Λίγο ώς πολύ κινούμαστε προκατειλημμένοι προς τις ταινίες ή τα έργα τέχνης. Μια παλαιότερη δουλειά, μια κριτική, οι κουβέντες ενός φίλου ή ενός γνωστού είναι αυτές που μας προκαταλαμβάνουν στέλνοντάς μας στις αίθουσες ή αποτρέποντάς μας. Είναι μια αθώα διαδικασία, απαραίτητη για την επιλογή και την κίνησή μας.
Τι θα γινόταν όμως εάν, αντί να αποφύγουμε να δούμε μια ταινία για την οποία δεν γνωρίζουμε τίποτα πέρα από το τρέιλέρ της, αποτρέπαμε τους πάντες από το να τη δουν επιχειρηματολογώντας κατά της ταινίας; Αν ήμασταν κριτικοί κινηματογράφου το λογικό θα ήταν να χάναμε τη δουλειά μας. Αν ήμασταν σχολιαστές με κάποιες αξιώσεις στον δημόσιο λόγο, θα είχαμε την απαίτηση από τους φίλους μας να μας συμμαζέψουν δείχνοντας κατανόηση. Και αν ήμασταν κομμάτι της ελληνικής δημόσιας σφαίρας, θα ήταν απλώς ακόμα μια Τετάρτη.
Προτού καν βγει στις αίθουσες η ταινία του Κώστα Γαβρά «Ενήλικοι στο δωμάτιο» για τα γεγονότα του 2015, βασισμένη στο βιβλίο του Γιάνη Βαρουφάκη «Ανίκητοι ηττημένοι», ξεσήκωσε αντιδράσεις. Περισσότερες αντιδράσεις από οποιαδήποτε ταινία θυμάμαι (δεν έχω προλάβει λόγω ηλικίας τον «Τελευταίο Πειρασμό»).
Νεοφιλελεύθεροι και ακροδεξιοί μακεδονομάχοι εγκαλούν τον σκηνοθέτη για την επιλογή του θέματος, την επιλογή της οπτικής και –κυρίως– την επιλογή του συγγραφέα στον οποίο βασίστηκε. Χωρίς φυσικά να έχουν δει την ταινία.
Μια σειρά από σχολιαστές σχολίασε, μια σειρά από αρθρογράφους αρθρογράφησε (προσωπικό αγαπημένο το «Γιατί δεν έδειρα τον Βαρουφάκη το 2015» του Χρήστου Ράπτη στο iefimerida καθώς και τα σχόλια του –πάντα εύστοχου– Δημήτρη Δανίκα στο «Πρώτο Θέμα» που λέει πως πέρα από τα 300 χιλιάδες δισεκατομμύρια (έχω χάσει το μέτρημα) που στοίχισε στην ελληνική οικονομία ο Βαρουφάκης, «παραλίγο να “σκοτώσει” δέκα εκατομμύρια», ενώ το imdb, η κατεξοχήν σελίδα κινηματογραφικού σχολιασμού, μετατράπηκε σε ελληνικό ρινγκ με άπειρες αρνητικές –και στη συνέχεια κόντρα θετικές– κρίσεις ώστε να διαμορφωθεί η βαθμολογία της ταινίας.
Αυτό που έχει ενδιαφέρον σε όλη αυτή την ιστορία γύρω από την (προς το παρόν) αόρατη ταινία είναι το αποτέλεσμα που δημιουργεί. Τα σχόλια και η πολεμική που έχουν ξεκινήσει αποτελούν την αντιστροφή της διαδικασίας της προπαγάνδας με σκοπό να προπαγανδίσουν ενάντια σε μια ταινία που κρίνουν ως προπαγανδιστική. Μια ταινία προπαγάνδας έχει στόχο να δώσει σχήμα στις απόψεις του κοινού, να διαμορφώσει με βάση τις επιταγές της για συγκεκριμένο όφελος.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση παρατηρούμε μια αντίστροφη διαδικασία: ένα κοινό απαιτεί να διαμορφώσει μια ταινία κρίνοντάς την πριν τη δει, να δώσει σχήμα στην ιστορία της και να τη διαμορφώσει με βάση τις επιταγές της για συγκεκριμένο όφελος. Από τη στιγμή που δεν την έχει δει και η ταινία δεν προβάλλεται στις αίθουσες, κρίνει πως μπορεί να τη χρησιμοποιήσει ως λευκό καμβά και να πράξει σύμφωνα με τη βούλησή του.
Ετσι, όλη αυτή η διαδικτυακή υστερία δημιουργεί ένα έργο τέχνης από μόνη της. Οικειοποιείται ένα έργο τέχνης αγνοώντας το, το απορρίπτει ως άσχημο και αναληθές πριν αντικρίσει την όψη του ή έρθει σε επαφή με την προτεινόμενη αλήθεια του, το διορθώνει πριν καν έρθει σε επαφή μαζί του. Προβάλλει τη δική του ιδεολογία ως μόνο κινηματογραφικό θέσφατο (αλλά όχι ως ιδεολογία) χαρακτηρίζοντας οποιαδήποτε άλλη ιδεολογική επιλογή ως αυτονόητη «σαχλαμάρα» που αδυνατεί να παραγάγει στοιχειώδη κινηματογράφο λόγω ιδεολογίας (γενικά).
Η δική μας ιδεολογία ονομάζεται έτσι αυτονόητο και η ιδεολογία τού απέναντι βαφτίζεται ιδεολογία, στη συνέχεια ιδεοληψία και στη συνέχεια «σαχλαμάρες».
Το πλήθος των σχολιαστών παίρνει μια ταινία που δεν έχει δει και προβάλλει πάνω της κρίσεις, αισθητικές εκτιμήσεις, εναλλακτικές. Αγνοώντας και αδιαφορώντας πλήρως για το γεγονός πως ο κινηματογράφος αποτελεί μια συγκεκριμένη γλώσσα ανεξάρτητη του υλικού στο οποίο βασίζεται, μια τέχνη που μπορεί να είναι υψηλή ανεξάρτητα από την ιδεολογία.
Ο όχλος δημιουργεί μια άλλη αφήγηση, βασισμένη στην πρώτη και τοποθετημένη απέναντί της, ακόμα και αν αυτή η πρώτη δεν υπάρχει ακόμη. Το εννοιολογικό αυτό αριστούργημα δεν έχει καμία σχέση φυσικά με την ταινία. Είναι ένα αύταρκες σχόλιο για τους όρους με τους οποίους υπάρχουν στην ελληνική πραγματικότητα ο διάλογος, ο αντίλογος, ο δημόσιος λόγος γενικά. Και μαζί του η ψυχραιμία, η νηφαλιότητα, η κριτική αποτίμηση.
Το καλό φυσικά με όλους αυτούς είναι πως δεν θα χρειαστεί να δουν την ταινία ακόμα και όταν βγει στις αίθουσες. Αφού η κρίση τους έχει ήδη διαμορφωθεί. Αλλιώς, πραγματικά θα δυσκολευόμασταν, όταν θα πηγαίναμε να δούμε την ταινία, να βρούμε ενήλικες στην κινηματογραφική αίθουσα.
