Υπήρξε καλλιτεχνικός διευθυντής του ΚΘΒΕ, κάνοντας μαζί με τη Μαρία Τσιμά ως αναπληρώτρια βαθιές τομές στον θεσμό. Από τότε έχει κυλήσει πολύ νερό στ’ αυλάκι, που έφερε ξανά και τους δύο να συνεργάζονται ως σκηνοθέτης και ηθοποιός στην παράσταση «Το Χελιδόνι» του Γκιλιέμ Κλούα. Η ερμηνεία της Μ. Τσιμά είναι αδιανόητα καλή ενώ δίπλα της ο Κυριάκος Μαρκάτος στέκεται ολόκληρος, δίχως να έχει τίποτε να αποδείξει. Μια παράσταση για τη διαφορετικότητα και το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση, που κάνει διαρκώς ανατροπές. Ενα έργο για δύο ηθοποιούς, που δεν μπορείς να πάρεις τα μάτια σου από πάνω τους.
Οσο για τον ίδιο τον Γιάννη Αναστασάκη, σε λίγες μέρες ξεκινά γυρίσματα για τη νέα μεγάλου μήκους ταινία του Στέλιου Χαραλαμπόπουλου «Αντίο, Γουτεμβέργιε», που αναφέρεται σε έναν τυπογράφο και λάτρη των βιβλίων, στη δεκαετία του ’60, πρωταγωνιστεί ήδη στη «Σπασμένη Φλέβα» του Γιάννη Οικονομίδη που θα βγει και στα θερινά σινεμά, όπως και η πρώτη και βραβευμένη ταινία της Αμέρισσας Μπάστα «Μικρές ανάσες», όπου επίσης παίζει ο ίδιος. Το φθινόπωρο θα βγει και η πρώτη ταινία του Θοδωρή Παπαδουλάκη «Ξανασταυρώνεται», βασισμένη στο «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται» του Καζαντζάκη (εκεί ο Αναστασάκης παίζει τον Πατριαρχέα), ενώ θα συμμετέχει και στη νέα παράσταση του Αρη Μπινιάρη, «που πολύ τον πεθύμησα», όπως μας λέει. Και αυτά δεν είναι τα μόνα που μας είπε…
● Το «Χελιδόνι» ξεκινά από ένα μαζικό έγκλημα μίσους, αλλά δεν μένει στο γεγονός. Αναπτύσσει σε επίπεδο συναισθημάτων, κρυφών σκέψεων και κοινωνικών/διαπροσωπικών σχέσεων ζητήματα ζωής, θανάτου και απώλειας. Πού θέλατε να δώσετε εσείς έμφαση και γιατί επιλέξατε αυτό το έργο για το σήμερα;
Ο Γκιλιέμ Κλούα έγραψε το έργο «εν θερμώ», με αφορμή την τρομοκρατική επίθεση στο «Pulse» night club στο Ορλάντο το 2016, αλλά δεν έμεινε στο ιστορικό γεγονός. Κι αυτό, ακόμη και δέκα χρόνια μετά, κάνει το έργο τόσο ενδιαφέρον και ερεθιστικό! Το ζήτημα της αποδοχής της διαφορετικότητας από το στενό οικογενειακό περιβάλλον ώς την κοινωνία που μας περιβάλλει είναι, νομίζω, αυτό που κυρίως τον αφορά. Η μισαλλόδοξη εποχή που ζούμε, ήταν επόμενο να κινήσει κι εμένα να επιλέξω το έργο του. Δεν μπορούσα να κάνω διαφορετικά όταν ο Ζακ πέθανε έτσι όπως πέθανε, όταν κάποιοι δέρνουν τραβεστί στον δρόμο, όταν διαβάζουμε στις έρευνες πως η ομοφοβία ζει και βασιλεύει, όταν καίνε στην Κύπρο σημαίες της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας, σε μια παραλλαγή του ρατσιστικού εθίμου της καύσης του Ιούδα.

● Σε μια εποχή πολέμων, γυναικοκτονιών, ρατσιστικής βίας, ομοφοβικών επιθέσεων και κοινωνικής αγριότητας, τι νόημα έχει να επιμένουμε στην αγάπη χωρίς να ακουστεί αφελές;
Η αγάπη δεν αρκεί. Λέει κάποια στιγμή η Αμέλια στο έργο: «Τι είναι αυτό που μας κάνει ανθρώπους; Από όλα αυτά που είμαστε και κάνουμε, τι είναι αυτό που πιστεύεις πραγματικά ότι ορίζει την ανθρωπιά μας;». Και της απαντάει ο Ραμόν: «Δεν ξέρω… Η αγάπη;». «Δεν αρκεί αυτό. Η απάντηση είναι ο πόνος. Αυτό που μας κάνει στ’ αλήθεια ανθρώπους είναι η ικανότητά μας να νιώθουμε δικό μας τον πόνο των άλλων» ανταπαντά εκείνη. Ακριβώς έτσι είναι. Το ίδιο το έργο λοιπόν είναι που μας θυμίζει πως σε αυτήν ειδικά την εποχή είναι που έχει νόημα να αναζητούμε την αλήθεια και τη δικαιοσύνη, να διεκδικούμε την ύπαρξή μας, να αποδεχόμαστε τον αλλον, να δείχνουμε αλληλεγγύη, να μιλάμε ελεύθερα, να αμφισβητούμε τις παγιωμένες αντιλήψεις, να ονειρευόμαστε και να χτίζουμε -γιατί όχι;- μια «ουτοπική» κοινωνία κι όχι μια δυστοπία σαν αυτήν που μας… τάζουν. Και τώρα, κατηγορήστε με για αφέλεια!
● Το έργο δείχνει ότι η μη αποδοχή δεν βρίσκεται μόνο «εκεί έξω», στην κοινωνία, αλλά και μέσα στην οικογένεια. Είναι τελικά η οικογένεια ο πρώτος χώρος αγάπης ή ο πρώτος χώρος κανονικοποίησης (με την πλήρως αρνητική έννοια της λέξης);
Η αποδοχή ξεκινά από την οικογένεια. Και η απόρριψη, επίσης! Κι όχι από τις ηλικίες που νομίζουμε. Από τα σπάργανα ακόμη. Δεν θα ξεχάσω τον παιδίατρο της κόρης μου της Χαράς που μας έλεγε: «Μην ακούτε κανέναν! Τα παιδιά μόνο αγάπη θέλουν!». Κι έτσι, όταν εκείνη ήταν μωρό κι έκλαιγε κι εμείς την παίρναμε αγκαλιά και ηρεμούσε, δεν είχαμε πια τύψεις ότι την… κακομαθαίναμε. Ακολουθούσαμε τις οδηγίες του γιατρού! Λυπάμαι τα παιδιά που στερήθηκαν την αγάπη. Βλέπω γύρω μου ενήλικες που ξαφνιάζονται με ένα ζεστό βλέμμα, με μια ελάχιστη κίνηση βοήθειας. Τρομάζουν για μια στιγμή. Δεν ξέρουν πώς συνέβη αυτό. Δε μπορούν να το μεταφράσουν. Εγώ πιστεύω ότι μπορεί να γίνει κανόνας η Αγάπη, η Αλληλεγγύη, ο Σεβασμός, η Ελπίδα. Στο χέρι μας είναι.
● Το έργο μιλά και για τη μνήμη και τον σεβασμό στον νεκρό. Ποιος τελικά έχει δικαίωμα στη μνήμη ενός νεκρού;
Το δικαίωμα στη μνήμη δεν μπορούν να μας το στερήσουν. Οι 200 της Καισαριανής ήταν κομμουνιστές που θυσιάστηκαν -τι το ψειρίζουμε;-, οι νεκροί στα Τέμπη ήταν αθώοι -θέλει και ρώτημα ποιος φταίει;-, τα νεκρά παιδιά στη Γάζα είναι άγγελοι, οι πρόσφυγες που πνίγονται ή σπρώχνονται για να πνιγούν «εκτός των εγχώριων υδάτων» είναι οι παππούδες κι οι γιαγιάδες μας που ήρθαν από τη Μικρασία με τα σαπιοκάραβα, οι νεκροί στο Ορλάντο ήταν μάρτυρες της αυτοδιάθεσής τους… Ο κατάλογος δεν έχει τέλος. To «Χελιδόνι» μάς υπενθυμίζει ότι ο καθένας μας έχει μεν τους νεκρούς του, αλλά όλοι αυτοί οι νεκροί ανήκουν τελικά σε όλους μας. Στοιχειώνουν τα όνειρά μας, φωτίζουν με το παράδειγμά τους, εμπνέουν με το θάρρος τους και απαιτούν δικαιοσύνη. Την ύστατη αποδοχή. Τους τη χρωστάμε. Αυτό νιώθω.
● Το θέατρο μπορεί να λειτουργήσει ως πολιτική πράξη χωρίς να γίνει σύνθημα ή απλώς ένα κλάμα σε μια παράσταση;
Δεν ξέρω. Γιατί άραγε το γέλιο ή το κλάμα δεν είναι πολιτική πράξη όταν γεννιέται και ξεσπάει σε ένα θέατρο 500 θέσεων ή σε ένα υπόγειο με 30 θεατές; Το θέατρο, όπως και να ’χει, λειτουργεί ως πολιτική πράξη – όπως το λέτε. Ας το παραδεχτούμε. Δεν πιστεύω σε ένα θέατρο καταπραϋντικό και αμέτοχο. Ούτε επιδιώκω όμως ένα θέατρο που… κατεβάζει συνθήματα. Βέβαια, σε δύσκολες εποχές έχουμε ανάγκη κι από μια τέχνη που μιλά έξω απ’ τα δόντια! Με τα παιδιά μου, στη Δραματική Σχολή του Πειραϊκού Συνδέσμου, δουλεύουμε πάνω στα έργα του Μπρεχτ – είναι η ώρα του ξανά. Αλλά κι ο Κλούα είναι ωραίος – είναι, θέλω να πω, στην ώρα του κι αυτός. Οπότε; Οπότε είναι πολιτική πράξη που συναντιόμαστε σε μια θεατρική αίθουσα και μοιραζόμαστε ιδέες και συναισθήματα. Δεν είναι λίγο. Υπέροχο είναι.
● Βλέπουμε διεθνώς άνοδο του συντηρητισμού, της ακροδεξιάς ρητορικής και αντιδραστικών λόγων γύρω από το φύλο, τη σεξουαλικότητα, τη μετανάστευση. Το θέατρο πρέπει να απαντά ευθέως ή να δουλεύει υπόγεια;
Οι άνθρωποι του θεάτρου οφείλουν να παίρνουν θέση. Κι έχουν πολλούς τρόπους να το κάνουν: τον ρεαλισμό, τον ωμό ρεαλισμό, τον μαγικό ρεαλισμό, το μεταμοντέρνο, το θέατρο της Επινόησης, της Παναγιάς τα μάτια! Το θέατρο αυτό καθαυτό είναι στα χέρια των ανθρώπων της σκηνής και των ανθρώπων της πλατείας. Είναι όπλο. Ασφαιρα έχει, αλλά κάνει θόρυβο. Πολλές φορές στην Ιστορία έκανε θόρυβο. Εμπιστεύομαι όσους μιλούν ευθέως – χωρίς υπεκφυγές και αποσιωπήσεις. Κι ας κάνουν θόρυβο. Η σιωπή κι ο «αναστοχασμός», τα υπόγεια ρεύματα «που αγγίζουν ακροθιγώς τα κακώς κείμενα» με κάνουν καχύποπτο. Αρα, όσο το σκέφτομαι τώρα που μιλάμε, είναι προτιμότερο «να λέμε τα σύκα σύκα και τη σκάφη σκάφη». Για να μη βραχνιάσουμε από τη σιωπή μας, που λέει κι ο Ρίτσος.
● Εχετε αναλάβει σημαντικές θεσμικές θέσεις στο παρελθόν. Θεωρείτε πως βάλλεται ο σύγχρονος πολιτισμός με επιχορηγήσεις-ψίχουλα που οδηγούν στο να ανεβαίνουν παραστάσεις μόνο για έναν μήνα για παράδειγμα;
Δεν υπάρχει πολιτιστική πολιτική που να ανοίγει προοπτικές σε όποιους θέλουν να εκφραστούν. Αυτοί που μας κυβερνούν δεν νομίζω πως νοιάζονται πραγματικά για τον σύγχρονο πολιτισμό, για τις ανησυχίες των νέων δημιουργών, για τη στήριξη δράσεων στο σινεμά, στο θέατρο, στον χορό, στη μουσική, στις εικαστικές τέχνες. Αποσπασματικά μέτρα, γραφειοκρατικές αγκυλώσεις, πυροτεχνήματα και προβληματικές εξαγγελίες, όπως η ίδρυση μιας Ανώτατης Σχολής Παραστατικών Τεχνών -που χρειάζεται, μαθαίνω, πολλές υπουργικές αποφάσεις για να πάρει σάρκα και οστά-, πομπώδεις ανακοινώσεις, όπως αυτή για την «πολιτιστική συνταγογράφηση», επιχορηγήσεις που ενισχύουν με πενιχρά ποσά τους νέους καλλιτέχνες, υπολογισμένη απουσία των τεχνών από το Γυμνάσιο και το Λύκειο. Αν δεχτούμε, λοιπόν, πως υπάρχει ένα σχέδιο: να σωπάσουν οι ενοχλητικές φωνές που προσπαθούν να αρθρώσουν έναν λόγο που θα σαρώσει το σκοτάδι. Αρα, ίσως υπάρχει τελικά μια πολιτιστική πολιτική… Ημουν άδικος πριν (σ.σ. χαμογελάει πικρά).
ℹ️ Το «Χελιδόνι» | Θέατρο ΕΛΕΡ (Φρυνίχου 10, Πλάκα, τηλ. 2117353928) κάθε Δευτ., Τρ. 21.00, έως 2/6. Προπώληση: more.com
