Βασίλης Μαθιουδάκης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ειδομενίαση ή γερμανικό όνειρο ή προσφυγιά ή Ειδομενίλα, όπως λένε και οι Θεσσαλονικείς, μια «ασθένεια» που μαστίζει αιώνες την ανθρωπότητα. Ναι, είναι παιδί του πολέμου αυτή η ασθένεια. Υπουλα συνουσιάζεται με την ελπίδα των ανθρώπων και χαιρέκακα τους εκδικείται κρεμώντας τα όνειρά τους στον φράχτη με τα συρματοπλέγματα, χωρίζοντάς τους από τη γείτονα χώρα και την υπόλοιπη Ευρώπη, που πλέον τους αντιμετωπίζει με πολύ εχθρική διάθεση.

Εγκλωβισμένοι από την ελπίδα τους, είναι αποφασισμένοι να μείνουν εκεί. Ο Μάρτης έγινε αδυσώπητος απέναντί τους, έκλεισε τα σύνορα με διαταγή των γηραιών ισχυρών της Ευρώπης και έπνιξε την Ειδομένη στη βροχή και την ομίχλη, ενώ ο Απρίλης επέλεξε τα δακρυγόνα και τις αύρες. Πολλοί τα κατάφεραν, για άλλους ο χρόνος σταμάτησε στους λασπότοπους της Ειδομένης.

Κανείς δεν θέλει να μείνει στην Ελλάδα, μας θεωρούν μια ανίσχυρη χώρα, μη σταθερή, αλλά συμπαθούν τους Ελληνες, φοβούνται όμως την οικονομική κρίση. Αρκετοί αποφασιστικά δηλώνουν ότι «εμείς εμπιστευόμαστε μόνο τον λαθροδιακινητή μας». Σεβασμός στο όνειρο του ισχυρού, του καταπιεστή που απελπισμένα ο πρόσφυγας προσπαθεί να διεκδικήσει για να προσφέρει ένα καλύτερο, σταθερό μέλλον, μακριά από τον πόλεμο στον ίδιο και την οικογένειά του. Σεβασμός από τη μία, από την άλλη πώς να τον προστατεύσεις από την αλβανική, τη βουλγαρική, την ελληνική και την τουρκική μαφία!

Πολλές φορές αναρωτήθηκα γιατί αυτοί οι άνθρωποι δεν φεύγουν από κει και να πάνε σε κάποιο hotspot ώστε η προσωρινή παραμονή τους στην Ελλάδα -όπως πιστεύουν- να γίνεται με λίγο πιο ανθρώπινες συνθήκες. Να απαλλαγούν από αυτό το βύθισμα ψυχής, από την αποφορά αυτού του τόπου που πότισε από την απελπισία. Ενας τόπος που μπορεί να μη βλέπεις τον πόλεμο αλλά τον νιώθεις σε κάθε βλέμμα. Το άγγιγμά του είναι ορατό σε αυτούς τους ανθρώπους που απελπίζονται μεν αλλά δεν παύουν να ελπίζουν.

Ο μπαμπάς από το Ιράκ κρατά στην αγκαλιά του το βρέφος με τέτοια περισσή στοργή και αγάπη που δεν έχω ματαδεί σε ανθρώπινο πλάσμα, για να καλύψει το κενό της απώλειας της μάνας που σκοτώθηκε σε βομβαρδισμό στο κουρδικά εδάφη του Ιράκ. Αυτός ο άντρας δεν μπορεί να στερήσει την ελπίδα στο βρέφος, θα συνεχίσει τον δρόμο του.

Μέχρι τότε, κοιτά τον φράχτη, ονειρεύεται ένα ασφαλές σπίτι, μια ρουτίνα, μια καθημερινότητα, ένα ζεστό φαγητό, τα αυτονόητα. Η Γιαντικάρ τα κατάφερε, χήρα με δύο παιδιά, πλέον ζει στη Γερμανία. Το γερμανικό κράτος τής παραχώρησε ένα σπίτι και κάποιο επίδομα. Βγαίνει ασφαλής στον δρόμο, δεν φορά μαντίλα και πηγαίνει με το μπλουτζίν της στο σούπερ μάρκετ. Απλά πράγματα… Το γερμανικό κράτος τής επισήμανε ότι σύντομα πρέπει να φύγει από το σπίτι, να βρει κάποιο μόνη της και να ζήσει με το επίδομα, ειδάλλως θα κοπεί σιγά σιγά κι αυτό, η περίοδος χάριτος τελειώνει… Τα εργοστάσια φτηνής εργασίας περιμένουν.

Ο φτηνός εργάτης εισήχθη στη Γερμανία, φτηνό προϊόν, αναλώσιμο, όχι όμως τόσο ανταγωνιστικό και οικονομικό όσο το κινέζικο. Δοκίμασαν βέβαια πάνω του τα νέα οπλικά συστήματα, κατέστρεψαν τον τόπο του, κερδοσκόπησαν εις βάρος του από τον πόλεμο. Τώρα όμως που ο εργάτης-πρόσφυγας τσίμπησε το δόλωμα του γερμανικού ονείρου, εσύ ο ισχυρός τού λες «πήραμε αρκετό προϊόν, περίμενε τη σειρά σου στον φράχτη».

Ο πρόσφυγας, όπως έπεσε στη θάλασσα, θα πέσει και στο ποτάμι, θα πέσει και στον φράχτη, θα υποστεί τις συνέπειες του ξυλοδαρμού, του βασανισμού, του ηλεκτροσόκ, ακόμα και του θανάτου, τυφλωμένος από την απελπισία του πολέμου και το όνειρο του καπιταλισμού που θέλει να το ζήσει όπως το ζήσαμε εμείς.

Ανθρωποι με άλλη κουλτούρα, αυθεντικοί, κρατούν ακόμα στα χέρια τους το παραδοσιακό, το μη εντελώς διαβρωμένο από τον καπιταλισμό. Η θρησκεία όμως δεν τους άφησε παράθυρο στον διαφωτισμό για να μπορούν να επεξεργαστούν διαλεκτικά τη ζωή. Το ένστικτο της επιβίωσης και η απελπισία τούς οδηγούν στο καπιταλιστικό όνειρο αγνοώντας τις παγίδες της μετάλλαξης. Ποια είναι λοιπόν η επιλογή, θρησκευτικός φονταμενταλισμός ή άκρατος καπιταλιστικός νεοφιλελευθερισμός; Αυτά είναι τα υπάρχοντα μοντέλα μέσα στα οποία πρέπει να επιλέξει να ζήσει και να πεθάνει.