Η έννοια του ρεαλισμού αποτελεί ένα από τα πιο επίμονα φιλοσοφικά ερωτήματα της νεωτερικής αισθητικής: με ποιον τρόπο μπορεί η εικόνα να σχετίζεται με την πραγματικότητα και σε ποιον βαθμό μπορεί να ισχυριστεί ότι αποδίδει την αλήθεια της. Το βιβλίο των Πάνου Π. Ζενέλη και Πολυδεύκη Παπαδόπουλου, «Ρεαλισμοί και εικόνα: κινηματογράφος – αλήθεια, performances και multimedia & Ο “Ρεαλισμός” των ΜΜΕ: Από τη νεο-τηλεόραση στα social media» εξετάζει αυτό ακριβώς το ερώτημα μέσα από δύο διαφορετικές αλλά συμπληρωματικές διαδρομές: από τη θεωρία της εικόνας και του κινηματογράφου έως τη σύγχρονη κοινωνιολογία των μέσων.
Ο Ζενέλης ξεκινά από τη βασική παραδοχή ότι ο ρεαλισμός δεν είναι απλώς μια τεχνική πιστής αναπαράστασης. Είναι μια ιστορική και φιλοσοφική στάση απέναντι στον κόσμο. Η εμφάνισή του τον 19ο αιώνα συνδέεται με τη ρήξη με τον ρομαντισμό και τον ιδεαλισμό: η τέχνη παύει να αναζητεί το εξιδανικευμένο και στρέφεται προς την καθημερινότητα, προς το υλικό και το κοινωνικό πραγματικό.
Ωστόσο, ήδη από τη γέννησή του ο ρεαλισμός φέρει μια εσωτερική αντίφαση. Η τέχνη που φιλοδοξεί να αποδώσει την πραγματικότητα δεν μπορεί να αποφύγει τη μεσολάβηση της μορφής. Η επιλογή του θέματος, η οργάνωση της εικόνας, ακόμη και η γλώσσα της αφήγησης αποτελούν μορφές ερμηνείας.
Το ερώτημα γίνεται ακόμη πιο σύνθετο όταν η συζήτηση μεταφέρεται στον κινηματογράφο. Από τις απαρχές του, το κινηματογραφικό μέσο συνδέθηκε με την ιδέα μιας ιδιαίτερης εγγύτητας προς την πραγματικότητα. Η μηχανική καταγραφή της κάμερας έδωσε την εντύπωση ότι η εικόνα μπορεί να λειτουργήσει ως αντικειμενικό ίχνος του κόσμου. Για πολλούς θεωρητικούς, η φωτογραφική φύση του κινηματογράφου δημιουργεί μια προνομιακή σχέση ανάμεσα στο γεγονός και την αναπαράστασή του. Ο Ζενέλης όμως δείχνει ότι αυτή η σχέση δεν είναι ποτέ αθώα. Η κάμερα δεν καταγράφει απλώς· επιλέγει. Η γωνία λήψης, η διάρκεια του πλάνου, το μοντάζ και η αφηγηματική δομή συγκροτούν μια μορφή σκέψης.
Ακόμη και το ντοκιμαντέρ, που συχνά θεωρείται η κατ’ εξοχήν μορφή κινηματογραφικού ρεαλισμού, δεν παύει να αποτελεί κατασκευή. Η κινηματογραφική αλήθεια δεν είναι η ίδια η πραγματικότητα αλλά μια μορφή πρόσβασης σε αυτήν — μια μορφή εμπειρίας που παράγεται μέσω της εικόνας.
Στο σημείο αυτό το έργο του Ζενέλη ανοίγει προς τις σύγχρονες καλλιτεχνικές πρακτικές. Στις performances, στα happenings και στις multimedia εγκαταστάσεις η σχέση με το πραγματικό μετασχηματίζεται ριζικά.
Η τέχνη δεν επιδιώκει πλέον να αναπαραστήσει τον κόσμο αλλά να δημιουργήσει καταστάσεις μέσα στον ίδιο τον κόσμο. Το σώμα, ο χώρος και η παρουσία του θεατή μετατρέπονται σε στοιχεία της καλλιτεχνικής εμπειρίας. Ο ρεαλισμός μετακινείται έτσι από την αναπαράσταση στην εμπλοκή.
Αυτή η μετατόπιση προς την εμπειρία και την κατασκευή της πραγματικότητας αποτελεί και το σημείο σύνδεσης με το έργο του Πολυδεύκη Παπαδόπουλου. Ενώ ο Ζενέλης εξετάζει την αισθητική ιστορία του ρεαλισμού, ο Παπαδόπουλος αναλύει την πολιτισμική του μεταμόρφωση στο πεδίο των σύγχρονων μέσων. Η τηλεόραση -και ακόμη περισσότερο τα ψηφιακά δίκτυα- δεν περιορίζεται στην αναπαράσταση γεγονότων. Συμμετέχει ενεργά στη συγκρότηση ή «ανασκευή» της ίδιας της κοινωνικής πραγματικότητας.
Η μετάβαση από την «παλαιοτηλεόραση» στη «νεο-τηλεόραση» σηματοδοτεί ακριβώς αυτή τη μεταβολή. Στο νέο επικοινωνιακό περιβάλλον η πληροφορία, η ψυχαγωγία και το θέαμα συγχωνεύονται. Η πραγματικότητα εμφανίζεται μέσα από ένα πλέγμα εικόνων, αφηγήσεων και θεαματικών μορφών που διαμορφώνουν το πώς αντιλαμβανόμαστε τα γεγονότα. Η τηλεοπτική και ψηφιακή κουλτούρα δημιουργεί έτσι μια ιδιότυπη «οικολογία της προσοχής», όπου το σημαντικό δεν είναι απλώς το τι συμβαίνει αλλά το πώς παρουσιάζεται.
Το αποτέλεσμα είναι η εμφάνιση μιας νέας μορφής ρεαλισμού: ενός ρεαλισμού της μεσολάβησης. Η εμπειρία του κόσμου περνά ολοένα και περισσότερο μέσα από τεχνολογικά φίλτρα, από οθόνες και δίκτυα. Σε αυτό το περιβάλλον η διάκριση ανάμεσα στο γεγονός και την εικόνα του γίνεται όλο και πιο ασταθής. Η πραγματικότητα δεν εξαφανίζεται, αλλά η πρόσβασή μας σε αυτήν οργανώνεται από τα μέσα που τη μεταδίδουν.
Η φιλοσοφική σημασία αυτής της διαπίστωσης είναι ιδιαίτερα σημαντική. Αν η πραγματικότητα είναι το σύνολο των γεγονότων, η αλήθεια είναι η προσπάθεια να τα περιγράψουμε πιστά. Ομως η ανθρώπινη αντίληψη δεν λειτουργεί ποτέ χωρίς μεσολαβήσεις. Η κουλτούρα, η γλώσσα και τα μέσα επικοινωνίας συγκροτούν το πλαίσιο μέσα στο οποίο κατανοούμε τον κόσμο. Ο ρεαλισμός, επομένως, δεν είναι απλώς μια αισθητική κατηγορία. Είναι ένας τρόπος να σκεφτούμε τη σχέση ανάμεσα στην εμπειρία και την αναπαράσταση.
Η συνδυασμένη ανάγνωση των δύο έργων οδηγεί έτσι σε ένα κοινό συμπέρασμα. Από τη ζωγραφική του 19ου αιώνα έως τον κινηματογράφο, από τη νεο-τηλεόραση έως τα κοινωνικά δίκτυα, η εικόνα υπόσχεται πάντοτε μια πρόσβαση στην αλήθεια του κόσμου. Την ίδια στιγμή, όμως, αποκαλύπτει ότι κάθε μορφή αλήθειας είναι αποτέλεσμα μιας συγκεκριμένης μορφής θέασης.
