«Η Ελλάδα τρώει τα παιδιά της ή τα σκοτώνει με μπαλτά»
Είναι γνωστό, την άνοιξη δεν φέρνει ένας κούκος γι’ αυτό και απολύθηκε, έτσι απλά, ο Λούκος.
Πάει, καρατομήθηκε εν μιά νυκτί και μόνη και όσο και να το φυσώ, ετούτο δεν κρυώνει.
Τι κι αν τόσα ονόματα στα γράμματα, στην τέχνη λένε αυτό που κάνετε απίστευτα πως ζέχνει…
Ετσι είναι όμως ο μπαλτάς: ενώ τα λένε, πίπτει κι ύστερα για την μπαμπεσιά τας χείρας του τας νίπτει.
Αναγνωρίζει, αλίμονο, του Λούκου την αξία μα κακοδιαχείρισης υπάρχει υποψία!
Δεν μου το βγάζεις απ’ τον νου πως πάει να του τη φέρει διαγράφοντας απλώς μεμιάς αυτά που ‘χει προσφέρει.
Τι ‘ναι πάλι το σκάνδαλο που θέλει να φορτώσει σ’ αυτόν που ‘χει το Φεστιβάλ απ’ τη μιζέρια σώσει;
Δεν λέω να μην το ψάξουνε, και νόμιμα κι ωραία μα ο Λούκος για προμήθειες μήπως δεν είχε ιδέα;
Μέχρι να βγει απόφαση, τεκμαίρεται αθώος άρα γιατί να μην μπορεί να παραμείνει σώος;
Σώος δεν είν’ ο υπουργός που κάτι είχε ξεχάσει να βάλει μες στη δήλωση σε μία πρώτη φάση;
Ή ο άλλος που ‘χε μετοχές σε μία εταιρεία και για τη μεταβίβαση γεννήθηκε απορία;
Με δύο μέτρα, δυο σταθμά, βγάζω φριχτές καντήλες ίδιοι με τους παλιούς κι αυτοί, παρόμοιοι ξεφτίλες…
Στον θρόνο κάθονται οι δικοί, κι οι μη δικοί στην μπάντα;
Τι έχεις Γιάννη μου καλέ; Αυτά που είχα πάντα…
