Στο βιβλίο του «Ασκήσεις επί χάρτου», ο Κώστας Μουρσελάς γράφει ότι ερχόμαστε στον κόσμο πολύ πριν γεννηθούμε, ότι κουβαλάμε το παρελθόν των γονιών μας, όσα έζησαν και όσα θέλησαν να ζήσουν. Είμαστε καινούργιοι και συνάμα παλιοί, λέει ο Μουρσελάς, κι όταν διαβάζει κανείς τα βιβλία του, αυτές τις σπουδές στον κοινό, καθημερινό άνθρωπο, αισθάνεται το άρωμα του παρελθόντος να δυναμώνει και να κατακλύζει το ολοζώντανο παρόν, νιώθει τις ξεχασμένες χειρονομίες και λησμονημένα λόγια να ξαναζούν σε όλη τους τη δραστικότητα.
Είμαστε καινούργιοι και συνάμα παλιοί, λοιπόν, όπως είμαστε καλοί και συνάμα κακοί, αφού για τον Μουρσελά η παραβατικότητα υπάρχει εν δυνάμει μέσα στον καθένα μας, είμαστε και τραγικοί και κωμικοί – και ίσως περισσότερο κωμικοί παρά τραγικοί. Ολα αυτά και άλλα τόσα είναι ο άνθρωπος, έρμαιο των αντιφάσεών του, υποχείριο των επιθυμιών του, ηρωικός και ευτελής, υψηλόφρων και ποταπός – κι όλα αυτά τα ανέδειξε με το πλούσιο έργο του ο Κώστας Μουρσελάς.
Οσοι τον γνώρισαν μιλούν για έναν γλυκύτατο και σεμνό άνθρωπο, που δεν αλλοτριώθηκε από την επιτυχία, που διατήρησε την ιδιωτικότητά του ανέπαφη και τους φίλους του ίδιους, ενώ ταυτόχρονα αγαπούσε τους νέους, τους ενθάρρυνε και χαιρόταν με τις επιτυχίες τους.
Οι παλιότεροι προφανώς συνδέουν το όνομά του με τη σειρά των τηλεοπτικών μονόπρακτων «Εκείνος κι εκείνος», με πρωταγωνιστές δύο χαρακτηριστικούς τύπους αντλημένους από τη μακρά παράδοση των ζευγών στη λογοτεχνία (αρκεί να θυμηθούμε τον Δον Κιχώτη και τον Σάντσο Πάντσα στον Θερβάντες), που διαφέρουν τόσο σωματικά όσο και διανοητικά και η αντίθεση ανάμεσά τους γίνεται μοχλός της δράσης και της ανέλιξης των ιδεών.
Ο Λουκάς και ο Σόλων του Μουρσελά, παιγμένοι υποδειγματικά από τον Γιώργο Μιχαλακόπουλο και τον Βασίλη Διαμαντόπουλο, υπόγεια και υπαινικτικά, σατίριζαν τη χούντα και τους ανθρώπους της, συνδυάζοντας το ήθος και το ρίγος του παραλόγου με την εύστροφη κωμικότητα του λαϊκού θεάτρου, θυμίζοντας, μέσα στην αποπνικτική ατμόσφαιρα της δικτατορίας, ότι η ελευθερία της έκφρασης διεκδικεί την ύπαρξή της με όλους τους τρόπους, καταφεύγοντας, σε συνθήκες που δεν την ευνοούν, στον λεπτό υπαινιγμό και στο ερμητικό παιχνίδι των λέξεων.
Την ίδια εποχή, η σατιρική φλέβα του συγγραφέα αναδεικνύεται μέσα από τα έργα του για το θέατρο. Θυμίζω το «Επικίνδυνο φορτίο», που παίχτηκε για πρώτη φορά στο θέατρο «Ορβο» από τον θίασο Φωτίου-Ληναίου το 1970, μια σατιρική τραγωδία ή τραγική σάτιρα, που απαγορεύτηκε γρήγορα, το «Ενυδρείο», το «Ω! τι κόσμος μπαμπά», ένα σατιρικό θεατρικό κείμενο επιθεωρησιακού τύπου, γραμμένο επίσης την εποχή της δικτατορίας, που μιλάει για τη διάβρωση της ηθικής, τη μέχρις εσχάτων αναζήτηση του πλούτου και της εξουσίας, το σαθρό πολιτικό σύστημα, τις δυσκολίες της καθημερινότητας, τις προβληματικές ανθρώπινες σχέσεις, το όνειρο για έναν καλύτερο κόσμο, το «Πού πάει το λεωφορείο», το «Οι φίλοι», το «Μαχαίρι στο κόκαλο», την «Ημιτελή συνουσία» και άλλα πολλά ακόμη.
Πλούσιο έργο, το οποίο ανταποκρινόταν πλήρως στον ορισμό που είχε δώσει ο Ντάριο Φο για το θέατρο: «Η προφορική και δραματοποιημένη εφημερίδα του λαού». Ενα τέτοιο θέατρο υπηρέτησε ο Κώστας Μουρσελάς, ένα θέατρο που απευθύνεται στο κοινό του, συνομιλητικό και άμεσο, αλλά ποτέ εύκολο, ποτέ ενδοτικό στο μαζικό γούστο.
Βέβαια, ευρύτερα γνωστός και αγαπητός έγινε ο Κώστας Μουρσελάς με το πεζογραφικό του έργο. Πρώτα με το «Βαμμένα κόκκινα μαλλιά» του 1989 και το «Κλειστόν λόγω μελαγχολίας» (1999), ύστερα με τα διηγήματα και τις νουβέλες που κυκλοφόρησαν με τον τίτλο «Ο πόθος καίει τα σωθικά» (2004), τέλος, με την επανανάγνωση του παπαδιαμαντικού «Ονειρο στο κύμα» και το μυθιστόρημα «Στην άκρη της νύχτας» (2011).
Με την εξαίρεση του ενός εκ των δύο κεντρικών ηρώων στο «Βαμμένα κόκκινα μαλλιά», του άστατου και αμφιλεγόμενου, αλλά ασυμβίβαστου με τους πάντες Λούη, αυτής της ποιητικής μορφής που δεν μπαίνει σε καλούπια και αντιστέκεται σε οποιαδήποτε συμβατικότητα, οι ήρωες στο πεζογραφικό έργο του Μουρσελά αντιπροσωπεύουν τον μέσο όρο ενός κόσμου που ξεκινάει από τον μεταπόλεμο, με φόντο όλο τον πολιτικό και κοινωνικό αναβρασμό της εποχής, και φτάνει ώς τις μέρες μας.
Ο Βαγγέλης Χατζηβασιλείου έχει μιλήσει για τη μελαγχολία και τη θλίψη των μέσων όρων που συναντάμε στο έργο του και το έχει μάλιστα παρομοιάσει, ως προς το κλίμα, με το ύφος της «Μικρής μας πόλης», όπως το ξέρουμε από τα ομώνυμα έργα του Θόρντον Ουάιλντερ και του Δημήτρη Χατζή, αλλά και από το «Spoon River» του Εντγκαρ Λι Μάστερς.
Η καθημερινότητα στα έργα του Μουρσελά διαστίζεται από ευτράπελες στιγμές και εικονογραφείται συχνά μέσα από ιδιαίτερα χαριτωμένα επεισόδια, αλλά εκείνο το οποίο κυριαρχεί στην αφήγηση είναι μια συγκρατημένη θλίψη για την ήττα ή και την αποτυχία της ζωής: φανερές απάτες και κρυφά συμφέροντα, έρωτες χαμένοι ή μισοκερδισμένοι, συμβιώσεις στα όρια της κατάρρευσης, άντρες κυνηγημένοι από τα φαντάσματά τους και γυναίκες βυθισμένες σε περίεργους ρεμβασμούς, αλλά και φόβοι, ανασφάλειες, παραλογισμοί ή παρακρούσεις, που μπορεί να εκδηλωθούν ανά πάσα στιγμή και προς πάσα κατεύθυνση.
Κι είναι ένα το φλέγον ερώτημα που διαπερνά όλο του το έργο: πώς ζουν οι άνθρωποι τη ζωή τους, πώς της φέρονται, πώς την ολοκληρώνουν, ποια τα λάθη τους. Γιατί ξεκινούν από αλλού και φτάνουν αλλού. Ποιος ο ρόλος του τυχαίου, ποιος ο ρόλος του σφάλματος. Γιατί δεν υπάρχει ζωή χωρίς λάθη για τον Μουρσελά. Το λάθος είναι η ουσία της ανθρώπινης περιπέτειας, ίσως ακόμη και η ευλογία της.
