Πέτρος Γκολίτσης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Αν στην Αν Σέξτον οι λέξεις λειτουργούν σαν ένα «σμήνος μελισσών» και αν η συγκεκριμένη ποιήτρια ξεγελά τον χρόνο γράφοντας, η Ελσα Κορνέτη (Μόναχο, 1970) μέσω των δικών της λέξεων μας περνά σε μια «χωρική συσπείρωση του χρόνου» και συγκεκριμένα σε μια αριστοφανική «Νεφελοκοκκυγία».

Εκεί, στο ενδιάμεσο ανθρώπων και θεών ελέγχει και κατευθύνει ως διευθύντρια ορχήστρας τις λέξεις, αποφασίζοντας άλλοτε να αφήσει την τσίκνα −απ’ τις σφαγές των θυσιασμένων ζώων και ζωών− να περάσει προς τα πάνω, προς τέρψη των θεών, και άλλοτε να αφήσει την παρουσία των θεών να κατέβει στα γήινα.

Μεταξύ ουρανού και γης η Κορνέτη εξ αρχής μάς δηλώνει πως το ίδιο το βιβλίο, τα «ΑγγελόΠτερά» της, είναι και λειτουργεί σαν πουλί. Μας καλεί μέσω της αφής σε μια διαδραστικότητα, όπου κινούνται ταυτοτικά και αμφίδρομα η ζωγραφική με την ποίηση, το καλλιτεχνικό έργο με τον κόσμο (ως universe) και η ίδια η ποιήτρια με τον αναγνώστη. Και εκεί συναντούμε επαναληπτικά τα παράξενα παραμυθο-πλάσματά της και τα μυθο-ποιητικά μορφώματά της.

Ενδεικτικά, βλέπουμε το σμήνος όχι των «μελισσών-λέξεων» της Σέξτον αλλά ένα «σμήνος γυναίκες φανάρια», σε μια αναλογία με τις δισυπόστατες μορφές του Μίλτου Σαχτούρη, όπου η μια ιδιότητα δεν υποσκελίζει την άλλη και ούτε απαραίτητα ορθώνεται μια εικόνα που συναπαρτίζεται από τα δύο αυτά μέρη όπως τίθενται.

«Γυναίκες φανάρια» λοιπόν κυριολεκτικά, που «με κίτρινα μάτια γαλάζια φτερά και μεγάλους αιμάτινους μαστούς», μας ξεδιψούν όποτε εμείς το ζητήσουμε. Αρκεί να ανοίξουμε το βιβλίο. Κι όποτε το κάνουμε η ποιήτρια μας πετάει από ένα κόκκινο μήλο. Κι εμείς δεν έχουμε παρά να θηλάσουμε επαναληπτικά το αίμα από τους ιπτάμενους αυτούς κρουνούς.

Η Κορνέτη μάλιστα, στην τόσο χαρακτηριστική αυτή εικονοποιία, εμφανίζεται σαν «ένας βρικόλακας που χώνει το σουβλερό του δόντι βαθιά στο κρέας των λέξεων», των λέξεων των άλλων, των λέξεων-λαιμών, με τους λαιμούς να ορθώνονται σαν λαιμοί πτηνών να ξεχωρίσουν. Λειτουργώντας η ποιήτρια εδώ πρωτίστως ως αναγνώστης, πίνει το αίμα των άλλων καλλιτεχνών και βάφει το φωτεινό της δέρμα στις αποχρώσεις του γκρι.

Εκεί στο γκρίζο του ουρανού, βλέπουμε τον εικαστικό Ρενέ Μαγκρίτ να μας βρέχει με τα «κουστουμαρισμένα μαύρα ανθρωπάκια» του, αυτά με τα «φτερά των αγγέλων», τον Κροάτη ζωγράφο του 16ου αιώνα Mihajlo Hamzic να εμφανίζεται ως «ο μοναδικός άγγελος με φτερά παπαγάλου», τον Τζον Κιτς ως τον άγγελο-ποιητή που γράφει επαναληπτικά ως νεκρός το όνομά του στο νερό και τον Τζιακομέτι, που δεν υπάρχει πια, να απολαμβάνει τον καφέ του μέσω των «ψηλόλιγνων ανθρώπων» του στα καφέ του Παρισιού.

Η ποιήτρια παραμένοντας αβρή και στιβαρή γέρνει το κεφάλι για να αφουγκραστεί και να δώσει φωνή στα πρωτοπλάσματά της που λειτουργούν ως alter ego της.

Αν η Σέξτον, περνώντας στη ποιήτρια Χλόη Κουτσουμπέλη (Θεσσαλονίκη, 1962), διεκδικεί το δικαίωμα στο ουρλιαχτό, αποκαλύπτει «οικογενειακά μυστικά», κάνει χρήση «αντιποιητικών» λεπτομερειών του γυναικείου σώματος, παραμένοντας ώς τέλους ένα κορίτσι πληγωμένο που ζητά την προσοχή και την αγάπη όσων την περιτριγυρίζουν, η Θεσσαλονικιά ποιήτρια, στο νέο της ποιητικό βιβλίο «Οι ομοτράπεζοι της άλλης γης», κινείται ακριβώς αντίστροφα, δίνοντας αγάπη και χώρο στον άλλον, στην πραγματική και στην παραμυθητική του έκφανση.

Ως είσοδο στο παραμυθο-ποιητικό σύμπαν παραθέτουμε δύο σύντομα ποιήματά της. Τις «Αδειες Μέρες»: «Οι άδειες μέρες / Πάνω σε τσιγκέλια / κρεμασμένες / ωμές και ψόφιες / οι μέρες της ζωής μας / ενώ ο κρεοπώλης χρόνος / τρίβει χαρούμενα τα χέρια» («Στον αρχαίο κόσμο βραδιάζει πια νωρίς», Γαβριηλίδης, 2012) και το «Οταν μπαίνεις μέσα μου»: «Οταν μπαίνεις μέσα μου, / το πάπλωμα γεμίζει ρύζι και γαλάζια αυγά. / Μα την ίδια στιγμή, / μια πόρτα με θόρυβο ανοίγει, / σε κρύο διάδρομο, / σε άδειο σπίτι. / Στην οδό Αγίου Δημητρίου, / ένα κοριτσάκι μού γνέφει λυπημένα» («Η Λίμνη, ο Κήπος και η Απώλεια», εκδ. Νέα Πορεία, 2006).

Ποιήματα που μας ανοίγουν σε μια θηλυκή εκδοχή, ας μας επιτραπεί, του Σαχτούρη. Που πέρα από μια σκοτεινή, ασαφή θα λέγαμε ανατριχίλα, που παραπέμπει σε αμερικανικά κινηματογραφικά θρίλερ που πραγματεύονται αμβλώσεις, έρωτες χωρίς ανταπόκριση και μεταφυσικές εν γένει παρεμβάσεις, μας ανοίγουν σε μια εικονοποιία που εικαστικά θα την τοποθετούσαμε μεταξύ του Francis Bacon και του Marc Chagall με «πινελιές» του Edward Hopper και μια πατίνα ρετρό επίσης παρούσα.

Η Κουτσουμπέλη στο νέο της βιβλίο, επαναπροσδιορίζοντας εκ νέου τις προτεραιότητές της και τη σχέση της με το υπαρκτό και με την απώλεια, τοποθετεί στη θέση της απουσίας του «άλλου» το ίδιο το ποίημα και κυρίως την αφήγηση-εκφώνησή του. Ενα ποίημα που όχι μόνο φέρει το παράπονο και ίσως τη γλύκα του βλέμματος ενός ζωντανού ανθρώπου, αλλά κινούμενο πέρα από τη νοσταλγία, με τρόπο αιχμηρό και ευθύβολο, στοχεύει στο δόξα πατρί του κόσμου.

Συμπληρώνοντας επαναληπτικά το κενό με την ανάδυση της φωνής, με τα ηχοχρώματα, τη θέρμη της και την αμεσότητα της συγκεκριμένης απεύθυνσής της. Χωρίς να πετυχαίνει πάντοτε τον στόχο στο κέντρο, θα λέγαμε πως τον πλευρίζει με τρόπο γνήσιο και απέριττο, συμπυκνώνοντας και ξετυλίγοντας τα αλλόκοτα και απρόβλεπτα παραμυθο-ποιήματά της σαν ένα κουβάρι πλάι στο τζάκι.

Ποιήματα που καρφώνονται μέσα μας και μεταφέρουν ατόφιο τον σπαραγμό, αφήνοντας τα ερωτήματα της παρουσίας-απουσίας να λειτουργούν και ως μουσικές παύσεις.