ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Θωμάς Τσαλαπάτης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Τις μέρες αυτές διαβάζω το «Vineland». Ισως το λιγότερο αγαπητό στους πολλούς (κυρίως κριτικούς) μυθιστόρημα του Πίντσον. Το βιβλίο εκδόθηκε το 1990 και διαδραματίζεται στην Καλιφόρνια το 1984, χρονιά της επανεκλογής του Ρόναλντ Ρέιγκαν. Ανάμεσα στα παρανοϊκά μοτίβα του Πίντσον με τα υπέροχα λογικά άλματα, τις θεωρίες συνωμοσίας και τις απρόσμενες αναφορές και παρουσίες, εκεί όπου η δυνατότητα της φαντασίας αποτελεί το μόνο όριο της δημιουργίας, ο αναγνώστης νιώθει τον μελαγχολικό τόνο που κατοικεί στον πυρήνα του βιβλίου.

Είναι το ρέκβιεμ μιας γενιάς που αναλώθηκε απότομα, που δεν κατάφερε να αναπτύξει τις δυνατότητές της και να καταφέρει αυτά που πραγματικά μπορούσε. Είναι η γενιά της αμερικανικής υποκουλτούρας των 60s που τώρα αντικαθίσταται από τον ηδονιστικό καταναλωτισμό και τον κυνισμό των γιάπις. Είναι μια ιστορία μετά την ήττα, μια ιστορία για αυτούς που μείναν πίσω ενώ η ιστορία τούς ξεπέρασε.

Είναι αυτή η αίσθηση της γενιάς που αστόχησε που έχει κάτι το οικείο. Η ήττα αυτή που συντελέστηκε ενώ οι πολλοί ανώνυμοι φορείς της συνεχίζουν χωρίς συνήθως να αντιλαμβάνονται την ήττα τους ή έστω την πραγματική συνθήκη που κατοικούν. Αλλοι σταθεροί και άλλοι αλλαγμένοι, σίγουρα όλοι μεγαλωμένοι βιώνοντας ταυτόχρονα τις ατομικές ζωές τους και τις συλλογικές αλλαγές.

Μιλώ για την περίοδο από το 2008 μέχρι το 2015. Από τη δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου μέχρι το δημοψήφισμα. Για τα χρόνια αυτά που ωρίμασαν απότομα ένα σημαντικό κομμάτι της κοινωνίας, όρισαν την αντίληψη και την ηθική του, τον τρόπο του να βλέπει και να στέκεται στον κόσμο. Ακόμα και αν έχει χυθεί άπειρο μελάνι για τα χρόνια αυτά, η αίσθησή μου είναι πως αποτελούν χρόνια αχαρτογράφητα. Ακριβώς γιατί τα άπειρα υποκείμενα των διαφόρων διαδικασιών δεν έχουν αποκολληθεί από τα συμβάντα. Τα διαπραγματεύονται ακόμη, προσπαθούν να ερμηνεύσουν ή να συμφιλιωθούν. Τα βιώνουν ακόμη ως ενδεχόμενα, ως συντελεσμένες πιθανότητες που για κάποιον λόγο μοιάζουν ακόμη ανοιχτές.

Η περίοδος αυτή χαρακτηρίστηκε από τις κινητοποιήσεις, την ενεργοποίηση των υποκειμένων και τη ρευστοποίηση των βεβαιοτήτων. Την αίσθηση της επέκτασης των δυνατοτήτων. Ακόμα και αν η κρίση έφερνε απότομες αλλαγές και περιορισμούς, ακόμα και αν η διαδρομή έμοιαζε άγνωστη ή στρωμένη με αγκάθια, τα χρόνια αυτά κουβαλούσαν την αισιοδοξία του ξεκινήματος, μια συνθήκη κατά την οποία, ακόμα και αν δεν ξέρεις πώς ή πότε θα τελειώσει, συμμετέχεις με τους όρους που θα ορίσουν το τέλος της.

Η συλλογικότητα, η δημιουργία διαφορετικών κινήσεων διαφορετικού περιεχομένου, ο ταυτόχρονος συντονισμός των σκόρπιων δημιουργικών πυρήνων όρισαν τις δυναμικές και τα τότε ενδεχόμενα. Από το 15 και μετά όλη η ένταση καταλάγιασε, οι συλλογικότητες διαλύθηκαν και τίποτα δεν μπορούσε να συντονιστεί. Και αρχίσαμε να βουτάμε σταδιακά στην καχυποψία, την απογοήτευση, στην εξατομικευμένη εκδοχή του εαυτού μας που επιλέγει να συνεχίσει τη ζωή του κατά μόνας. Υστερα ήρθε η επέλαση της κυβερνητικής Ακροδεξιάς, η ρεβάνς της κυρίαρχης προπαγάνδας και τελικά η μουδιασμένη αντίδραση στα όρια της κατάφασης απέναντι στην πρωτόγνωρη συνθήκη της πανδημίας και στην εγκληματική διαχείρισή της.

Το ερώτημα είναι «Τι έμεινε;». Από αυτούς τους ανθρώπους, από αυτές τις στιγμές, από αυτές τις κινήσεις. Μιλούμε πια για αναμνήσεις ή για μια δυναμική πορεία μέσα στον χρόνο που έχει τις δυνατότητες να επιστρέψει; Ως αίσθηση, ως στάση, ως συλλογική χειρονομία. Είμαστε ήδη μια χαμένη γενιά ή η παύση ενός συνεχούς που ενδεχομένως θα ανέβει στο πάνω μέρος το κύκλου άλλη μια φορά;

Μετά τη νεκρή από γεγονότα παρένθεση των πρώτων χρόνων της πανδημίας, τα γεγονότα μοιάζουν και πάλι να επιταχύνουν τον ιστορικό χρόνο. Προς το παρόν καμία κίνηση δεν τα ακολουθεί. Ισως να είναι νωρίς. Ας είναι. Συχνά οι δυνατότερες μπόρες ξεκινούνε ψιχαλίζοντας.