Θανάσης Χατζόπουλος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Βιβλία στο προσκέφαλο 

Πολυαγαπημένα, πολυδιαβασμένα, βιβλία που μας διαμόρφωσαν ή μας στήριξαν σε δύσκολες στιγμές. Πρόσωπα της γραφής ξεφυλλίζουν την «αυτοβιογραφική» βιβλιογραφία τους.

Ποιητής, ψυχαναλυτής, δοκιμιογράφος και μεταφραστής ο Χατζόπουλος αποτυπώνει μέσω των ποικίλων μεταμορφώσεων της γραφής του (ποιήματα, μεταφράσματα, δοκίμια) τη γυμνή και αδιαμεσολάβητη εμπειρία του βιώματος και της πυκνής αναπαράστασής του· συγκεκριμένα τη ρευστότητα του θανάτου και του θνήσκειν, τη σκοτεινιά του έρωτα και του επιθυμείν, της φύσης και των σωματικών προβολών της.

Εδώ ο σημερινός φιλοξενούμενος της στήλης μας (το 2013 τιμήθηκε με το βραβείο του Ιδρύματος Πέτρου Χάρη της Ακαδημίας Αθηνών και με το γαλλικό βραβείο ποίησης Max Jacob Etranger) μέσα από μια ονειρική περιπέτεια ψηλαφεί, εμμονικά και περιπαικτικά, τον χώρο της αναγνωστικής εμπειρίας. 

Επιμέλεια Μισέλ Φάϊς 

«Ο καλύτερος τρόπος ν’ αρχίσεις να ονειρεύεσαι είναι μέσω των βιβλίων». (¹) 

Ονειρεύτηκα κάποτε πως χρειαζόταν να διαβάσω μια φράση με συγκεκριμένο περιεχόμενο -ήταν γραμμένη σε ένα δελτάριο- που μπορούσα ίσα ίσα να τη συλλαβίσω καθώς, φευ, ήταν γραμμένη στα λατινικά.

Φευ ακριβώς, γιατί οι γνώσεις μου στα λατινικά περιορίζονται στη γνωστή εναρκτήρια φράση τού πάλαι ποτέ αναγνωστικού των Λατινικών, το οποίο την εποχή που βρισκόμουν στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση αποτελούσε το εγχειρίδιο ανάγνωσης για την εκμάθηση της νεκρής αυτής γλώσσας.

Το όνειρο ήταν σαν να με έβαζε απέναντι σε μια δοκιμασία για την οποία δεν ήμουν καθόλου έτοιμος, και αυτή ήταν η «ανάγνωσή» του την εποχή που το πρωτοείδα.

Ομως οι αναγνώσεις, όπως και οι ερμηνείες των ονείρων, δεν οδηγούν από την ίδια οδό στη Ρώμη, ούτε πάντοτε σε αυτήν.

Γιατί όσο κι αν η ανάγνωση αυτή ήταν εν μέρει ορθή, άλλο τόσο εξαντλούσε το όνειρο σε μια μάλλον επιφανειακή και βιαστική του προσέγγιση. 

Χρειάστηκε το όνειρο να επιμείνει, δηλαδή να επαναληφθεί, συμβαίνει αυτό με μερικά αργόσχολα και επίπονα όνειρα, προκειμένου να στείλει το αληθινό μήνυμά του.

Μόνο που η επανάληψη δεν ήταν μια επανάληψη στείρα. Εκτός από κάποια άλλα στοιχεία του ονείρου, που μετατρέπονταν από παραλλαγή σε παραλλαγή, την τρίτη φορά που ονειρεύτηκα αυτή τη φράση, γιατί η φράση παρέμενε η ίδια σαν ένα βαρυσήμαντο μήνυμα που κυριαρχούσε στο όνειρο, κατάφερνα επιτέλους να τη διαβάσω.

Δεν θα αποκαλύψω το περιεχόμενό της, γιατί το νόημα του ονείρου δεν περιοριζόταν εντέλει σε αυτό.

Εκείνο που είχε τη μεγαλύτερη σημασία, και μου δημιούργησε εντέλει τη μεγαλύτερη έκπληξη, ήταν το ίδιο το γεγονός της ανάγνωσης της λατινικής φράσης χωρίς να γνωρίζω γρυ λατινικά. 

Τι είχε μεσολαβήσει από την πρώτη ώς την τρίτη εκδοχή του ονείρου, εκτός από τη μετατροπή της δοκιμασίας, όπως είχε ερμηνευτεί στο πρώτο της σειράς αυτών των ονείρων, σε επιθυμία.

Γιατί η ερμηνεία της ανάγνωσης ως δοκιμασίας ήταν αρχικά λαθεμένη και έστρεφε την πυξίδα του ονείρου αλλού από εκεί που πεισματικά έδειχνε η μαγνητική βελόνα.

Το όνειρο μιλούσε για τη δική μου επιθυμία να μπορώ να διαβάσω λατινικά.

Κι αυτό ήταν ένα απωθημένο, που θα παραμείνει έτσι, βγαλμένο από τον ορίζοντα των βιβλίων που κυκλοφορούσαν γύρω μου στην παιδική μου ηλικία.

Οχι εκείνων που μπορούσα να διαβάζω, αλλά εκείνων που ονειρευόμουν να διαβάσω.

Και το όνειρο, το όνειρο καθαυτό, μιλούσε ακριβώς γι’ αυτή την επιθυμία που θα παρέμενε για πάντα στην κατάσταση της επιθυμίας, χωρίς να κινδυνέψει να χαθεί -υπάρχουν και τέτοιες άπαξ επιθυμίες- επειδή έρχεται κάποτε η στιγμή να ικανοποιηθεί και να πραγματοποιηθεί. 

Ετσι το όνειρο δεν μιλούσε τόσο για τη φράση του δελταρίου όσο για τη γλώσσα στην οποία ήταν γραμμένη η εν λόγω φράση, τα λατινικά που δεν διδάχθηκα και δεν έμαθα ποτέ επειδή στράφηκα προς τις λεγόμενες θετικές επιστήμες.

Ομως η επιθυμία, ο ορίζοντας αυτής της επιθυμίας παρέμεινε σταθερός.

Κι αυτό επειδή εκτός από το εν λόγω αναγνωστικό, που παρέμεινε ένα εγκόλπιο μυστικών φράσεων συνδεδεμένων με τη φράση του ονείρου, εκτός από τις βιβλιοθήκες που με περιέθαλπαν παιδιόθεν και φιλοξενούσαν βιβλία τα οποία με τον καιρό δεν άργησαν να μου γίνουν προσιτά, υπήρχαν στο προσκέφαλο του γονεϊκού κρεβατιού, από την πλευρά που ξάπλωνε η μητέρα μου, η φιλόλογος που δίδασκε τις νεκρές γλώσσες ζωντανεύοντάς τις, βιβλία με τους παράξενους τίτλους De bello Gallico, De bello civili, κάποιου Gaio Giulio Cesare. 

Δεν άργησα να ζητήσω εξηγήσεις για όλο αυτό το άγνωστο, που με περιέβαλε και που βρισκόταν στην κατάσταση της άγνωστης «λατινικής προς ανάγνωση φράσης» μέσα στο οικείο και οικιακό περιβάλλον, μαζί με όλα τα άλλα μυστήρια που περιτριγυρίζουν κάθε παιδί.

Ομως αυτό το μυστήριο, αυτή η νεκρή και απλησίαστη γλώσσα, που πήρε για μένα τη μορφή του άβατου μυστικού το οποίο δεν θα μπορούσε να μου ανοιχτεί παρά μόνο μέσα από τα βιβλία, παρέμεινε και κράτησε ζωντανή τόσο την επιθυμία της αποκρυπτογράφησης όσο και εκείνη του ορίζοντα των βιβλίων που όσο και να πλησιάζουμε εκείνος ξεμακραίνει και μας επιτρέπει να φανταζόμαστε, να ονειρευόμαστε, και να ξεμακραίνουμε εντέλει κι εμείς μαζί του.

Κι έτσι αυτό το ταξίδι προς και από αυτό τον άλλοτε πραγματικό και άλλοτε φανταστικό ορίζοντα της ανάγνωσης δεν συνιστά παρά μια σταθερά για την οποία είναι πάντοτε υπεύθυνα τα βιβλία.

Είτε είναι γραμμένα στα ελληνικά, στα γαλλικά ή στα αγγλικά. Είτε στα λατινικά.

Δεν έχει τόσο σημασία που δεν μπορεί ο ενδιαφερόμενος να τα διαβάσει.

Φτάνει να τα ονειρεύεται. Καμιά φορά τα γράφει κιόλας ο ίδιος κι ελπίζει ότι κάποιοι άλλοι θα τα διαβάσουν.

Και με τις λέξεις τους, τις λέξεις του, ακόμα και τις άγνωστες, κυρίως με αυτές, μπορεί κι εκείνοι να ονειρεύονται. 

❖ Τελευταίο βιβλίο του Θ. Χατζόπουλου είναι η ποιητική συλλογή «Φιλί ζωής» (Κίχλη, 2016). 

(¹) Μπερνάντο Σοάρες (Φερνάντο Πεσσόα), Το βιβλίο της ανησυχίας, τόμος β΄, (μετάφραση: Μαρία Παπαδήμα), εκδόσεις Εξάντας, 2007, σελ. 279.