Καθώς όλο κι έρχεται ο χειμώνας και οι μέρες μας όλο και μικραίνουν, όλο και το σκέφτομαι: ήξερε άραγε ο Μολιέρος πόσο παλιά ζούσε; Πόσο παλιά, πόσο παλιά ήταν τότε; Πώς αυτό το Τώρα που έλεγε -θέλοντας να περιγράψει ακριβώς ένα τώρα- θα ξεμάκραινε, όλο και θα ξεμάκραινε μέσα στον χρόνο, τόσο ώστε κανένας ορίζοντας να μην μπορεί πια να το χωρέσει; Είναι που ένα Τώρα γερνάει απότομα. Οταν το επόμενο Τώρα φτάσει (δηλαδή σχεδόν αμέσως), το πρώτο Τώρα έχει κιόλας συνταξιοδοτηθεί και είναι έτοιμο για απόσυρση. Και όλα τα Τώρα δεν είναι στην πραγματικότητα τίποτα άλλο παρά Τότε που βιαστήκαν να δηλώσουνε την παρουσία τους.
Ηξερε λοιπόν ο Μολιέρος πως οι χρονολογίες του, όλες εκείνες οι χρονολογίες του θα σκονιστούν, θα μαραθούν και ύστερα θα πέσουν από το κλαδί τους; Τόσο ώστε να μην αντέχουν άλλο εκεί έξω στον ήλιο και στον χρόνο και τελικά μην μπορώντας να κάνουν αλλιώς θα τρύπωναν στην Ιστορία αναζητώντας καταφύγιο; Εκείνο το 1622 της γέννησης. Εκείνο το 1673 του θανάτου. Και όλες οι ημερομηνίες ανάμεσα. Και ύστερα κι άλλες. Κι άλλες ημερομηνίες, μέρες, αριθμοί. Πως θα μίκραιναν τόσο ώστε να χωρούν σε ένα Τότε χωρίς σαφή χρονική αναφορά. Αλλά μαζί τα έργα, οι παραστάσεις, τα λόγια του; Ηξερε όταν τα έγραφε πως όλα αυτά μια μέρα δεν θα είναι τίποτα άλλο παρά αποδείξεις πως το παρελθόν υπήρξε; Και πως μέσα στο παρελθόν αυτό υπήρξε και ο Μολιέρος;
Αναρωτιέμαι λοιπόν -ενώ όλο κι έρχεται ο χειμώνας και οι μέρες μας όλο και μικραίνουν- αν γνώριζε ο Μολιέρος πως αυτό το τώρα του θα είναι για εμάς ένα παλιά, τόσο παλιά. Πως ό,τι ονομάζει Εδώ θα γίνει κάποτε κάτι μακρινό, θολό, σχεδόν άπιαστο. Ηξερε, άραγε ο Μολιέρος πως ο χρόνος του, ο δικός του χρόνος, ήταν ένας χρόνος παλαιός; ΄Η μήπως πίστευε πως βρίσκεται σε ένα τώρα, ένα τώρα ανάμεσα στο χθες και το αύριο;
Σε κάνει να αναρωτιέσαι. Και αναρωτιόμαστε συχνά. Ο Μολιέρος. Ηξερε άραγε πως ζει -αυτό θα το ήξερε- αλλά πως ζει πριν από εμάς; Τόσο πριν μάλιστα που όταν εμείς -που δεν μας ξέρει- θέλουμε να πούμε πως κάτι έγινε παλιά, εμείς -που βεβαίως τον ξέρουμε- θα λέμε: Παλιά, πολύ παλιά. Στην εποχή του Μολιέρου.
Οταν έγραφε τον «Δον Ζουάν», τον «Μισάνθρωπο» ή τον «Ταρτούφο», γνώριζε άραγε πως τα έργα αυτά θα επαναληφθούν; Και πως κάθε επανάληψή τους θα είναι μαζί και ένας νέος επιμερισμός του χρόνου; Και μια επιβεβαίωση. Επιβεβαίωση πολλών πραγμάτων. Πως ο χρόνος κυλάει. Πως στα θέατρα ανεβαίνουν διαρκώς τα ίδια έργα. Πως τα δευτερόλεπτα περνούν. Και πως ο Μολιέρος έζησε παλιά, τόσο παλιά.
Και μαζί πως εμείς εδώ τώρα, αν έχουμε να πούμε κάτι για τον χρόνο είναι να διαβάζουμε βιβλία, να βλέπουμε θεατρικά και ταινίες και να παριστάνουμε πως ασχολούμαστε με το περιεχόμενό τους. Ενώ το μόνο που κάνουμε στην πραγματικότητα είναι να ψιθυρίζουμε την ημερομηνία στην οποία γράφτηκαν. Που είναι πάντοτε η ίδια ημερομηνία.
Μια ημερομηνία παλιά. Που μια μέρα θα γίνει και δική μας ημερομηνία. Αν διαβάζουμε, αν γράφουμε και αν ακούμε είναι ακριβώς γι’ αυτό: για να επιβεβαιώσουμε πως η ημερομηνία αυτή δεν μας έφτασε ακόμη.
Και αναρωτιόμαστε συχνά. Κάποιες φορές φωναχτά. Και όλο και πιο συχνά ανησυχούμε. Για τον Μολιέρο. Για τον χρόνο του. Για τις ερωτήσεις που έθετε στον εαυτό του.
Αναρωτιόμαστε ακόμα και για αυτό:
Ηξερε άραγε ο Μολιέρος
και ήξερε κυρίως
πως εμείς θα τον ξεχνάμε τόσο πολύ
-όλο και πιο πολύ-
Κάθε φορά που τον θυμόμαστε;
