Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Οσοι μιλάνε στο ραδιόφωνο είναι τυφλοί, γι’ αυτό και δεν μπορούμε να τους δούμε. Ασώματες φωνές, ομιλίες χωρίς πρόσωπα, λέξεις χωρίς ρίζες σώματος. Φωνές εύκολες να συσκευαστούν, να τοποθετηθούν στον ελάχιστο χώρο, σαν την ανάμνηση ή την υγρασία. Η φωνή του ραδιοφώνου μιλά πάντα στην οικειότητα, εκμυστηρεύεται από ελάχιστη απόσταση ενώ απλώνεται στον χώρο, όσο δυνατά και αν μιλάει στην πραγματικότητα ψιθυρίζει, γι’ αυτό αν αστοχήσει, το λάθος ακούγεται εκκωφαντικά.

Η συνομιλία με το ραδιόφωνο γίνεται πια κατά μόνας. Συνήθως συνοδευτικά σε ώρες αυτοκινήτου, ώρες δουλειάς, ώρες παράλληλης εργασίας. Ετσι, η φωνητική ευθεία των ηχείων θα στηθεί παράλληλα στην ευθεία των μέσα σκέψεων, θα διεκδικήσει τις παρακάμψεις του συνειρμού, θα τροφοδοτήσει τα άλματα της διαδοχής, θα παροτρύνει το στοίβαγμα του τυχαίου. Με τον τρόπο αυτό, ο εξωτερικός μονόλογος τείνει να μεταμορφώνεται σε εσωτερικό διάλογο και το αποτέλεσμα είναι μια αυτάρκης ηχώ, μια ηχώ γεννημένη από έναν ήχο που δεν προηγήθηκε, απάντηση σε μια σιωπή που δεν ειπώθηκε.

Συμβαίνει συχνά, όλο και πιο συχνά στις μέρες μας, να νοσταλγούμε. Οι στριμωγμένες εποχές ζητούν τα απότομα άλματα που σε ελευθερώνουν (έστω και αν το τρέξιμο συμβαίνει ολοταχώς προς τα πίσω). Στην περίπτωση αυτή, το ραδιόφωνο κατέχει τη θέση του σημαιοφόρου της νοσταλγίας: το Θέατρο της Δευτέρας, οι ραδιοπειρατές, οι παιδικές εκπομπές, η Λιλιπούπολη, του Διακογιάννη η φωνή. Κι όμως υπάρχει σίγουρα κάποιος τρόπος αντίστοιχος να νοσταλγείς το μέλλον. Να μην παραδίδεις το τώρα στα πρόχειρα αυτονόητα, να μην ταυτίζεις τα φαινόμενα με τα συμπτώματά τους, να μην παραχωρείς τα ερτζιανά στις πρόχειρες αντανακλαστικές εικόνες τού σήμερα (καταλαβαίνω, πήρες ταξί σήμερα και σε όλη τη διαδρομή σε ακολουθούσε η στεντόρεια φωνή του Γιώργου Τράγκα. Και θα συμφωνήσω, ναι, σίγουρα ο Γιώργος Τράγκας έχει τέλεια φάτσα για ραδιόφωνο, η φωνή του όμως θα ταίριαζε καλύτερα στον βουβό κινηματογράφο).

Κάθε μέσο αλλάζει ανάλογα με τη μορφή που παίρνουν τα υπόλοιπα μέσα γύρω του. Στην εποχή της απόλυτης κυριαρχίας και ταυτόχρονα της απόλυτης κυριολεξίας των εικόνων, το ραδιόφωνο γίνεται μέσο όλο και πιο αφηρημένο. Δεν επιβιώνει όμως ως μια ρετρό νεκροφάνεια, ως ένα νοσταλγικό αντικείμενο που αναβιώνει μια πιο άμεση και σύνθετη σχέση (όπως π.χ. τα βινίλια). Το ραδιόφωνο καλύπτει την ίδια μας την ανάγκη για αφαίρεση, για συμμετοχή δηλαδή του δέκτη στη διαμόρφωση του μηνύματος με βάση τα στοιχεία που του δίνει ο πομπός.

Και είναι λάθος, πιστεύω, να ταυτίζουμε την αφαίρεση με το λίγο και το ελλιπές. Και αυτό, γιατί κάθε περιορισμός μπορεί να λειτουργήσει ταυτόχρονα και ως δημιουργική απελευθέρωση. Ας πάρουμε για παράδειγμα μία από τις πιο ιστορικές στιγμές στην ιστορία του μέσου (προσωπικά το θεωρώ το μεγαλύτερο έργο τέχνης που έγινε ποτέ, από άποψη επιρροής). Τις Απόκριες του 1938, ο Ορσον Γουέλς (23 χρονών τότε) αποφασίζει να μεταδώσει ραδιοφωνικά τον «Πόλεμο των Κόσμων» του H. G. Wells, σκηνοθετημένο από τον ίδιο με τη μορφή δελτίου ειδήσεων. Μέσω της ραδιοφωνικής αφαίρεσης, η εισβολή των αρειανών έγινε πραγματική, προκαλώντας αναταραχή σε ολόκληρη τη χώρα. Ο πανικός και η μαζική υστερία που προκλήθηκαν, με τους ανθρώπους να εγκαταλείπουν τα σπίτια τους, να παρατούν τις οικογένειές τους και να τρέχουν σε καταφύγια, αποδεικνύει πως η αφαίρεση δεν είναι θέμα μεγέθους αλλά τρόπου.

Οι νέες εφευρέσεις και οι νέοι όροι επικοινωνίας προσθέτουν αφαίρεση στο γηραιό και σταθερό μέσο του ραδιοφώνου. Ετσι βρισκόμαστε μπροστά στο παράδοξο ενός νέου τρόπου (ο οποίος προέκυψε ακριβώς γιατί έμεινε σταθερός). Το ραδιόφωνο μέσα στην εποχή της απόλυτης κυριαρχίας της εικόνας προκύπτει ως ένας από τους νεότερους τρόπους έκφρασης.

Στη μονωμένη αυτή από εικόνες ώρα, παραχωρούμε την προσοχή μας στις ασώματες σκέψεις, σε αυτή την οικεία και αφηρημένη αίσθηση όταν ο ήχος αντανακλά την ίδια την όψη του καιρού.

(Την Κυριακή τα μεσάνυχτα αρχίζουμε εκπομπή «στο Κόκκινο». Είστε καλεσμένοι).