ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Θωμάς Τσαλαπάτης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ο πολιτικός χρόνος και ο χρόνος της λογοτεχνίας δεν συμπίπτουν υποχρεωτικά. Πιο πολύ συνυπάρχουν δημιουργώντας ενίοτε ωσμώσεις. Τα πολιτικά γεγονότα δεν είναι πάντοτε αρκετά ώστε να γεννήσουν αλλαγές στη λογοτεχνία και την αισθητική. Και με τη σειρά της η τέχνη είναι συνήθως αρκετά λίγη ώστε να αλλάξει τη ροή των γεγονότων. Στις πιο καλές της στιγμές ίσως να καταφέρει να αλλάξει την αντίληψή μας για αυτά.

Το 1922 δεν είναι απλώς η χρονολογία της καταστροφής της Σμύρνης. Είναι η χρονολογία που επαναπροσδιορίστηκε το συλλογικό φαντασιακό. Είναι η ημερομηνία-ταφόπλακα της Μεγάλης Ιδέας, της εδαφικής προοπτικής, της αποικιακής ονείρωξης και της αυτοκρατορικής νεκρανάστασης.

Η χρονιά που ένας θολός λαός θα έπρεπε ξαφνικά να έρθει αντιμέτωπος όχι με το ατελείωτο παρελθόν, ούτε με το σκοτεινό μέλλον, αλλά τελικά με το στενό παρόν του. Στενό όσο μια χερσόνησος πολιορκημένη από παράλληλα πελάγη.

Η ελληνική λογοτεχνία συνομίλησε τόσο με την καταστροφή όσο και με τις αλλαγές που αυτή έφερε στο φαντασιακό στους όρους του χρόνου και του χώρου, στην αντίληψη του μεγέθους και του εαυτού. Τίποτα πια δεν μπορούσε να είναι το ίδιο. Τα επικά παλαμικά ποιήματα, ο πατριωτισμός της ατελείωτης εκπνοής, οι πομπώδεις όροι της φυλής και του αίματος έληξαν απότομα.

Στη θέση τους ήρθαν για λίγο η απαισιοδοξία και η κλειστοφοβία του Μεσοπολέμου. Η ψιθυριστή μουσική, η ταραγμένη πλήξη, ο ουρανός που διαρκώς χαμηλώνει. Τη δεκαετία του ‘20 το παλιό με το καινούργιο συνυπήρξαν στη λογοτεχνική τους αποτύπωση. Οι διαφορετικοί δρόμοι που δεν ακολουθήθηκαν άρχισαν και τελείωσαν εδώ. Μία δεκαετία μετά, η λογοτεχνία μαζί με τα δοκίμια, τις διάφορες διαλέξεις, την αισθητική κτλ θα θέσουν τις βάσεις για ένα νέο ελληνικό αφήγημα.

Λιγότερο διαμπερές σε πολεμικές και εδαφικές διεκδικήσεις, στην υπερβολή ενός ονείρου άνευ όρων, σε ένα δανεικό μεγαλείο. Η γενιά του ‘30 θα οικοδομήσει μια αφήγηση συμπαγή, άλλοτε ποιητική και άλλοτε φλύαρη, που θα περιγράψει τα όρια του φαντασιακού και ταυτόχρονα θα καταφέρει να συμπεριλάβει το σύνολο των καλλιτεχνικών εκφάνσεων. Μέχρι και σήμερα είμαστε δέσμιοι αυτής της αφήγησης. Των όρων που έθεσε ώστε να αντιλαμβανόμαστε τον εαυτό και το παρελθόν, τη χώρα και τους κατοίκους της, την ποίηση και τους ποιητές.

Φέτος κλείνουμε 100 χρόνια από την επανεφεύρεση του ελληνικού εαυτού. Και είναι ένας εαυτός εξαντλημένος. Χιλιοειπωμένος και τεντωμένος σε όλες τις εκδοχές του, στα όρια της παραμόρφωσης. Τα πηγάδια εξαντλήθηκαν, οι πηγές στέρεψαν και οι λέξεις μας είναι αποδομητικές ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν μας.

Κουβαλάμε ως γενέθλια αρχή την καταστροφή. Και τραγουδάμε με τρόπο παρηγορητικό. Ακόμα και αν έχουμε ξεχάσει τι ήταν αυτό που μας πλήγωσε. Ακόμα και αν δεν είμαστε σίγουροι ποιο είναι αυτό το διαφορετικό της τύχης που θα μπορούσε να μας απαλύνει. Μα όλο αναλογιζόμαστε πως είναι κάτι άλλο αυτό που μας ταιριάζει. Πως κάτι είχαμε, πως κάτι χάσαμε, πως κάπου αλλού υπάρχει η πραγματική μας αντιστοιχία.

Και ίσως 100 χρόνια μετά να ήρθε η ώρα να θάψουμε επιτέλους τους νεκρούς μας, να συνθηκολογήσουμε με τα γερασμένα φαντάσματα και να αναζητήσουμε επιτέλους έναν νέο δρόμο και μια νέα προοπτική στο ύψος των αναγκών και της δικής μας αλήθειας.