ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Παύλος Μεθενίτης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Απόντος του απλώς προεδρεύοντος Κυριάκου Μητσοτάκη, η κατ’ ουσίαν πρωθυπουργεύουσα Ντόρα Μπακογιάννη «παραίτησε» τον Μακάριο Λαζαρίδη. Ο ρηματικός τύπος μπορεί να είναι λάθος γραμματικά, διότι δεν παραιτείς κάποιον, μόνος του παραιτείται εάν είναι εύθικτος, αλλά είναι εντελώς σωστός πολιτικά και ισχύει όταν ο αρχηγός χάνει τον έλεγχο του μηχανισμού εξουσίας. Οταν ο μονάρχης αδυνατεί, η αντιβασίλισσα αναλαμβάνει τα ηνία.

Τέλος πάντων, όλη αυτή η φαιδρή πολιτική παράσταση, όλο αυτό το γαλάζιο Δελφινάριο, έφερε στον αφρό της επικαιρότητας μια ωραία, σπάνια στον σημερινό δημόσιο λόγο, λέξη. Οταν λοιπόν ο ωραίος κ. Λαζαρίδης αποφάσισε να το γυρίσει στο τσάμικο, έκανε ο ίδιος, ή αναδημοσίευσε, μια φονική ανάρτηση σε μέσο κοινωνικής δικτύωσης, υποδεικνύοντας την υπεύθυνη για την εκπαραθύρωσή του.

Ενώ στην, ας πούμε, ψύχραιμη επιστολή του υπογράμμιζε την ανάγκη «να διαφυλαχθεί απερίσπαστα το έργο της Κυβέρνησης και του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης», το ίδιο βράδυ εμφανώς ταπηροκρανιασμένος έκανε λόγο για «φοβική κυβέρνηση» που «παραιτεί όποιον στοχοποιεί η συμμορία του Βαξεβάνη και της αριστεράς ή η συμμορία της Κοβέσι… Η Ντόρα Μπακογιάννη καλό θα ήταν να φάει κανένα σοκολατάκι και να παίξει με τα εγγονάκια της».

Η λέξη όμως που έλαμψε δεν ήταν ούτε τα «εγγονάκια» ούτε τα «σοκολατάκια», όροι που προφανώς σηματοδοτούν την προκεχωρημένη ηλικία μιας κυρίας που δεν θα έπρεπε, κατά τη γνώμη του σχολιαστή, να ασχολείται με τίποτα άλλο πέραν του νοικοκυριού και της οικογένειάς της, αλλά το θεαματικό… καλλιτεχνικό ή αγωνιστικό ψευδώνυμο του συντάκτη της ανάρτησης: «Ακήρατος».

Ακήρατος! Μια αληθινά σπουδαία, σπάνια λέξη: σημαίνει τον καθαρό, τον αμόλυντο, τον ανέγγιχτο, όταν ετυμολογείται από το στερητικό «α» και το «κηραίνω», που σημαίνει «μολύνω, βλάπτω». Ομως υπάρχει και η εκδοχή της προέλευσης του επιθέτου «ακήρατος» από το «α» και το «κεράννυμι», δηλαδή «ανακατεύω, αναμειγνύω». Σ’ αυτήν την περίπτωση, ακήρατος είναι ο αμιγής – παράδειγμα ο «ακήρατος οίνος», το κρασί που δεν έχει ανακατευτεί με νερό, ο ανόθευτος άκρατος οίνος, που διατηρεί τη δύναμή του, την κράσιν του, απ’ όπου άλλωστε προέρχεται και η λέξη «κρασί». Οπως και να ’χει, οι αρχαίοι χρησιμοποιούσαν τη λέξη για να δηλώσουν την έννοια του άθικτου, του ακέραιου, του αγνού.

Ο Ομηρος γράφει πως ο Πρίαμος, πριν ικετεύσει τον Αχιλλέα να του παραδώσει το πτώμα του γιου του, πλένει τα χέρια του με «ακήρατον ύδωρ».

Σύμφωνα με το Λεξικό του Δημητράκου, ακήρατος είναι ο αβλαβής, ο απείρακτος, ο ακέριος, ο «μη περιέχων ξένας ουσίας». Παράδειγμα, ο «ακήρατος χρυσός», το καθαρό, αγνό χρυσάφι, που αναφέρει ο Αισχύλος στους «Πέρσες» – ο Πλάτωνας στον «Φαίδρο» λέει «ήθη ακήρατα».

Μεταφορικά, επί προσώπων, ο ακήρατος είναι ο ακηλίδωτος, ο άσπιλος, ο αμόλυντος. Η Εκκλησία κάνει λόγο για το «ακήρατον σώμα του Χριστού». Επίσης, «ακήρατος» είναι ο απρόσβλητος: ο Ευριπίδης λέει «ακήρατος άλγεσι» (ο απαλλαγμένος από πόνους), τα αθέριστα χωράφια είναι οι «ακήρατοι λειμώνες», ενώ οι «ακήρατοι οίκοι» είναι εκείνα τα σπίτια που είναι απαλλαγμένα από διχόνοιες.

Κάτι που δεν συμβαίνει, τολμώ να πω, με τον νεοδημοκρατικό οίκο του Ακήρατου (…) Λαζαρίδη, που πλέον μόνο γκρίνιες, φαγωμάρες και φαρμάκια έχει. Τα οποία δεν πάνε κάτω, όσα σοκολατάκια κι αν κατεβάσουν οι ένοικοί του.