Ο Νίτσε περισσότερο από κάθε άλλο φιλόσοφο εξέφρασε την ανάγκη για επιστροφή στον αυθεντικό εαυτό, που βρίσκεται πέρα από τον σιδερόφραχτο κόσμο της συνείδησης και του κοινού αγελαίου λόγου. Αυτόν τον φιλόσοφο μνημονεύει ο Νικήτας Σινιόσογλου στο πρόσφατα εκδοθέν έργο του με τίτλο «Αλλόκοτος Ελληνισμός – Δοκίμιο για την οριακή εμπειρία των ιδεών», από τις Εκδόσεις Κίχλη.
Στον κατατοπιστικό πρόλογο του πονήματος, ο συγγραφέας ορίζει τον Νίτσε ως τον καθοριστικό παράγοντα επίδρασης για την προσέγγισή του στο λεγόμενο «νεοελληνικό αλλόκοτο». Η προτροπή του Νίτσε, «να σκέφτεσαι ώς το έσχατο σημείο», είναι η συνδιαλλαγή στα όρια που εξαντλούνται, με εαυτούς που συντρίβονται αξιώνοντας το δικό τους ψυχολογικό και πνευματικό «οικείο» σ’ ένα περιβάλλον ανοικειότητας.
Ο Σινιόσογλου ασχολείται με την «οριακή εμπειρία των ιδεών». Η ολοκλήρωση της ανάγνωσης του βιβλίου έκανε τον παραπάνω υπότιτλο απολύτως διαυγή. Το βιβλίο γράφηκε για διανοητικούς σχηματισμούς, άρα για έργα ανθρώπων που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο άφησαν κάποια ιστορικά ίχνη.
Οι διανοητικοί σχηματισμοί αυτού του είδους, όμως, στην εμπειρική τους πραγμάτωση έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό: κινούνται στα όρια του ιστορικού χρόνου και στη μεθόριο των κατεστημένων πνευματικών ιδεών και κυρίαρχων κοινωνικών ρευμάτων. Αναπτύσσονται στο περιθώριο των γνωστικών συστημάτων αντίληψης και ερμηνείας, σ’ ένα πλαίσιο μυχιότητας, πρωτοπορίας, αμφισβήτησης και αίρεσης, σ’ ένα ψυχολογικό περιβάλλον μη τόπου (οὐ/τόπου).
Οι επτά εκδοχές της οριακής εμπειρίας των ιδεών είναι η περιπλάνηση, η ουτοπία, ο εκτοπισμός, η βλασφημία, η αίρεση, το αλλόκοτο και η ψευδολογία. Είναι δηλαδή οι εκδοχές ενός «κατ’ εξαίρεσιν» πνεύματος, το οποίο κινείται ιστορικά επίσης σε δύο μεταιχμιακές εποχές: αφενός στην περίοδο της κατάλυσης της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας (1453), αφετέρου στην περίοδο της συγκρότησης του νέου έθνους-κράτους (1830).
Η εμπειρία αυτών των πνευματικών σχηματισμών πραγματώνεται από τις προσωπικότητες ανθρώπων που η ιστορία τούς αντιμετώπισε ως λοξίες, παρίες ή αιρετικούς: ο Κυριακός Αγκωνίτης αναζητά με τις περιπλανήσεις του στα λείψανα «ν’ αναστήσει τους νεκρούς», ο Πλήθων Γεμιστός, ο ιδεαλιστής πλατωνιστής, καταφεύγει στην ουτοπία συγκρουόμενος με τον χριστιανισμό και τον μεγάλο του αντίπαλο Γεννάδιο Σχολάριο, ο οποίος έριξε στην πυρά τη «Νόμων Συγγραφή»· ο Μαρουλλός Ταρχανιώτης που με τη συνθήκη του εκτοπισμού, γεωγραφικού και ψυχολογικού, βιώνει τον πόθο για επιστροφή ακόμη και διά του ανανταπόδοτου έρωτα που φτάνει ώς τον θάνατο· ο Χριστόδουλος Παμπλέκης, βλάσφημος και αφορισμένος «από περάτων έως περάτων της οικουμένης» για το βιβλίο του «περί Θεοκρατίας», πραγματεύεται με τη ρωμαλέα ψυχή ενός επαναστάτη εαυτού, την ιδέα του όλου, όπου εντός του συναιρείται ο κόσμος, ο θεός και ο άνθρωπος.
Στο δεύτερο μέρος παρουσιάζονται: ο Θεόφιλος Καΐρης, με την παραδοξότητα να επικαλείται τον ορθό λόγο ενάντια στην κοινή λογική, μένοντας τελικά απομονωμένος και περίκλειστος από μία ιερουργική ατομικότητα εξελισσόμενη σε αίρεση· ο Παναγιώτης Σοφιανόπουλος, θαυμαστής του Σωκράτη, οραματιστής των σενσιμονικών συνεταιρισμών, έθετε τις αρχές για τη δημιουργία μιας πολιτείας επικουρούμενης από τη γνώση της επιστήμης, απαλλαγμένης από μεταφυσικές εκδοχές του πρακτικού βίου, εννοώντας το αλλόκοτο ως αρχέτυπο και πρωτότυπο.
Τέλος, ο Κωνσταντίνος Συμωνίδης, μορφή που δεν υπάρχει όμοιά της στην ευρωπαϊκή ιστορία των ιδεών, ένας σχεδόν καλλιτέχνης της δημιουργικής ψευδολογίας και πλαστολογραφίας, ώστε να υπηρετείται ο ιδιότυπος εθνικισμός και αντιδυτικισμός του.
Σκεφτόμουν ποιο μπορεί να είναι το κοινό νήμα αυτών των προσωπικοτήτων που έζησαν στα όρια, σχεδόν εμπύρετοι αυτών των ιδεών, οι οποίες έμειναν αναφομοίωτες από τα κυρίως ρεύματα του φιλοσοφικού και κοινωνικού στοχασμού. Είναι φανερή κατ’ αρχήν η ανάγκη της αναζήτησης μιας μορφής ελληνικότητας στο νέο περιβάλλον του χριστιανικού βυζαντινισμού, που αξιώνει να εκπηγάζει από τα κείμενα και τις ιδέες της πλατωνικής κυρίως φιλοσοφίας. Επειτα, είναι η ανάγκη της κριτικής του μετριοπαθούς κοραϊκού διαφωτισμού που στην εξέλιξή της οδηγεί στην αναζήτηση μιας γνήσιας (αν υπάρχει) ταυτότητας του ελληνικού διαφωτισμού.
Ο ποιητής Εμέ Σεζέρ έλεγε πως μπορεί κανείς να χαθεί από εγκλωβισμό στην ιδιαιτερότητα και από διάλυση στην οικουμενικότητα. Αυτές οι περίεργες προσωπικότητες, λοιπόν, επέμεναν στην ιδιοτροπία της σκέψης. Το ότι αναπτύχθηκαν στην περιφέρεια της ιστορίας και του πνεύματος, σ’ έναν τόπο pro-fanum, τις καθιστά αναγκαστικά περιθωριακές και βέβηλες. Και όχι μόνο· για τις ιδέες τους γνώρισαν διώξεις, αφορισμούς, λιθοβολισμούς (ο Καΐρης, όπως και ο συνομότακτός του Ρουσό), απομονώσεις και εκτοπισμούς. Που σημαίνει ότι δημιούργησαν σχάσεις στη φαινόμενη ακεραιότητα της ιστορίας των ιδεών. Οι σχάσεις όμως είναι δημιουργήματα του πάθους και θεωρώ ότι ο συγγραφέας απέδωσε βίους πασχόντων και ανήμερων ψυχικών τόπων.
Με την ύπαρξη να καθορίζεται από το πάσχειν, όπως ήθελε ο Μπερντιάγεφ σε αντίθεση με το νεωτερικό σκέπτεσθαι του Καρτέσιου, οι σαλοί των ορίων των ιδεών, επιστρέφουν στον εαυτό τους αναμοχλεύοντας το παρελθόν. Δρώντας στις ακμές των πνευματικών συλλογικοτήτων τις εκθέτουν, γνωστοποιώντας τα όριά τους και τις αντοχές τους. Εζησαν σε πνευματικούς τροπισμούς των παρυφών, για να παραφράσω τον Ζιλιέν Γκρακ, τροφοδοτώντας με τον ριζοσπαστισμό τους μερικές πτυχές του μετέπειτα κυρίαρχου και ορθόδοξου κατεστημένου.
Στη δοκιμιακή γραφή του συγγραφέα, οι έκκεντρες προσωπικότητες διαλέγονται με σύγχρονους φιλοσόφους, όπως ο Μπένγιαμιν, ο Σιοράν, ο Ρουσό ή ο Φρόιντ. Ο στοχασμός όμως δεν βαίνει σε βάρος της γλαφυρής αφηγηματικότητας των κειμένων. Ο «Αλλόκοτος Ελληνισμός» εξαιρετικά ανασύρει τα μισοσβησμένα χνάρια μιας διαφορετικής καταγωγής μας.
