Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Αύριο ολοκληρώνονται στο Εθνικό οι παραστάσεις του έργου «Στέλλα κοιμήσου» του Γιάννη Οικονομίδη, πρώτη σκηνοθετική δουλειά του στο θέατρο. Μια παράσταση από το μέλλον είναι αυτή που δημιούργησαν ο Γιάννης Οικονομίδης και οι συντελεστές της.

Μοντέρνο θέατρο, διαδραστικό, με ριζοσπαστικά στοιχεία, με τους ηθοποιούς να αγγίζουν στιγμές υψηλής υποκριτικής και το κοινό να ανταποκρίνεται και να δημιουργεί sold out, από τις πρώτες κιόλας ημέρες.

Η αλήθεια είναι ότι ανέβηκε για μικρό χρονικό διάστημα στο Εθνικό Θέατρο, αλλά, όπως μαθαίνουμε, θα επαναληφθεί και την επόμενη σεζόν.

Το στοίχημα του σκηνοθέτη ήταν «αν μπορώ να φέρω την πραγματικότητα και τη ζωή με όλη την αλήθεια στη θεατρική σκηνή και να καταστήσω απόλυτους μάρτυρες τους θεατές», όπως έλεγε στη συνέντευξή του στην «Εφ.Συν.».

«Η αγωνία μου πηγάζει από το ότι είναι καινούργιο το εγχείρημα στη θεατρική σκηνή χωρίς κείμενο, με αυτοσχεδιασμούς, με απόλυτη αλήθεια στο έργο, στα νοήματα. Είμαι και δραματουργός, δεν κάνω μια διεκπεραιωτική σκηνοθεσία. Είναι μια συνολική πρόταση και η αγωνία μου είναι βαθύτερη, θέλω να πετύχει συνολικά στο ελληνικό θέατρο».

Και πέτυχε. Το έργο ήταν ακατάλληλο για κάτω των 15 ετών.

Η Στέλλα, η ηρωίδα του, είναι μια νεαρή κοπέλα που με την κινητήριο δύναμη του έρωτα επαναστατεί απέναντι στον πατέρα της και το διεφθαρμένο σύστημα, στο οποίο βρίσκεται ο ίδιος και ολόκληρη η οικογένειά της…

Για την παράσταση έγραψε στο θεατρικό πρόγραμμα ο Δημοσθένης Παπαμάρκος. 

Ο 33χρονος και ήδη βραβευμένος συγγραφέας (έχουν εκδοθεί τα μυθιστορήματα «Η αδελφότητα του πυριτίου» – Αρμός, «Ο τέταρτος ιππότης» – Κέδρος, οι συλλογές διηγημάτων «ΜεταΠοίηση» – Κέδρος και «Γκιακ» 2014 – Αντίποδες), είναι από τις πιο ενδιαφέρουσες νέες συγγραφικές φωνές.

Με το κείμενο κάνει τη δική του χειρουργική ανατομία στο «οικονομιδικό σύμπαν». Εξάλλου οι ήρωές τους διέπονται από εκλεκτικές συγγένειες.

Οπως ο ίδιος μας είπε, η πρώτη επαφή του με το έργο του Γιάννη Οικονομίδη ήταν «με το “Σπιρτόκουτο”. Οταν βγήκε στις αίθουσες ήμουν 18 ετών, πρωτοετής. Είδα την ταινία χρόνια αργότερα, όταν σπούδαζα στην Αγγλία γύρω στο 2007-2008. Πραγματικά με συγκλόνισε. Στη συνέχεια είδα όλες τις δουλειές του Γιάννη Οικονομίδη (“Ο Μαχαιροβγάλτης”, “Η ψυχή στο στόμα”, “Το Μικρό Ψάρι”). Με έναν τρόπο ένιωθα μεγάλη οικειότητα με το περιβάλλον του. Αυτό που λένε ότι υπάρχει, το στιλιζάρισμα στη γλώσσα που ορισμένους τους πετάει απέξω, για μένα ήταν φοβερή σπουδή στον ρεαλισμό της γλώσσας των ηρώων. Αλλο ένα σημαντικό στοιχείο στο σινεμά του είναι η κινηματογράφηση με τα σταθερά, ατμοσφαιρικά πλάνα. Το έργο του με κάλυπτε τόσο, που αιφνιδιάστηκα».

Στο μεταξύ οι συγκυρίες της ζωής και οι κοινοί φίλοι τούς έφεραν κοντά.

«Γνωριστήκαμε μέσω του καλού μου φίλου Γιώργου Γούση».

Ετσι, δύο χρόνια πριν, λίγο πριν κυκλοφορήσει το «Γκιακ», ο Γιάννης Οικονομίδης πρότεινε στον συγγραφέα να συνεργαστούν στο σενάριο της καινούργιας ταινίας του «Η μπαλάντα της τρύπιας καρδιάς».

«Οταν ένας δημιουργός που θαυμάζεις σου προτείνει να γίνεις μέλος της ομάδας –είχαν αποφασίσει να γράψουν το σενάριο με τον Χάρη Λαγκούση– η απάντηση είναι εκατό φορές “ναι”. Αυτό είπα στον Γιάννη όταν με ρώτησε αν με ενδιέφερε να δουλέψουμε μαζί. Είναι μαύρη κωμωδία και για μένα αυτή η συνεργασία ήταν το μεγαλύτερο σχολείο που έχω περάσει. Ηταν απαιτητικός αλλά όχι δύσκολος. Δεν το λέω για να τον κολακέψω. Ισως επειδή ταιριάζουμε πολύ, όπως και με τον Χάρη, είχαμε μια παρόμοια αντίληψη πως έπρεπε να γίνει η δουλειά, ακόμα και για την εξαντλητική επιμονή στη λεπτομέρεια».

Οσο για το κείμενο που έγραψε ο Δημοσθένης Παπαμάρκος για το θεατρικό «Στέλλα κοιμήσου», όπως μας είπε:

«Είδα τις πρόβες πέντε φορές. Λόγω της φύσης του έργου ήταν σαν γενικές δοκιμές. Πολλά μου άρεσαν, το πιο προφανές, όμως, ότι το σύμπαν που βλέπεις στις ταινίες του είναι πρώτη φορά ζωντανό δίπλα σου. Η απειλή, η βία, η χυδαιότητα των ηρωών δεν φιλτράρονται από τα πλάνα και το πανί. Ολα συμβαίνουν δίπλα σου και εσύ είσαι μέρος όλου αυτού. Θέλεις δεν θέλεις, μετέχεις και αυτό σου αφήνει έναν κλονισμό άλλου τύπου. Βλέπεις αυτό τον κόσμο γυμνό ακόμα και αν δεν έχει τύχει να τον ξαναδείς. Η παράσταση άλλαζε από μέρα σε μέρα. Οι ισορροπίες των εντάσεων, οι φράσεις που λέγονταν, η δυναμική των σχέσεων των χαρακτήρων σε πρώτο επίπεδο ήταν διαφορετικές, κάθε φορά. Και αυτό κρατάει το έργο φρέσκο».

Η Κόλαση πάντ’ άγρυπνη

Επειτα από παραχώρηση του συγγραφέα Δημοσθένη Παπαμάρκου, παραθέτουμε αυτούσιο το κείμενο που δημοσιεύτηκε στο πρόγραμμα του Εθνικού Θεάτρου για την παράσταση «Στέλλα κοιμήσου» του Γιάννη Οικονομίδη:

Ενα κυριακάτικο μεσημέρι, καλοκαίρι, ίσως Αύγουστος. Το σπίτι πολυτελές σε κάποιο από τα βόρεια προάστια των Αθηνών, ίσως στην Πολιτεία.

Η οικογένεια ελληνική, ίσως τυπική, σίγουρα πλούσια. Τα μέλη της μαζεύονται σιγά σιγά γύρω από το τραπέζι –πλούσιο κι αυτό, ίσως εορταστικό–, όχι όμως σαν πρόσωπα αγαπημένα, ίσως σαν συγγενείς.

Αυτός είναι ο κόσμος τού «Στέλλα κοιμήσου». Ενας κόσμος οικείος σχεδόν σε όλους μας. Κάποιοι τον έχουμε φαντασιωθεί, κάποιοι έχουμε απλά έρθει αντιμέτωποι με μια από τις πολλαπλές αντανακλάσεις του, αφού ως θέμα και ως θέαμα έχει φροντίσει να αναπαραγάγει την εικόνα του εαυτού του σε σημείο που το δημόσιο πεδίο να έχει σχεδόν κορεστεί από τα αντίγραφά του.

Ωστόσο, ας μην αφήνουμε την κοινοτοπία της υπόστασής του να μας ξεγελά.

Η αναπαραγωγή του μπορεί να αποδυναμώνει την ικανότητά του να μας προξενήσει πια εντύπωση, αλλά ενισχύει το ρόλο του ως μοντέλου πραγματικότητας.

Της δικής μας πραγματικότητας. Ισως να μην είναι σε θέση να ερεθίσει κάτι βαθύτερο, κάτι ουσιαστικό μέσα μας, αλλά αυτό δεν έχει καμία σημασία, αφού ως παράδειγμα του συρμού καταλήγει να γίνει και παράδειγμα ζωής.

Οι φιλοδοξίες κι επιδιώξεις του κόσμου του «Στέλλα κοιμήσου» μπορεί να κρίνονται ευτελείς, αλλά ο θόρυβός τους ηχεί εκκωφαντικά στην καθημερινότητά μας σε σημείο που φτάνει να καλύπτει ακόμα και την εσωτερική μας φωνή.

Ο κόσμος αυτός, εκμεταλλευόμενος την οικειότητα που έχουμε μαζί του, καταφέρνει να ξεθωριάζει τα περιθώριά του, εκείνα που τον κάνουν διακριτό στην αντίληψή μας.

Με τον ίδιο τρόπο που η εξοικείωσή μας με τον αστικό ορίζοντα μετατρέπει κάθε κτίριο σε μια αξεχώριστη κορυφογραμμή τσιμέντου, η εξοικείωσή μας με αυτόν τον κόσμο του επιτρέπει να κινείται αόρατος μέσα στο οπτικό μας πεδίο.

Ετσι, μπορεί να μας πλησιάζει ολοένα – ένα καλά καμουφλαρισμένο αρπακτικό.

Ο κόσμος του «Στέλλα κοιμήσου» έχει επενδύσει στην κοινοτοπία του, στο ότι ως θέαμα δεν μας προξενεί πια παρά μια ράθυμη διάθεση, σαν την εικόνα του αυγουστιάτικου μεσημεριού που είναι και ο χρόνος όπου εξελίσσεται η δράση του.

Αυτός είναι και ο λόγος που ο Γιάννης Οικονομίδης και οι υπόλοιποι συντελεστές της παράστασης διάλεξαν αυτό ακριβώς το οικείο θέαμα.

Για να μας υπενθυμίσουν ότι δεν πρέπει να τρέφουμε ψευδαισθήσεις. Αλλο πράγμα η οικειότητα και άλλο η γνώση.

Γιατί ο κόσμος που αναπαριστάται στο »Στέλλα κοιμήσου» χρησιμοποιεί την εξοικείωση σαν μανδύα συγκάλυψης, σαν κέλυφος πάνω στο οποίο το βλέμμα μας εποστρακίζεται αντί να διεισδύσει στη σάρκα του, να τον κατανοήσει και να αποκαλύψει το κακό που τροφοδοτεί την ύπαρξή του.

Μεταμφιεσμένο λοιπόν ως κοινοτοπία, το κακό μας αναγκάζει να το προσπεράσουμε, να του χαρίσουμε την άφεση της αδιαφορίας μας.

Η υπόθεση του «Στέλλα κοιμήσου» παραπέμπει εντέχνως σε ιστορία βγαλμένη από τηλεοπτικό σίριαλ.

Η κόρη μιας πλούσιας και ισχυρής οικογένειας, η Στέλλα, για χάρη του έρωτα έρχεται σε σύγκρουση με τα συμφέροντα και τις φιλοδοξίες του πατέρα της Αντώνη Γερακάρη, ισχυρού επιχειρηματία και ακόμα ισχυρότερου παράγοντα του υποκόσμου.

Ολα είναι υπερβολικά και γι’ αυτό οικεία. Ο έρωτας της Στέλλας, ο πλούτος κι η επιρροή της οικογένειας, η ισχύς και η οργή του πατέρα της, τα πάθη που ορίζουν τη στάση των υπόλοιπων μελών της οικογένειας.

Θα μπορούσε να σκεφτεί κανείς πως πρόθεση του Οικονομίδη και του θιάσου του είναι να παρωδήσουν αυτό το τόσο γνωστό ψυχαγωγικό προϊόν.

Γρήγορα, αποδεικνύεται όμως πως στόχος τους, καταρχάς, είναι η αποδόμηση του μηχανισμού εκείνου που, για την ερμηνεία μιας πραγματικότητας, καταφεύγει στον αυτοματισμό τον οποίο επιβάλλει η υπερβολική εξοικείωσή του με μια άλλη, φαινομενικά συγγενή πραγματικότητα.

Ο άνθρωπος που, εξαιτίας του αισθητηριακού του κορεσμού από αναφορές προερχόμενες από το τηλεοπτικό τοπίο, θεωρεί πως κι ο γύρω κόσμος αποτελεί αντανάκλαση αυτής της φθηνής μυθοπλασίας, καταλήγει τελικά θεατής της ζωής.

Ως θεατής έχει την πολυτέλεια να απέχει ώς ένα βαθμό συγκινησιακά από αυτήν, να αγνοεί όχι μόνο τη ροή των «μεγάλων» πραγμάτων, που έτσι κι αλλιώς αισθάνεται πως δεν τον αφορούν, αλλά ακόμη ακόμη και τα πιο σημαντικά, τα οικεία κακά.

Το «Στέλλα κοιμήσου» είναι μια παρέμβαση σε αυτήν ακριβώς τη διαδικασία.

Παίρνει ένα σχήμα γνωστό –έναν έρωτα, μια οικογενειακή σύγκρουση– και, ενώ το παραλλάσσει φαινομενικά ελάχιστα, τόσο όσο η ανοικείωση που δημιουργείται να μην καταντά θέμα αισθητικής επιλογής, καταφέρνει να προκαλέσει σοκ στον θεατή, στον οποίο αποκαλύπτεται πως οι τρομακτικές ιδιότητες του τέρατος δεν είναι αυτές που προκύπτουν από την ετερότητά του, αλλά από εκείνα τα χαρακτηριστικά που του χαρίζουν την ίδια όψη μ’ εμάς.

Η είσοδος σε μια θεατρική αίθουσα θα μπορούσαμε να πούμε πως γεννά την προσδοκία της ψυχαγωγίας.

Πληρώνουμε το αντίτιμο μιας αναπαυτικής θέσης και περιμένουμε να απολαύσουμε όσα θα λάβουν χώρα μπροστά μας. Ως θεατές.

Από τα πρώτα ήδη λεπτά όμως της παράστασης, αντιλαμβανόμαστε πως ο θίασος του «Στέλλα κοιμήσου» δεν μας έστησε απέναντι στη θεατρική σκηνή για να μας προσφέρει θέαμα.

Μας υπενθυμίζει πως οι θέσεις του θεάτρου δεν είναι οι σεζλόνγκ κάποιας παραλίας.

Αντίθετα, είναι βατήρες κατάδυσης στην άβυσσο που έχουν ανοίξει πάνω στο σανίδι, και η βουτιά σε αυτήν δεν είναι θέμα επιλογής.

Οι χαρακτήρες του έργου, σαν ψάρια-πιλότοι, θα μας αναγκάσουν να πλεύσουμε μαζί τους με το κτήνος.

Και, επειδή είναι σημαντικό να παρατηρήσουμε και την παραμικρή λεπτομέρεια από τη δριμύτητα των όσων πρόκειται να επακολουθήσουν, θα μας αναγκάσουν να κολυμπήσουμε χωρίς προστατευτικό κλωβό, να πλεύσουμε δίπλα στα ανοιχτά σαγόνια του.

Ετσι, όταν λάβει χώρα το βίαιο ξέσκισμα των ανθρώπινων ψυχών, δεν θα μπορούμε να κρυφτούμε πλέον πίσω από τη δικαιολογία της άγνοιας.

Η άβυσσος εδώ και πάρα πολύ καιρό μας κοιτάζει κατάματα.

Ηρθε η ώρα να την αντικρίσουμε κι εμείς. Ισως έτσι παραδεχτούμε επιτέλους και τη δική μας συμβολή στο σκοτάδι της. Αυτό ζητούν από εμάς οι άνθρωποι του «Στέλλα κοιμήσου».

Δεν μίλησα για τη γλώσσα του έργου, για τον αισθητικό του προσανατολισμό ή για τα διακείμενά του. Ισως να ήταν πιο εύκολο να πείσω για την αξία αυτού, αν έγραφα πως καταπιάνεται με τη μυθολογία της ελληνικής οικογένειας μ’ έναν τρόπο που παραπέμπει στη δύναμη του τραγικού μύθου των Ατρειδών, ή πως η γλώσσα του, ωμή, χυδαία, κτηνώδης, αποδεικνύεται το πιο πρόσφορο μέσο για να ξεγυμνώσει την ασχήμια του αστίζοντα νεόπλουτου.

Ενιωσα, ωστόσο, πως το «Στέλλα κοιμήσου» δεν έχει ανάγκη μιας νομιμοποίησης που θα στηρίζεται σε κάποιο λόγο τεκμηριωμένο με αναφορές σε αυθεντίες και συγκρίσεις με το κλασικό.

Το έργο στέκεται αυθύπαρκτο και υπερασπίζεται τη σημασία και την αξία του επειδή είναι βγαλμένο από τα σπλάχνα της ιστορικής και κοινωνικής του συγκυρίας.

Είναι ένα «ψυχολογικό σπλάτερ», γιατί η πραγματικότητα που το γεννά είναι μια πραγματικότητα τρόμου, ένα έργο που υιοθετεί το σώμα αυτού του τρόμου για να μπορέσει να τον φέρει όσο πιο κοντά στα μάτια μας κι έτσι να περιγράψει με ενάργεια τη φύση της τερατώδους μας εποχής.

Κάποια στιγμή, στην τέταρτη σκηνή του έργου, η θεία της Στέλλας ρωτάει το αντικείμενο του έρωτα της Στέλλας, έναν σελέμπριτι τηλεοπτικό ηθοποιό, τον Μάριο Αγγελή: «Δεν παίζεις ποτέ θέατρο δηλαδή;».

Εκείνος απαντά κατηγορηματικά πως όχι. Το μόνο πράγμα που τον ενδιαφέρει είναι η τηλεόραση, γιατί προσφέρει καλύτερες αμοιβές και κυρίως γρήγορη και εύκολη δημοσιότητα, εξουσία δηλαδή πάνω στο κοινό παράδειγμα.

Αυτή ακριβώς η απάντηση του θεατρικού χαρακτήρα Μάριου Αγγελή διαρρηγνύει τον τέταρτο τοίχο για να κάνει ένα από τα πιο καίρια σχόλια πάνω στην πραγματικότητα του «Στέλλα κοιμήσου», στην πραγματικότητα της Ελλάδας σήμερα.

Μια πραγματικότητα όπου οι ιδεολογίες και τα ιδανικά, τα συναισθήματα και οι σχέσεις των ανθρώπων κακοφορμίζουν υπό την επιρροή του πάθους για εξουσία και χρήμα, όπως ακριβώς συμβαίνει στα φτηνά σίριαλ στα οποία πρωταγωνιστεί ο Μάριος Αγγελής.

Μην παίζοντας θέατρο λοιπόν, ούτε για μια στιγμή, ο Γιάννης Οικονομίδης και ο θίασός του τολμούν να μιλήσουν για τη σύγχρονη ελληνική κοινωνία, την οποία οι ισχυροί αντιλαμβάνονται ως ζούγκλα και γι’ αυτό μεταχειρίζονται κάθε είδους βία ώστε να παραμείνουν στην κορυφή της τροφικής της αλυσίδας.

Δημοσθένης Παπαμάρκος, Συγγραφέας