Η Αϊλίν, η ηλικιωμένη ηρωίδα του ομώνυμου μυθιστορήματος, ανατρέχει στο παρελθόν για να μας αφηγηθεί επτά μέρες απ’ τη ζωή της όταν ήταν είκοσι τεσσάρων χρόνων. Μεταφερόμαστε λοιπόν στο 1964 και παρακολουθούμε την εβδομάδα πριν από τα Χριστούγεννα, μια εβδομάδα που καθόρισε τη ζωή της με τρόπο αναπάντεχο και μοιραίο και την οδήγησε στην εγκατάλειψη του πατρικού σπιτιού και της πόλης όπου είχε περάσει μέχρι τώρα την άχαρη ζωή της.
Η ηρωίδα αφηγείται την ιστορία της –μια ιστορία με πολλά στοιχεία αστυνομικού μυστηρίου και ψυχολογικού θρίλερ- πλάθοντας ταυτόχρονα το αυτοπορτρέτο της. Μοιάζει να είναι συνεχώς στραμμένη προς τον αναγνώστη, στον οποίο απευθύνεται σε δεύτερο πρόσωπο φέρνοντάς τον έτσι πολύ κοντά της, και ξεγυμνώνεται μπροστά του με ιδιοφυή ειρωνεία, αυτοσαρκαστική ειλικρίνεια και, κατά τη γνώμη μου, απίστευτη χάρη.
«Αν με βλέπατε εκείνη την εποχή με το φιλέ στα μαλλιά, το σταχτί γκρίζο μάλλινο παλτό μου, θα νομίζατε πως είμαι ένας δευτερεύων χαρακτήρας σε τούτη τη σάγκα –ευσυνείδητη, καλόβολη ανιαρή, διακριτική. […].
Ομως έριχνα κατάρες, φούντωνα κι ιδροκοπούσα αρκετά συχνά κι εκείνη τη μέρα κοπάνησα την πόρτα του μπάνιου κλοτσώντας την με ολόκληρη τη σόλα του παπουτσιού μου και παραλίγο να ξεχαρβαλωθούν οι μεντεσέδες. Εδειχνα τόσο βαρετή, άνευρη, απρόσβλητη και παθητική, αλλά στην πραγματικότητα ήμουν μονίμως εξοργισμένη, σιγόβραζα μέσα μου, οι σκέψεις μου κάλπαζαν, ο εγκέφαλός μου ήταν σαν κάποιου δολοφόνου».
Πράγματι, η ζωή μέχρι τώρα της έχει επιφυλάξει δευτερεύοντα ρόλο. Ο αλκοολικός πατέρας κι η πρόσφατα εκλιπούσα ψυχρή μητέρα την έχουν τοποθετήσει στη θέση μιας άχρωμης υπηρέτριας, μιας υπηρέτριας που εκτελεί πρόθυμα τα καθημερινά της καθήκοντα σταλάζοντας μέσα της οργή, πλάθοντας παρηγορητικές φαντασιώσεις για απόδραση, έτοιμη ουσιαστικά για την εγκληματική πράξη για την οποία την προορίζει η συγγραφέας.
Η τριανταπεντάχρονη Οτέσα Μόσφεγκ, που με αυτό το βιβλίο κέρδισε το βραβείο PEN Hemingway καθώς και μια υποψηφιότητα για το Man Booker 2016, διευκρινίζει σε μια της συνέντευξη πως η Αϊλίν μόνο κατ’ επίφασιν ανήκει στο είδος του χιτσκοκικού θρίλερ. «Οι περισσότεροι άνθρωποι που θα επιλέξουν ένα βιβλίο με την ταμπέλα του θρίλερ ή του μυστηρίου μάλλον δεν περιμένουν να έρθουν αντιμέτωποι με τις προβληματικές σκέψεις που αφορούν στις γυναίκες της σύγχρονης κοινωνίας…
Ετσι προτίμησα να μασκαρέψω την πικρή και άσχημη αλήθεια με τα ρούχα μια έξυπνης πιπεράτης πλοκής». Και αναμφισβήτητα η πλοκή θα ικανοποιήσει ακόμη και αυτούς που θα το πλησιάσουν χάριν αυτής και μόνο: η Αϊλίν εργάζεται σε φυλακές ανηλίκων και διάγει την καθημερινότητα θωρακισμένη πίσω από αυτό που η ίδια αποκαλεί συχνά «νεκρική μάσκα».
Από αυτή τη νεκρική ακαμψία θα τη βγάλει η Ρεμπέκα, μια γοητευτική κοινωνική λειτουργός που θα φέρει άλλο αέρα στις φυλακές, θα ανακαλύψει ένα καλά κρυμμένο μυστικό και θα δείξει ενδιαφέρον για τη μοναχική ηρωίδα. Η Αϊλίν στερημένη μέχρι τότε από κάθε μορφή προσοχής θα βρεθεί τυλιγμένη στα δίχτυα της σαγήνης της και θα θέσει τον εαυτό της στην υπηρεσία ενός σχεδίου του οποίου ούτε η ίδια γνωρίζει καλά καλά τον σκοπό και τις διαστάσεις.
Ποια είναι όμως η «πικρή και άσχημη αλήθεια» στην οποία αναφέρεται η συγγραφέας; Η Μόσφεγκ ανασηκώνει με αργές κινήσεις τη «νεκρική μάσκα», το προσωπείο κανονικότητας, που φοράει η Αϊλίν και η πένα της, σαν ένας πολύ ευαίσθητος σεισμογράφος, καταγράφει κάθε σκίρτημα της καρδιάς, κάθε πέταγμα του νου, κάθε ταραχή και διαταραχή που λαμβάνει χώρα στην εσωτερική ζωή της ηρωίδας –μιας ηρωίδας που η σχέση της με την κανονικότητα έχει από παιδί διαρραγεί.
Τρέφεται μόνο με ξηρούς καρπούς και πρόχειρα σάντουιτς στα όρθια, κάνει κλύσματα στον εαυτό της, πίνει αλκοόλ συχνά απ’ το πρωί, είναι πετσί και κόκαλο, δεν έχει ούτε κοινωνική ούτε σεξουαλική ζωή, τα απόκρυφα σημεία της της προκαλούν απέχθεια και ντροπή όπως και όλη της η ύπαρξη. Θέλει λοιπόν η συγγραφέας να φτιάξει το πορτρέτο μιας κοπέλας «διαταραγμένης»;
Η Μόσφεγκ μάς αποκαλύπτει στην ίδια συνέντευξη πως βλέπει την ηρωίδα της σαν απόλυτα φυσιολογική. Διαταραγμένο, αντιλαμβανόμαστε, είναι το περιβάλλον όπου μεγάλωσε. Οι ψυχικές διαταραχές, άλλωστε, δεν είναι κέρατα στο κεφάλι που φέρουμε εκ γενετής. Η τρέλα αλλά και το έγκλημα (όπως θα δούμε στην εμβόλιμη ιστορία ενός φυλακισμένου αγοριού) φυτρώνουν σε κοινωνίες που νοσούν κι ανθούν σε οικογένειες-θερμοκήπια νευρώσεων.
Η Μόσφεγκ, αλκοολική κι η ίδια από τα 18 έως τα 26 της, γνωρίζει όλες τις οικογενειακές, κοινωνικές και ταξικές παραμέτρους τέτοιων διαταραχών κι η εκ των έσω γνώση ποτίζει με αίσθημα, αυτοσαρκασμό κι αληθοφάνεια τη γοητευτική γραφή της. Ας ειπωθεί εν κατακλείδι πως δεν είναι τυχαίο ότι η ηρωίδα αυτής της ιστορίας σκληρής ενηλικίωσης και συνειδητοποίησης είναι γυναίκα. Γιατί μπορεί να διαδραματίζεται σε μια επαρχιακή πόλη της Αμερικής τη δεκαετία του ’60, αλλά θα μπορούσε να μεταφερθεί σε κάθε τόπο και εποχή. Η ηρωίδα όμως θα ήταν πάντα γυναίκα.
