Η ζωή αρέσκεται να μυθολογεί τις εκδοχές της. Κυρίως τις πιο ακραίες. Το ελάχιστο καταστροφικό μέλλον που μπορεί να αχνοφαίνεται στο παρόν της. Χίλιες ταινίες καταστροφής θα σου το επιβεβαιώσουν. Προφητείες, προβλέψεις και αρχαίες σκηνές αποκάλυψης θα συνηγορήσουν υπέρ της διαπίστωσης. Η μεταφυσική, η τέχνη και το θέαμα αρέσκονται στο τέλος των πραγμάτων. Στο εκκωφαντικό αυτό κομμάτι της ενδεχομενικότητας. Τι γίνεται όμως όταν αρχίζει να μιλά για όλα αυτά η επιστήμη; Όταν οι προβλέψεις είναι όλες δυσοίωνες σε μια χρονική κλίμακα που μπορεί να μην απειλεί το άμεσο παρόν αλλά σίγουρα ακουμπά το εγγύς μέλλον;
Η καταστροφή του περιβάλλοντος δεν είναι πια απλώς μια υπόθεση που αφορά κάποιες ευαισθησίες μιας μειοψηφικής μερίδας του πληθυσμού. Οι πρωτόγνωρες θερμοκρασίες, η μεταβολή των καιρικών συνθηκών, οι διαρκείς κλιματικές καταστροφές αποδεικνύουν πως η αλλαγή έχει ήδη ξεκινήσει. Και ταυτόχρονα πως επί της ουσίας δεν υπάρχει καμία οργανωμένη αντίδραση απέναντι σε αυτή τη συνθήκη. Είναι καταστροφολογία; Είναι μεσσιανισμός; Είναι απλώς η μεγάλη απόδειξη της λογικής διαδοχής της αιτίας και του αποτελέσματος. Η ανθρωπότητα ρεμβάζει με δέος και ενθουσιασμό ένα κύμα που πρόκειται να την καλύψει. Ένα κύμα που η ίδια κατασκεύασε.
Πέρα από το άμεσα πρακτικό αποτέλεσμα -τις αλλαγές δηλαδή που η ίδια η κλιματική αλλαγή θα φέρει στις χώρες, στις πόλεις, στην ίδια την ανθρώπινη δραστηριότητα- τίθεται και ένα άλλο ερώτημα. Ένα καθαρά υπαρξιακό ερώτημα. Ποιο είναι το νόημα των πραγμάτων σε έναν κόσμο που τελειώνει;
Δεν μιλάμε φυσικά για μια άμεση καταστροφή. Πιο πολύ για μια αίσθηση πως τα εγγόνια ή τα εγγόνια των εγγονιών μας ίσως ζήσουν κάτι που εμείς οι ίδιοι ούτε καν μπορούσαμε να διανοηθούμε. Μια αίσθηση πως το τέλος γίνεται σταδιακά υπαρκτό κομμάτι της ανθρώπινης ιστορίας. Άρα, εμμέσως διαπερνά και την ίδια μας την καθημερινότητα. Τι επιπτώσεις μπορεί να έχει μια τέτοια παραδοχή στο πλαίσιο της ανθρώπινης ζωής; Αν ο κόσμος τελειώνει, γιατί συνεχίζουμε να κάνουμε ό,τι κάνουμε;
Επιβιώνουμε, προσπαθούμε να εξασφαλίσουμε τις καλύτερες δυνατές συνθήκες για εμάς και τους γύρω μας. Αλλά από εκεί και πέρα; Τι γίνεται ο κόσμος όταν του προσθέσεις τον περιορισμό του χρόνου; Ή, πιο σωστά, όταν αφαιρέσεις το ενδεχόμενο της διάρκειας από το κάθε ανθρώπινο προϊόν, την κάθε ανθρώπινη επίτευξη; Ποια ανθρώπινη δημιουργία θα έχει νόημα όταν ακόμα και το ενδεχόμενο της υλικής της ύπαρξης θα διακυβεύεται στο εγγύς μέλλον;
Καλώς ήρθατε στα χρόνια της μεγάλης ματαιότητας. Εδώ που ο χρόνος αλλάζει σχήμα. Εδώ που τίποτα πια δεν μοιάζει ιερό και αιώνιο αλλά κάθε τι κοιτάζει τον ουρανό εκτεθειμένο και αμφίβολο. Μια ματαιότητα που διαβρώνει τα ημερολόγια οριζόντια. Το αμφίβολο μέλλον, το ασταθές παρόν, αλλά ακόμα και το παρελθόν. Ποιο είναι το βάρος της Ιστορίας όταν η Ιστορία τελειώνει;
Το ίδιο βάρος που έχει και η απουσία της.
Δεν μιλάμε για την καταστροφή. Μιλάμε για την εισαγωγή της αίσθησης του τέλους στην ανθρώπινη δραστηριότητα. Για την αντίληψη αυτή του αναπότρεπτου σε έναν κόσμο απροετοίμαστο ακόμα και για τις ελάχιστες συγκινήσεις. Για έναν κόσμο χωρίς πίστη, χωρίς προοπτική και κυρίως χωρίς βούληση. Για έναν κόσμο που ήδη έχει αρχίσει να φύεται κάτω από τα πόδια μας.
Μοιάζουμε υπερβολικοί; Σίγουρα. Το ίδιο όμως και η κατάσταση του κόσμου την περίοδο που διανύουμε.
