ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Θωμάς Τσαλαπάτης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ολοι το γνωρίζουν, το καλοκαίρι δεν αγαπάει τα φαντάσματα. Ρίχνει το φως του κάθετο μικραίνοντας τους ίσκιους, ακριβώς για να εξαλείψει τα μέρη στα οποία θα μπορούσαν να κρυφτούν. Κουρδίζει τον ήλιο να στέκει εκεί πάνω για ώρες, απλώνοντας τη μέρα στην επικράτεια, εξορίζοντας τη νύχτα στον ελάχιστο αριθμό των ωρών. Ανεβάζει τις θερμοκρασίες όλο και ψηλότερα, όλο και ψηλότερα. Τόσο ώστε το να είσαι καλυμμένος με σεντόνι να μοιάζει κακή ιδέα. Ο αναμενόμενος ιδρώτας κάνει το βάρος του σεντονιού ασήκωτο, την ανάσα μια ανηφόρα. Μέσα στο τόσο φως όλα είναι ορατά, μέσα στην εγρήγορση του θερινού σώματος όλα είναι ορατά. Εδώ δεν υπάρχει χώρος για μυστήρια ή για δεύτερες σκέψεις. Το καλοκαίρι είναι ρεαλισμός και είναι κυριολεξία.

Αυτό που δεν γνωρίζουμε είναι το ποια είναι η γνώμη των φαντασμάτων για το καλοκαίρι. Σίγουρα η τόσο εχθρική του στάση είναι ένα στοιχείο που θα αποθάρρυνε ακόμα και τον πιο καλοπροαίρετο. Παρ’ όλα αυτά τα φαντάσματα είναι γνωστά για τη συγκαταβατικότητά τους. Τόσα χρόνια στα ίδια μέρη, στις ίδιες περιοχές. Τόσα χρόνια να κοιτούν τις γενιές να περνούν και να αλλάζουν. Τόσα χρόνια ανάμεσα σε φωνές, ανάσες και απώλειες διαφορετικών ανθρώπων. Οπως και να ’χει σε κάνουν να αποδέχεσαι την καχυποψία των άλλων.

Δεν είναι λίγοι αυτοί που πιστεύουν πως η επιλογή του λευκού χρώματος από τα φαντάσματα έγινε ακριβώς λόγω του καλοκαιριού. Με τον ίδιο τρόπο που τα σπίτια των νησιών αποφάσισαν πως το λευκό είναι το χρώμα που τους ταιριάζει, αυτό που θα φορούν καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου. Ετσι, κυρίως στα νησιά, τα φαντάσματα μπορούν να κινηθούν απαρατήρητα, ακόμα και την ημέρα. Ισως γι’ αυτό και οι περισσότερες καλοκαιρινές αναμνήσεις εισάγονται συνήθως από κάποιο νησί. Το χρώμα ευνοεί την παραγωγή τους.

Είναι επίσης και οι τουρίστες. Ολοι αυτοί που μέσα στην αγχωμένη αναζήτηση της πρόσκαιρης απόλαυσης δεν μπορούν να ξεχωρίσουν· το σταθερό από το πρόσκαιρο, το στιγμιαίο από το διαρκές, τους ζωντανούς από τους νεκρούς. Τα φαντάσματα ανάμεσά τους όχι μόνο περνούν απαρατήρητα, αλλά συχνά απολαμβάνουν συναναστροφές όμοιες με αυτές που συνήθιζαν πριν γίνουν φαντάσματα. Τους νοικιάζουν τα σπίτια τους, τους ξεναγούν στις περιοχές, τους σερβίρουν αμφίβολα ποτά. Γι’ αυτό όσοι επισκέπτονται τη χώρα μας μιλούν για αυτήν σαν μια χώρα του παρελθόντος. Για το αρχαίο μεγαλείο και την αμόλυντη φύση, για τους γλυκούς ανθρώπους και την ελληνική φιλοξενία. Δεν διαφωνούμε. Τα φαντάσματα είναι σίγουρα καλύτεροι οικοδεσπότες από εμάς.

Φαίνεται λοιπόν παράδοξη κάποιες φορές η τόση απέχθεια του καλοκαιριού προς τα φαντάσματα. Υπό μια άλλη οπτική θα μπορούσαν να ιδωθούν ως οι πιο πετυχημένοι εκπρόσωποί του. Κυρίως στην Ελλάδα. Μα ας μην το ξεχνάμε. Τα φαντάσματα είναι ξένα. Με όποιον τρόπο και σε όποιον τόπο, πάντοτε ξένα. Και το καλοκαίρι ένα ατελείωτο εδώ και τώρα. Η μισαλλοδοξία του δεν είναι μια δευτερογενής αντίδραση. Είναι δομικό του συστατικό. Το καλοκαίρι δεν αφήνει χώρο για αναμνήσεις. Είναι που το παρελθόν είναι μάλλινο και η ημερομηνία του η ναφθαλίνη. Αντίθετα το καλοκαίρι είναι σώμα. Μια μόνιμη υπενθύμιση των υλικών συστατικών του ανθρώπου. Το ακαριαίο χτύπημα που ορίζει τη στιγμή (την κάθε στιγμή) ως το μόνο χρονικό σημείο.

Τα φαντάσματα φυσικά όλα αυτά τα γνωρίζουν. Και όταν δεν μπορούν να κάνουν κάτι άλλο απλώς περιμένουν καρτερικά. Κρύβονται ανάμεσα σε μπουγάδες, απλώνονται εθελούσια με άλλα ασπρόρουχα, συμμετέχουν σε ερωτικές συνευρέσεις ως κουβαριασμένοι παρατηρητές σε κρεβάτια ενοικιαζόμενων δωματίων.

Και μόλις οι μήνες περάσουν είναι αυτά που θα μας υποδεχτούν. Και αυτά που θα μας επιβεβαιώσουν πως το καλοκαίρι μας μόλις τελείωσε και πλανάται και αυτό σαν φάντασμα ανάμεσά τους.