Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Βιβλία στο προσκέφαλο: Πολυαγαπημένα, πολυδιαβασμένα, βιβλία που μας διαμόρφωσαν ή μας στήριξαν σε δύσκολες στιγμές. Πρόσωπα της γραφής ξεφυλλίζουν την «αυτοβιογραφική» βιβλιογραφία τους.

Στο κέντρο της γραφής της Μαντόγλου βρίσκεται το γυναικείο σώμα, με τη βιολογική και πολιτισμική του μνήμη· μυθοπλασίες και πρόσωπα σε σύγχρονα συμφραζόμενα, όπου η επιθυμία, η αποξένωση, η σύγκρουση, η εγγύτητα, η περιπλάνηση, το αναπάντεχο και το μοιραίο αναδεικνύονται σε κομβικούς καθρέφτες του αφηγηματικού της κάδρου.

Η πεζογράφος, κριτικός και μεταφράστρια, που φιλοξενούμε σήμερα, σκιαγραφεί λιτά και χαμηλόφωνα την αναγνωστική της εμπλοκή, εντός και εκτός γραφής, στο πέρασμα του χρόνου.

Επιμέλεια: Μισέλ Φάϊς

Το να γράψω για την αναγνωστική μου εμπειρία είναι σαν να προσπαθώ να συνοψίσω τη ζωή μου σε κεφάλαια καθώς από τις πρώτες μου αναμνήσεις υπάρχει πάντα ένα βιβλίο κοντά μου και έχω συνδέσει τόπους, ανθρώπους, συναισθήματα με συγκεκριμένες μυρωδιές, φράσεις, μεταφορές ή τίτλους, γνωστών ή λιγότερο γνωστών συγγραφέων.

Εμαθα ανάγνωση πολύ μικρή, ίσως ακόμα πριν πάω σχολείο. Στο σπίτι υπήρχε μια σχετικά μεγάλη βιβλιοθήκη με κλασικά έργα σε σειρές, ιστορικά βιβλία, λεξικά, ταξιδιωτικά, αλλά και εγχειρίδια ψυχολογίας.

Οι αυτοδημιούργητοι γονείς μας θεωρούσαν πως ήταν απαραίτητο αυτό για τα παιδιά τους.

Όντας η τρίτη και μικρότερη της οικογένειας είχα πρόσβαση και στα βιβλία των μεγαλύτερων αδελφών μου που ήταν ήδη στην εφηβεία και διάβαζα όλα σχεδόν τα βιβλία που έφερναν, έστω και αν δεν τα καταλάβαινα. Από τον αδελφό μου μυήθηκα στη Μάσκα, στον Τεν Τεν, στον Λούκυ Λουκ, αλλά και σε βιβλία παραψυχολογίας, που εκείνος διάβαζε και στη συνέχεια δοκίμαζε πάνω μου διάφορες τεχνικές υπνωτισμού.

Αυτά τα βιβλία δεν με γοήτευαν ιδιαίτερα αλλά επειδή ήθελα να τα πηγαίνω καλά μαζί του, τα διάβαζα κι εγώ.

Τα βιβλία της μεγάλης μου αδελφής ήταν κυρίως λογοτεχνία και ποίηση, και μέχρι τα δεκατρία τα είχα «καταβροχθίσει» όλα.

Κανείς δεν έμπαινε στον κόπο να ελέγξει τι διαβάζω καθώς και οι δυο γονείς έλειπαν μονίμως από το σπίτι, ενώ η όποια κοπέλα με κρατούσε, «βολευόταν» με ένα τόσο απορροφημένο παιδί.

Αργότερα στην εφηβεία άρχισα να επιλέγω εγώ τα αναγνώσματά μου και καθώς τότε μέναμε στην πλατεία Ασωμάτων, κοντά στο Μοναστηράκι και στα παλαιοπωλεία, έδινα όλο το χαρτζιλίκι μου σε βιβλία.

Οταν μου άρεσε ένας συγγραφέας, φρόντιζα να προμηθευτώ και όλα τα άλλα του βιβλία, με είχαν μάθει οι παλαιοπώλες και μου τα κρατούσαν.

Κάποια από αυτά είναι τώρα πια σπάνια και πολύτιμα. Ετσι διάβασα όλο τον Χεμινγουέι, τον Τερζάκη, τον Παπαδιαμάντη, τον Καραγάτση, τον Τουργκένιεφ, τον Εμίλ Ζολά, αλλά και σύγχρονους που ανακάλυπτα τυχαία, πολλές φορές από τον τίτλο ή από ένα εύηχο όνομα.

Ταυτόχρονα η μεγάλη μου αδελφή μετακόμισε στο Λονδίνο και όταν πήγαινα και έμενα εκεί στις διακοπές, έβρισκα στα Charity shops βιβλία που κόστιζαν μόλις λίγες πένες.

Ετσι απόκτησα και διάβασα το Ερωτευμένες γυναίκες του Ντ. Χ. Λόρενς στα δεκαπέντε, το 1984 του Οργουελ στα δεκαέξι και το Voyage Out της Βιρτζίνια Γουλφ στα δεκαεφτά.

Οταν επέστρεφα στην Ελλάδα, οι βαλίτσες μου ήταν πάντα υπέρβαρες με τα πολύτιμα ευρήματά μου.

Κάποια από αυτά τα βιβλία τώρα είναι σπάνιες εκδόσεις, με εξώφυλλα φιλοτεχνημένα από διάσημους ζωγράφους -αυτά είναι η δική μου περιουσία.

Κάπως έτσι απόκτησα και την ψυχολογία αλλά και τη φετιχιστική εμμονή του συλλέκτη.

Το βιβλίο ως αντικείμενο διεγείρει τις αισθήσεις μου και μου δημιουργεί ένα ρίγος στον αυχένα, ιδιαίτερα όταν το ανακαλύπτω σε σκονισμένα ράφια, σε σκοτεινά αχανή υπόγεια ή, τώρα πια, στην πίσω σειρά της δικιάς μου βιβλιοθήκης.

Τελευταίο βιβλίο της Αρ. Μαντόγλου είναι το μυθιστόρημα «Σώμα στη βιτρίνα» (Μεταίχμιο, 2017).