Είδα ένα όνειρο. Ηταν, λέει, το έτος 2035. Δηλαδή, 20 χρόνια από σήμερα. Ταξίδευα ανά την Ελλάδα κάνοντας οτοστόπ, ελλείψει χρημάτων.
Τα αυτοκίνητα λίγα στους δρόμους. Τα περισσότερα με ξένες πινακίδες. Ξεχώριζαν, γιατί ήταν πολυτελείας και μεγάλου κυβισμού. Ρώτησα κι έμαθα πως τα είχαν αλλοδαποί. Οι λεγόμενοι «επενδυτές».
Αυτοί που αγόρασαν με ψίχουλα τις μεγάλες, δημόσιες και ιδιωτικές, ελληνικές επιχειρήσεις: ΔΕΗ, ΟΤΕ, ΕΥΔΑΠ, ΕΥΑΘ, αεροδρόμια, ΟΛΠ, ΟΛΘ, ΛΑΡΚΟ κ.λπ. Δηλαδή, τα μεγάλα αφεντικά. Τα κοράκια που απομυζούν τον ιδρώτα του Ελληνα.
Πρόσεξα πως είχαν για σοφέρ χαμηλόμισθους, ίσως και απλήρωτους, έγχρωμους αλλοδαπούς.
Αλλωστε, νέους Ελληνες ελάχιστους έβλεπα. Οι πολλοί είχαν γίνει μετανάστες. Ευρώπη, Καναδά, Αυστραλία, ακόμη και στην Κίνα Ελληνες της Διασποράς. Οχι, στις ΗΠΑ δεν πήγαιναν, θεωρούνταν, λέει, ανατρεπτικά στοιχεία. Μέχρι και τα γονίδιά τους καταγράφονταν. Τέτοιο φακέλωμα.
Αλλά και παιδιά στην Ελλάδα πολύ λίγα έβλεπα. Και πώς να δεις, αφού σε πόλεις και χωριά ζούσαν πια μόνο γέροι και γριές.
Σε κάποιες τρώγλες, ακόμη και καλύβες. Χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα. Δική τους γη δεν είχαν. Την πήραν όλη οι μεγαλοτσιφλικάδες, εγχώριοι και αλλοδαποί. Αναβίωσε η εποχή της φεουδαρχίας. Τα σπίτια τους έγιναν λεία των τραπεζών, που τα πουλούσαν στους ξένους λεφτάδες.
Οσοι γέροι και γριές άντεχαν ακόμη, έκαναν κάποια μεροκάματα στα χωράφια. Σαν είλωτες. Στα μεγάλα λιμάνια σπάνια έβλεπες Ελληνες να δουλεύουν. Αλλά κι αυτοί σαν είλωτες. Οπως και στα αεροδρόμια. Χωρίς ασφάλιση, χωρίς ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και με μεροκάματα πείνας.
Ιδιοκτήτες της ιδιωτικοποιημένης Ακρόπολης και του Παρθενώνα ήταν, λέει, Γερμανοί. Οχι, δεν είχαν ακόμη υψώσει τη χιτλερική σβάστικα στον βράχο-σύμβολο της Δημοκρατίας και του ελληνικού πολιτισμού. Ισως για να μην εκθέσουν τους νεότερους Τσολάκογλου, με πρώτο και χειρότερο τον ΓΑΠ.
Στους αρχαιολογικούς χώρους και στα μουσεία, ανά την Ελλάδα, οι ελάχιστοι εναπομείναντες Ελληνες δεν είχαν πρόσβαση. Και πώς να έχουν, αφού όλα «για να σωθεί η χώρα» είχαν ξεπουληθεί σε πολυεθνικές. Δελφοί, Ολυμπία, Βεργίνα, Επίδαυρος, Κνωσός, Φαιστός, αρχαιολογικά μουσεία, τα πάντα.
Και το αντίτιμο για να τα επισκεφθείς απλησίαστο. Κάποιος μού λέει: «Αυτός είναι ο καπιταλισμός, φίλε. Και μάλιστα, στην πιο βάρβαρη και επιθετική μορφή του». Τον πίστεψα, μετά απ’ όσα έβλεπα.
Στα νησιά το όνειρό μου δεν με πήγε, γιατί, λέει, κι αυτά «είχαν αξιοποιηθεί». Δηλαδή, ξεπουλήθηκαν, αντί πινακίου φακής, σε ξένους μεγαλοκαρχαρίες «για τη σωτηρία της χώρας». Κάθε νησί είχε πια τον αλλοδαπό φεουδάρχη του. Κι εκεί οι Ελληνες ελάχιστοι. Δούλευαν τα καλοκαίρια γκαρσόνια για ένα πιάτο φαΐ. Τον υπόλοιπο χρόνο, άνεργοι.
Περνώντας από το Φάληρο, δεν το γνώρισα. Σ’ όλη την παραλία, μέχρι και το Σούνιο, τεράστιοι ουρανοξύστες, όπως στο Ντουμπάι, σου έκρυβαν τη θέα στον Σαρωνικό.
Δηλαδή, δεν έβλεπες θάλασσα, παρά μόνο τσιμέντο και κελεμπίες. Ρώτησα κι έμαθα πως οι κυβερνήσεις μας παραχώρησαν, επίσης αντί πινακίου φακής, άντε και κάποιας μίζας, όλο το παραλιακό μέτωπο σε Αραβες «επενδυτές» για «αξιοποίηση».
Τότε κατάλαβα τι σημαίνει η φράση «αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας», που μας πιπιλίζουν οι καλές μας κυβερνήσεις, με την γκεμπελίστικη προπαγάνδα τους.
Κάποια στιγμή συναντώ έναν ταλαίπωρο οδοιπόρο, σαν κι εμένα. Ερχόταν από τη Θράκη. Και τι μου λέει: «Ολόκληρη η Θράκη έγινε Ανεξάρτητη Οικονομική Ζώνη. Δηλαδή ΑΟΖ, αν έχεις ακουστά. Εχει δοθεί αποκλειστικά στους Γερμανούς, δίκην προτεκτοράτου. Για να πας στη Θράκη τώρα χρειάζεσαι διαβατήριο. Κατάλαβες;».
Το όνειρο με πήγε μετά στα Δερβενάκια. Και τι να ιδώ; Εφιππο το φάντασμα του Κολοκοτρώνη. Ηταν οργισμένος ο Γέρος του Μοριά και βροντοφώναζε: «Πάω στην Αθήνα, να διώξω αυτούς που υποδούλωσαν την Ελλάδα στους ξένους και ντόπιους λωποδύτες. Φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους…».
Ξύπνησα τρομαγμένος απ’ αυτόν τον εφιάλτη. Κι όταν συνήλθα, με δέος αναρωτήθηκα: «Κι αν τ’ όνειρο βγει αληθινό;».
