Κατρίν Καρυπίδου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η λογοτεχνική ψευδωνυμογραφία είναι από τα μείζονα ζητήματα τα οποία αφορούν όχι μόνο την πατρότητα και την υφολογική, υφομετρική και εργοβιογραφική ταξινόμηση ενός κειμένου, αλλά συνιστά και μια μακρά παράδοση της καθ’ ημάς ιστορίας της λογοτεχνίας, καθώς έχει αποτελέσει για πολλές γενιές μια καθ’ έξιν πρακτική λογοτέχνες και κριτικοί να υπογράφουν είτε μόνο με το λογοτεχνικό τους ψευδώνυμο είτε εναλλακτικά, πότε με το αληθινό τους όνομα και πότε με ψευδώνυμο, ανάλογα με το ύφος των κειμένων τα οποία δημοσίευαν.

Ο Οδυσσέας Ελύτης, ο Γιώργος Σεφέρης, ο Στρατής Τσίρκας, η Ελένη Ουράνη, ο Κοσμάς Πολίτης, ο Μ. Καραγάτσης, η Ντόρα Ρωζέττη και πιο πρόσφατοι, ο Αύγουστος Κορτώ κ.ά. καταξιώθηκαν λογοτεχνικά με το ψευδώνυμό τους.

Χάρη στην εξαντλητική και επίμονη εργασία του Κυριάκου Ντελλόπουλου, έχουν αποδελτιωθεί από το 2005 4.117 ψευδώνυμα για 2.261 συγγραφείς.

Αν σκεφτεί κανείς ότι μόνο ο Εμμανουήλ Ροΐδης είχε χρησιμοποιήσει 33 ψευδώνυμα για να υπογράψει κείμενά του, αντιλαμβανόμαστε τη δημοφιλία της ψευδωνυμικής μεθόδου, για λόγους τις περισσότερες φορές αισθητικούς, σατιρικούς, οικονομικούς, πολιτικούς, έμφυλους, πάντοτε στο πλαίσιο του λογοτεχνικού παιγνίου.

Ωστόσο, υπάρχουν και εκείνες οι ελάχιστες περιπτώσεις, για τα δεδομένα του σύγχρονου δυτικού πολιτισμού, στις οποίες η ετερωνυμία δεν εμπίπτει σε όρους λογοτεχνικού παιχνιδιού, αλλά αποτελεί ένα εκ των ων ουκ άνευ πέπλο συσκότισης της πραγματικής συγγραφικής ταυτότητας, μια αναπόδραστη πρακτική απαραίτητη για την επιβίωση του συγγραφέα.

Ζοφερή καθημερινότητα

Τέτοια είναι η περίπτωση του Bandi, του Βορειοκορεάτη συγγραφέα της εξαίρετης συλλογής διηγημάτων με τον τίτλο «Η καταγγελία».

Ο Μπαντί, ψευδώνυμο που σημαίνει Πυγολαμπίδα, είναι μέλος της Ομοσπονδίας Συγγραφέων της Γιο-σε ον (παλιά ονομασία της Κορέας) και καταφέρνει, με κίνδυνο της ζωής του και με τη συνδρομή μιας έμπιστης συγγενούς του, να φυγαδεύσει τα διηγήματά του έξω από τον ασφυκτικό κλοιό της λογοκρισίας που επιβάλλει το απολυταρχικό καθεστώς της χώρας του αξιώνοντάς τους το φως της δημοσιότητας.

«Εδώ και πενήντα χρόνια ζω στη Βόρεια Κορέα Μιλάω σαν αυτόματο Με το κεφάλι στον ζυγό. Γράφω αυτές τις ιστορίες, Οχι από ταλέντο Αλλά από αγανάκτηση, Οχι με πένα και μελάνι, αλλά και με τα κόκαλά μου και δάκρυα από αίμα… αγαπητέ αναγνώστη, Σε εκλιπαρώ να τις διαβάσεις!», γράφει στον συγκλονιστικό πρόλογο του βιβλίου ο αντικαθεστωτικός συγγραφέας, που αυτοσυστήνεται ως εκπρόσωπος των κατοίκων της Βόρειας Κορέας και επιθυμεί με το έργο του να φωτίσει τη βυθισμένη στην ένδεια, απομόνωση και αστυνομοκρατία χώρα του.

Τα επτά συγκλονιστικά διηγήματα του βιβλίου, τα οποία εξιστορούν αντίστοιχα επτά οικογενειακές ιστορίες από τη ζοφερή καθημερινότητα στο παράλληλο σύμπαν της βορειοκορεατικής επικράτειας, είναι δείγματα γραφής που προκαλούν στον αναγνώστη απανωτά κύματα συγκινησιακής φόρτισης.

Οι ιστορίες έχουν τη μορφή ντοκουμέντου, χωρίς να στερούνται λογοτεχνικότητα, παρέχοντας στον αναγνώστη όχι μόνο αισθητική απόλαυση, αλλά και απίστευτες αποκαλύψεις για τον τρόπο ζωής σε ένα προσωποπαγές απολυταρχικό καθεστώς που συχνά αντιμετωπίζεται μάλλον με γραφικότητα από τους πολίτες των δυτικών κοινωνιών.

Οι ήρωες των διηγημάτων μοιράζονται όλοι τα εξής κοινά χαρακτηριστικά: τον φόβο, την υποταγή στο καθεστώς, την αγωνία τής μη παρέκκλισης από τη δογματική γραμμή της τυφλής αφοσίωσης στον Μεγάλο Ηγέτη, τον ασφυκτικό έλεγχο από τα όργανα του κράτους, τον προληπτικά πνιγηρό αυτο-έλεγχο στην έκφραση συναισθημάτων και πεποιθήσεων οι οποίες μπορεί να επισύρουν την υποψία της αντικαθεστωτικής συμπεριφοράς, την εξοργιστική απουσία ενσυναίσθησης από τις δυνάμεις καταστολής και ελέγχου, την απαρέγκλιτη ενσωμάτωση στο αδιαφοροποίητο πλήθος, όπου ζητούμενο είναι η άρση της υποκειμενικότητας και της ατομικότητας έτσι ώστε να υπηρετείται απρόσκοπτα ο μηχανισμός ελέγχου και τέλος, η κραυγή για ανάσα ελευθερίας, που οδηγεί αναπότρεπτα στην εξορία, την αυτοχειρία, τη θανατική καταδίκη.

Η αγνωμοσύνη απέναντι στον Σέολ-Γιονγκ σου στη «Φτελιά-Θησαυρός», οι φοβίες ενός μικρού παιδιού για τα πορτρέτα των ηγετών του καθεστώτος στην «Πόλη των Φαντασμάτων», η εμμονική άρνηση του κράτους απέναντι στην επιθυμία ενός γιου που θέλει να επισκεφθεί την ετοιμοθάνατη μητέρα του στο συγκλονιστικό «Τόσο κοντά, τόσο μακριά», η πίστωση μιας οικογένειας με τον «Αριθμό 149» της υπηρεσίας κοινωνικών φρονημάτων για ένα κασόνι με φυτά ρυζιού στη «Φυγή», το νοσηρό παραμύθι με τα γέλια, για την πιο αποτρόπαια μορφή μαγείας στο «Πανδαιμόνιο», ο εξαναγκασμός σε θρηνητικό δημόσιο πένθος για τον Μεγάλο Ηγέτη, ακόμη και από μητέρες που έχασαν μικρά παιδιά στην υπηρεσία του κρατικού μηχανισμού στη «Σκηνή», το τοξικό «Κόκκινο Μανιτάρι» στο ομώνυμο τελευταίο διήγημα της συλλογής.

Ο Bandi παραθέτει τα γεγονότα, ο αφηγητής παρεμβαίνει σχολιάζοντας με τρόπο οξύ και αφυπνιστικό δίνοντας φωνή στον εσωτερικό κόσμο των ηρώων του.

Μια σημαντική εκδοτική κατάθεση από τις Εκδόσεις Παπαδόπουλος, σε άρτια μετάφραση του Βασίλη Κιμούλη, που σκιαγραφεί αδρομερώς την αντίστιξη ανάμεσα στη δημοκρατία και τα ανελεύθερα καθεστώτα του ισοπεδωτικού ελέγχου, της μαζικής συμμόρφωσης και λογοκρισίας, πάνω απ’ όλα όμως και της πλήρους απαξίωσης της ανθρώπινης ζωής και ύπαρξης.