικά σαφώς και οι ποιητικές «γενιές» του ’70 και του ’80 εντάσσονται σε αυτή την «εμμενή-υπερβατικότητα» (βλ. π.χ. Τζένη Μαστοράκη, Γιώργο Μαρκόπουλο, Λευτέρη Πούλιο, Τάσο Δενέγρη, Θανάση Τζούλη κ.ά.) το άνοιγμα μιας δια-δραστικής συνύφανσης ενός συλλογικότερου corpus, όπου αναδύεται χαρακτηριστικότερο το αντι-ατομικιστικό στοιχείο, φαίνεται να συμβαίνει πλέον με νέο τρόπο.
Με έργα αναστοχαστικά και με κριτική διάθεση απέναντι στην εποχή και στους προγενέστερους, οι υπό παρουσίαση ποιητές συν-λειτουργούν κομίζοντας μια πανοραμική εικόνα του παρόντος. Πρόκειται για μια ποίηση εύστροφης υπονόμευσης, χωρίς τυμπανοκρουσίες, όπου ως διαδραστικά adagio, που λειτουργούν όμως ως blues −έναντι των ιεραρχικών, σχηματικά βεβαίως, κονσέρτων− δομούν επαναληπτικά ένα work και ένα identity on progress.
Πέρα από τα σχετικά μελετήματα του Βασίλη Λαμπρόπουλου για την «Αριστερή μελαγχολία» στη νεότερη ποίησή μας (περ. Θράκα, τχ. 8) και του Γιάννη Δάλλα για το «Ποίημα ως συμβάν (περ. Σημειώσεις, τχ. 82), πρέπει να σημειώσουμε πως οι εν λόγω ποιητές −ως δείκτες μιας νέας ποιητικής «γενιάς»− ενώ τρέφονται, συνδιαλέγονται και δείχνουν τον υιικό τους σεβασμό στους πρώτους του μοντερνισμού (Σεφέρη, Ελύτη, Ρίτσο, Εμπειρίκο, Εγγονόπουλο, Κάλας κ.λπ.) και στην πρώτη και δεύτερη μεταπολεμική γενιά (Σαχτούρη, Καρούζο, Λεοντάρη, Τραϊνό, Ασλάνογλου κ.ά.), ταυτόχρονα συζητούν προσεκτικά και σχηματίζουν τον ποιητικό τους λόγο σαν να κατέβηκαν «μόλις από το φεγγάρι».
Ο Αμανατίδης έχοντας αποσπάσει από την πρώτη εμφάνισή του θετική κριτική από τον Μαρωνίτη και ένα γερό χτύπημα στην πλάτη από τον ποιητή Σαχτούρη −ο οποίος και «πιστοποιεί» πως «ασφαλώς και είναι ποιητής»− συζητείται για ένα κριτικό του κείμενο που αναφέρεται στη «Γενιά του ’90», όρος που ορθώς δεν ευδοκίμησε.
Πρόκειται για μια ποίηση δραματικής και διανοητικής προθέσεως και κατευθύνσεως. Ο ποιητής ως performer, εντός της επιτελεστικότητας της ποίησής του, σκηνοθετεί τον εαυτό του και μετατρέπει σταδιακά τον αρχικό μονόλογό του σε διάλογο, καλώντας προς την ενσωμάτωση του θεατή στις δράσεις του.
Το σώμα στον Αμανατίδη μάλιστα κατορθώνει να πάρει μια καινούργια διάσταση. Αυτήν του τελετουργικού υποκειμένου που ισορροπεί ανάμεσα στο κείμενο και το πρόσωπο του ποιητή. Εξοπλίζοντας επίμονα το αφηγούμενο υποκείμενο με αυτοβιογραφικά στοιχεία, κινείται και εκφέρει τον λόγο του ενδο-υποκειμενικά, στην κατάκτηση της ανοικείωσης με τον εαυτό και με το σώμα ως υποκείμενο που κινείται και χειρονομεί παρα-μιλώντας, μετέχοντας τελικά σε ένα γλωσσικό, δια-κειμενικό και υπερ-κειμενικό παίγνιο.
Πατώντας και μετέχοντας στα τεκταινόμενα διαδοχικά ως πράγμα, ως σώμα και ως «άλλος». Ετσι ενώ αφαιρεί το δομικό και το περιεχομενικό του προσωπείο, ξεγυμνώνεται ταυτιζόμενος με το ρευστό και υπαρκτό άλλον ως σώμα, και πονώντας και συμπονώντας μετατοπίζεται, αλλάζοντας ρόλους και θέσεις. Μιλώντας για τον άνθρωπο-σώμα χωρίς να «ιδεολογεί» και χωρίς να προβάλλει τους προσχηματισμένους επι-φορτισμούς των άλλων.
Ο Στίγκας, τρυφερός με τον τρόπο του, μες στον θυμό, τη μελαγχολία και τον σαρκασμό του, απέναντι στον πόνο, τον τρόπο και τα καμώματα των συμπολιτών και των συγκαιρινών του, με λόγο κυματιστό, στέρεο και άλλοτε παλλόμενο, κάποτε μονοκόμματα επαναλαμβανόμενο μες στο ευφάνταστό του, μες στα σπασίματα, τις καταβυθίσεις και τα άλματά του, με εναλλαγές του φιλικού τόνου προς μια κάποιου τύπου ηρωική ή ημι-ηρωική έξαρση −και με μια προφορικότητα που επίσης προσθέτει δίνοντας νεύρο− ξεσπά άμεσα με μια ποίηση που ξαφνιάζει. Με τον δροσερό, κριτικό και κοφτό του λόγο να γίνεται, τελικά, ο φορέας μιας ανανέωσης.
Το βίωμα, στην ενδεχόμενη μετατροπή του σε ποίημα, φαίνεται να ριζώνει στο υπέδαφος του ποιητή για καιρό. Ο Στίγκας αντλεί δημιουργικά από εκεί θυμίζοντας τον τρόπο εργασίας του πρόσφατα εκλιπόντος Τζον Ασμπερι. Με την ποιητική του όραση να προτάσσει το προλογικό, βιολογικό και κοσμολογικό σάρωμα του κόσμου, συναιρεί το ποιητικό του κατόρθωμα με την ποιητική παράδοση, «ακολουθώντας» τη φορά του ρεύματος.
Οι «νεότεροι» ποιητές μας λοιπόν αντί να καταφύγουν στο άλλοθι του αρχαίου μεγαλείου, στη ρίμα που νεο-συντηρητικά ξανατονίζει την παλιά μουσική και αναπαλαιώνει τα περασμένα με βερνίκι, ή, σε άλλες επιλογές, που γυαλίζουν μεταμοντέρνα ή, που αντλούν ανεπιτυχώς από τα αναλυτικά εργαλεία της φιλοσοφίας, υπογραμμίζουν με την ποίηση και τη στάση τους πως στην τέχνη δεν υπάρχει παρθενογένεση, μιλώντας για μια παράδοση που έχουν χωνεύσει και αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους ως μέρος μιας συνέχειας-ασυνέχειας κι ενός πράγματος σαφώς μεγαλύτερου.
Τείνοντας προς το «ποίημα συμβάν» και το «αριστερά μελαγχολικό ποίημα», το ποίημα δηλαδή «κήρυγμα» και το ποίημα «συνομιλία», οι ποιητές μας εξομολογητικά και ορμητικά καταθέτουν τις πρωτότυπες φωνές τους.
