Η ιδιοκτησία της γης στην Ελλάδα, καθώς και η δυνατότητα πολλαπλασιασμού της αξίας της με την ανέγερση σ’ αυτήν κάποιου κτιρίου, υπήρξε διαχρoνικά το «σκληρό νόμισμα» της ελληνικής ανάπτυξης, αλλά και το μοτέρ της ατομικής και συνολικής οικονομικής μεγέθυνσης της χώρας.
Αυτές οι ιδιότητες, σε συνδυασμό με τη γενικευμένη μικροϊδιοκτησία στην Ελλάδα, εν αντιθέσει με την υπερσυγκέντρωση γης και ακινήτων που χαρακτηρίζει πολλές ευρωπαϊκές χώρες, έδιναν την αίσθηση ενός ιδιότυπου «λαϊκού καπιταλισμού», με τα καλά του και τα κακά του.
Το ζήτημα είναι ότι όλα αυτά συνιστούσαν το υπόβαθρο για τον «τρόπο που γίνονται οι δουλειές στην Ελλάδα», αλλά και της οργάνωσης της ζωής των ανθρώπων.
Αλλά όλα αυτά μέχρι χθες. Εδώ και λίγα χρόνια η χώρα έχει εισέλθει σε μια πρωτόγνωρη εποχή μη κανονικότητας, μη ομαλότητας, όπου όλα σχεδόν τα χθεσινά υπόβαθρα έχουν αποσαθρωθεί.
Αποκλείεται όμως μια ολόκληρη κοινωνία να επιτρέψει στον εαυτό της να γίνει έρμαιο των εξελίξεων. Πλέοντας σε άγνωστα, ταραγμένα και ενδεχομένως επικίνδυνα νερά, χωρίς αυτόματο πιλότο πια, είμαστε υποχρεωμένοι να εμβαθύνουμε και να αντιληφθούμε τον μηχανισμό των εξελίξεων, ώστε να μπορέσουμε να τις επηρεάσουμε επ’ ωφελεία μας.
Η ανάδειξη αυτών των ζητημάτων ήταν το αντικείμενο ημερίδας με τον πολλαπλά συμβολικό τίτλο «Γη και κατασκευές» στο Τεχνικό Επιμελητήριο, η οποία οργανώθηκε από το ΚΕΜ (Κοινωνικό Εργαστήριο Μηχανικών).
Η εκδήλωση είχε διεπιστημονικό χαρακτήρα, με εισηγητές τον καθηγητή Οικονομικής και Κοινωνικής Ιστορίας στο Τμήμα Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Αθηνών Κώστα Κωστή, με αντικείμενο της ομιλίας του τη διαμόρφωση των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας γης στη Ελλάδα, τον Παναγιώτη Χατζηπάνο, πολιτικό μηχανικό, Strategic Portfolio Management Consultant for the Built Environment, πρόεδρο του Ινστιτούτου Διοίκησης Εργων (PMI- Greece) και του ASCE Hellenic Section, με αντικείμενο της ομιλίας του «Το ακίνητο στην Ε.Ε.: Αναπτυξιακή διάσταση, διαχείριση και γνωστικές προκαταλήψεις», τον πολιτικό μηχανικό Κώστα Βαρελίδη με αντικείμενο της ομιλίας του «Η πολιτική οικονομία της γης στην Ελλάδα και ο κλάδος των κατασκευών: προβλήματα και προοπτικές» και συντονιστή τον υπογράφοντα.
Τα θέματα αιχμής που αναδείχτηκαν, με τη συμβολή των παρευρισκόμενων επιστημόνων, με ανταλλαγή απόψεων τόσο μέσα στην αίθουσα, όσο και ηλεκτρονικά στη συνέχεια, είναι πολλά.
Κατ’ αρχήν προκύπτει πως τα δικαιώματα ιδιοκτησίας δεν είναι αυτονόητα ούτε διατηρούνται με την ίδια μορφή στο διηνεκές. Διαμορφώνονται σε σχέση με το γενικότερο πλαίσιο λειτουργίας της κοινωνίας και ανάλογα με τους συσχετισμούς δυνάμεων. Αυτή είναι μία κρίσιμη παράμετρος για τις θεωρήσεις μας για τις όποιες μελλοντικές εξελίξεις.
Για την εθνική μεταπολεμική βιομηχανία
Από την ημερίδα προέκυψε μια πολύ διαφωτιστική αποτίμηση της κατεξοχήν εθνικής μεταπολεμικής βιομηχανίας, της «οικοδομής». Η απόσταση από τα πράγματα, καθώς η δραστηριότητα αυτή έχει πρακτικά σταματήσει σχεδόν ολοκληρωτικά στα χρόνια των Μνημονίων, βοηθάει πολύ στην καθαρή θέαση.
Συνοψίζουμε: Στην καθημαγμένη μετά τον Πόλεμο Ελλάδα, απύθμενα καθυστερημένη στον βιομηχανικό τομέα σε σχέση με τις μεγάλες χώρες της Ευρώπης και σε πλήρη αδυναμία να τις ανταγωνιστεί σ’ αυτό το επίπεδο, ανακαλύπτεται μια οδός διαφυγής.
Υπάρχει ένα προϊόν που οι ξένοι δεν παράγουν: η ελληνική γη. Η γη μπορεί να σηκώσει ατέλειωτες οικοδομές που δεν γίνεται να εισαχθούν ως έτοιμα προϊόντα, ούτε να ανεγερθούν από ολιγοπωλιακά συμφέροντα, καθώς η οικοδομική βιομηχανία είναι άμεσα εξαρτημένη από την καταδιασπαρμένη ιδιοκτησία της γης και επίσης λόγω του μικρού μεγέθους των προϊόντων της δεν απαιτεί μεγάλη ένταση κεφαλαίου.
Επιπλέον, το μικρό μέγεθος της οικοδομής και οι βιοτεχνικές μέθοδοι παραγωγής της μπορούσαν εύκολα να εξυπηρετηθούν από μια εγχώρια βιοτεχνία παραγωγής δομικών υλικών, η οποία λειτουργώντας σε καθεστώς δασμολογικής προστασίας απέκλειε τις εισαγωγές και πολλαπλασίαζε την εσωτερική απασχόληση.
Μάλιστα, η οικοδομή είναι ο μόνος τομέας που σε μια τεράστια κλίμακα δεν στηρίζεται στην υπάρχουσα αγορά, αλλά δημιουργεί την αγορά του.
Από καθαρά επιχειρησιακή άποψη επρόκειτο για ένα μοτέρ τεράστιων δυνατοτήτων καθώς μάλιστα γονιμοποιώντας πόρους των μικροαποταμιευτών και των Ελλήνων του εξωτερικού λειτουργούσε χωρίς κρατική ή τραπεζική χρηματοδότηση.
Η έκρηξη με αυτά τα χαρακτηριστικά κράτησε μέχρι το 1980, οπότε το μοντέλο αυτό έδειχνε οπωσδήποτε σημάδια κόπωσης. Το ξεπάτωμα της γης εξουδετέρωνε το πλεονέκτημα της ιδιαίτερης ποιότητας της ελληνικής φύσης.
Επίσης η δυσλειτουργία ολόκληρων οικιστικών συνόλων –καθώς η έμφαση του μοντέλου ήταν στην καθεμία οικοδομή ξεχωριστά και όχι στο όλον-, η έλλειψη υποδομών, από δίκτυα αποχέτευσης μέχρι χώρους στάθμευσης, έκαναν φανερό πως υπήρχε πια σοβαρό πρόβλημα ποιότητας, αναντίστοιχο με τις ανάγκες και τις προσδοκίες της εποχής.
Επιπλέον, ήταν σαφές πως με την είσοδο της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα το 1981 και τη συνακόλουθη παύση του καθεστώτος του προστατευτισμού μεγάλο μέρος της ελληνικής βιοτεχνίας δομικών υλικών θα κατέρρεε, ακολουθώντας τη μοίρα της ιδιόρρυθμης ελληνικής μεταπολεμικής βιομηχανίας.
Ηταν η φυσική συνέπεια του γεγονότος ότι τόσες δεκαετίες ισχυρού προστατευτισμού δεν αξιοποιήθηκαν ώστε να προκύψουν βιομηχανίες αιχμής.
Η λειτουργία τους ήταν συχνά του τύπου «χρόνος βγαίνει – χρόνος μπαίνει», κάποιες φορές σε αμαρτωλή συνάφεια με τις ρηχές, κοντόφθαλμες ανάγκες του πολιτικού συστήματος.
Η νέα «ευρωπαϊκή εποχή» δεν λειτούργησε προς την κατεύθυνση δημιουργίας ενός εκσυγχρονισμένου, μακροχρόνια βιώσιμου και διεθνώς ανταγωνιστικού συστήματος.
Αντίθετα, με τους πόρους των ευρωπαϊκών επιδοτήσεων αρχικά και τον υψηλό δανεισμό μετά, καθώς και τη μαζική χρησιμοποίηση των μεταναστών από το εξωτερικό ως φτηνού εργατικού δυναμικού αλλά και ως νέων ενοίκων διαμερισμάτων των απαξιωμένων πια παλιών πολυκατοικιών, τα προβλήματα σκεπάστηκαν και το μοντέλο «οικοδομή» εντατικοποιήθηκε ακόμα περισσότερο.
Είναι χαρακτηριστικό πως την εποχή του Χρηματιστηρίου και των ολυμπιακών έργων έλαβε χώρα το μεγαλύτερο ξεπάτωμα γης στην Αττική τη μεταπολεμική περίοδο.
Βίαιη διακοπή
Η συνέχεια είναι γνωστή. Η εφαρμογή των Μνημονίων διέκοψε βίαια τη λειτουργία αυτού του μοντέλου, όχι προς την κατεύθυνση της εμπνευσμένης ανανέωσής του αλλά προς αυτήν της πρωτοφανούς καταστροφής του, με ακραίες συνέπειες τόσο για την παραγωγική μηχανή της χώρας όσο και για τα αποθέματα της ελληνικής κοινωνίας υπό μορφή κτιρίων.
Η διακοπή αυτή δεν οφείλεται στη λειτουργία της αγοράς, αλλά στη λειτουργία της «υπό σοβαρό καταναγκασμό» τα τελευταία χρόνια.
Η ναυαρχίδα της καταστροφής, ο ΕΝΦΙΑ, όπου υφίσταται σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες είναι φόρος επί της υπεραξίας του ακινήτου.
Τυχόν εφαρμογή του με την υπεραξία σε ελεύθερη πτώση, όπως συμβαίνει στην Ελλάδα σήμερα, οδηγεί εκ των πραγμάτων μεσοπρόθεσμα σε δήμευση των ακινήτων και βεβαίως στην απαξίωση των αποθεμάτων της κοινωνίας.
Βεβαίως, πάντοτε σε μια καταστροφή υπάρχουν οι σπόροι για μια μελλοντική ανάκαμψη. Για το πεδίο των κατασκευών, εξ αιτίας της εργώδους δραστηριότητας τόσων δεκαετιών, αυτοί οι σπόροι είναι το υψηλό επίπεδο εμπειρίας και τεχνογνωσίας των Ελλήνων μηχανικών και του τεχνικού προσωπικού, όπως και η αίσθηση επιχειρηματικότητας και επινοητικότητας στη χρήση και αξιοποίηση των υφιστάμενων πόρων κάθε είδους.
Επιπλέον, παρά τα ελαττώματα του συστήματος παραγωγής, ακριβώς επειδή η έμφαση ήταν σε κάθε κατασκευή ξεχωριστά και όχι στο οικιστικό σύνολο, μεγάλο μέρος του κτιριακού αποθέματος στην Ελλάδα είναι υψηλής ποιότητας από πλευράς ασφάλειας και σεισμικής επάρκειας, λειτουργικότητας κ.λπ.
Αυτό σημαίνει πως αν ξεφύγει από τη θλιβερή σκιά νόμων τύπου ΕΝΦΙΑ που ακυρώνουν τη λειτουργία της αγοράς, ο υφιστάμενος κτιριακός πλούτος μπορεί να αξιοποιηθεί ακόμα και στη διεθνή αγορά.
Σε κάθε περίπτωση, όλα αυτά πρέπει να ιδωθούν από την αρχή, προκειμένου η χώρα να μπει σε μια πραγματικά παραγωγική πορεία.
Ποιες μπορεί να είναι οι σύγχρονες οδοί διαφυγής για την ελληνική κοινωνία, που να ανταποκρίνονται στις συνθήκες που λειτουργούν τα πράγματα γύρω μας; Πώς μπορούμε να κάνουμε την τόσο απαραίτητη εξωστρέφεια λειτουργική υπέρ των αναγκών μας, επιχειρώντας, για παράδειγμα, στο εξωτερικό αλλά έχοντας ως βάση τη χώρα μας;
Πώς θα αντιληφθούμε τον συντομότερο δυνατό τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν οι διεθνείς πίστες ώστε να μπορέσουμε να αγωνιστούμε με αποδοτικότητα σ’ αυτές; Αυτά είναι τα θέματα που πρέπει να μας απασχολήσουν κατά προτεραιότητα αυτήν την περίοδο.
* Ο Γ. Μ. Χατζηστεργίου είναι πολιτικός μηχανικός και συγγραφέας. Τα βιβλία του «Εξοδος», «Σου έχει μείνει καθόλου περιουσία;» και «Η γη τρέμει!» κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια. Αυτές τις μέρες κυκλοφορεί ο «Χορός μεταμφιεσμένων».
