Είναι πολλοί αυτοί που έγραψαν και θα γράψουν πως ο Κόρμακ ΜακΚάρθι υπήρξε ο σημαντικότερος συγγραφέας της εποχής μας. Και ενώ συμμερίζομαι αυτή την απόφανση, ταυτόχρονα πιστεύω πως δεν είναι η κατάλληλη για να συνοδέψει τον μεγάλο συγγραφέα στο φευγιό του.
Οι αξιολογικές κρίσεις, τα βραβεία, οι βαθμολογημένες επιδόσεις ανήκουν σε έναν κόσμο δεκαδικό. Η επιτυχία του ΜακΚάρθι, όμως, δεν ήταν η ποιότητα των γραπτών του, η αισθητική κορύφωση της γραφής, η λογοτεχνική επίτευξη. Αυτό που προέχει είναι η συντριπτική ουσία τους. Αυτή που περιέχει τη γραφή και την αισθητική αλλά δεν περιορίζεται σε αυτές.
Ο κόσμος των βιβλίων του Κόρμακ ΜακΚάρθι είναι ένας κόσμος που κουβαλά τον θυμό του κατακλυσμιαίου γεγονότος που τον συνέταξε. Τη βία και την αναγκαιότητα, την εκτεθειμένη ύπαρξη, το βάρος του οριστικού. Είναι η απόγνωση από την έκλειψη του ανθρώπου και η συνειδητοποίηση πως ο άνθρωπος, όπως τον διεκδικούν όλοι οι κοινωνικοί μύθοι, δεν ήταν ποτέ εκεί. Είναι ο λόγος ενός βιβλικού ποιητή τόσο στο γλωσσικό όσο και στο θεματικό επίπεδο. Γιατί ο ΜακΚάρθι υπήρξε ο θεματοφύλακας του πρωταρχικού.
Ο «Ματωμένος μεσημβρινός» του, το αναμφισβήτητο αριστούργημά του, θα στέκει για πάντα δίπλα στον «Μόμπι Ντικ» και το «Καθώς ψυχορραγώ» ως τα δομικά αυτά αμερικανικά αριστουργήματα που όχι μόνο έδωσαν μορφή στη λογοτεχνία, αλλά ταυτόχρονα επεξηγούν το νόημά της. Δεν υπήρξε ποτέ βιβλίο πιο βίαιο και πιο ματωμένο από τον «Ματωμένο Μεσημβρινό». Καθώς το διαβάζεις έχεις την αίσθηση πως ο συγγραφέας δεν περιγράφει, αλλά ανακαλύπτει την ίδια τη βία. Ο χαρακτήρας του δικαστή Χόλντεν, του αλμπίνο αυτού γίγαντα που ενσαρκώνει την καταγωγή του κακού, είναι ένας από τους πιο συγκλονιστικούς χαρακτήρες που επινόησε ο ανθρώπινος νους και μπορεί να τοποθετηθεί με άνεση δίπλα στον Μάκβεθ ή τον καπετάνιο Αχαάβ. Το κλείσιμο του βιβλίου είναι ένα από τα πιο στιλιστικά άρτια και εντυπωσιακά φινάλε που συνέταξε η ανθρώπινη αφήγηση. Ο «Ματωμένος Μεσημβρινός» είναι το μαύρο ποτάμι όπου η ανθρώπινη φαντασία βαφτίζεται εκ νέου.
Και είναι παράδοξο αλλά ο ΜακΚάρθι έγινε γνωστός από όσα ακολούθησαν το αριστούργημά του. Το «Ολα τα όμορφα άλογα» και την τριλογία των συνόρων, το «Καμία πατρίδα για τους μελλοθάνατους» και τον «Δρόμο». Εμπνευσμένη, συχνά μαγική, η δεύτερη αυτή περίοδος του έργου του ΜακΚάρθι δεν φτάνει το βάθος και την αναγκαιότητα της πρώτης του -σκληρής- περιόδου. Τη διαπραγμάτευση των ανθρώπινων ορίων στο «Child of god» (σύντομα από τις εκδόσεις Gutenberg), την κωμική πολυπλοκότητα του «Suttree», ή την άγρια σκοτεινάγρα του «Outer Dark».
Πολύ περισσότερο, αποσπασμένη από τις αλήθειες της πρώτης συγγραφικής φάσης, η δεύτερη περίοδος στέκει ως μια ελεγειακή παρανόηση. Στην πραγματικότητα όμως είναι σημείο μιας ενιαίας διαδρομής, μια άλλη ηλικία μιας συμπαγούς συγγραφικής χειρονομίας. Από εκεί αντλεί την ουσία της και μόνο έτσι μπορεί να γίνει πλήρως αντιληπτή στην ολότητά της. Οχι από τις επιτυχημένες (και λιγότερο επιτυχημένες) κινηματογραφικές μεταφορές και τα βραβεία που απέσπασε αλλά από τις λογοτεχνικές αυτές προϋποθέσεις τις οποίες διαδέχτηκε. Από τις παρακαταθήκες που επέτρεψαν τη διατύπωσή της.
Ο θάνατος του Κόρμακ ΜακΚάρθι μοιάζει με το τέλος ενός κόσμου. Ενός κόσμου κυρίως αρσενικού, σκληρού και απαισιόδοξου, φαταλιστικού και πολιτισμικά γυμνού στην εξέταση της ανθρώπινης μοίρας. Δεν βρισκόμαστε μπροστά στην εξάλειψη του κόσμου αυτού αλλά στη συρρίκνωση της συμβολικής του σημασίας. Ενός κόσμου καταδικασμένου να ζει για πάντα μέσα στα ματωμένα αριστουργήματα του Κόρμακ ΜακΚάρθι.
