ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Τέση Λαζαράτου*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Δεν είμαι σε θέση να μιλήσω σχετικά με την καλλιτεχνική αξία της δουλειάς της Κλεώνης Φλέσσα για δύο λόγους: αφ’ ενός δεν «κατέχω τα εργαλεία» κι αφ’ ετέρου γιατί κυρίως μπορώ να πω το πόσο με καθηλώνει! Γι’ αυτό και αντενδείκνυται.

Επιτρέψτε μου όμως να σας ξεναγήσω σε μια «ιδιαίτερη μόρφωση» που διαθέτει. Πυκνά αναρωτιόμαστε από πού αρχίζει το βλέμμα ενός δημιουργού. Από πού ξεκινά εκείνη η ιδιαίτερη σχέση με τον κόσμο, που αργότερα γίνεται κινηματογραφική ματιά.

Η ιδρυτική διαφορά ανάμεσα στο βίωμα και στην εμπειρία ή αλλιώς στην πληροφορία περί του αντικειμένου και της αναπαράστασής του υπήρξε το έναυσμα για τη γέννηση της ψυχαναλυτικής θεωρίας του Φρόιντ με πυρήνα την παραδοχή του ασυνείδητου. Η επίδρασή της δεν περιορίστηκε μόνο στην κατανόηση της ψυχικής ζωής, αλλά αποτελεί και έναν τρόπο κατανόησης της καλλιτεχνικής έκφρασης αφού είναι αναπόσπαστα συνυφασμένη με την ανάδυση αυτού του άγνωστου τόπου. Η έννοια της αναπαράστασης είναι ένα αναγκαίο εργαλείο για να το προσεγγίσουμε.

Ως αναπαράσταση νοείται ένα ψυχικό μόρφωμα που περιέχει το μέρος της πραγματικότητας που μας ανήκει – και το ότι μας ανήκει ήδη το κάνει να γίνεται αλλιώς. Οι αναπαραστάσεις είναι τα «υλικά» της φαντασίωσης. Η φαντασίωση στην ψυχανάλυση είναι ούτε απλή εικόνα ούτε έννοια, αλλά ασυνείδητη ψυχική σκηνή που οργανώνει αναπαραστάσεις γύρω από μια επιθυμία.

Οι ψυχικές κινήσεις ακολουθούν σταθερά το συνεχές: συμβάν, αντιληπτικό ίχνος, μνημονικό ίχνος, αναπαράσταση, φαντασίωση. Μέσα από αυτό το συνεχές, αναδεικνύουν βήμα βήμα τη διαφορά: από μεταδόσιμο σε μεταδοτικό και από εκεί στο κάπως μοναδικό.

Η τέχνη παράλληλα με τον φιλοσοφικό στοχασμό αποτελεί έναν εξίσου εμβληματικό διαπραγματευτή της διαφοράς. Μέσα ακριβώς από αυτή τη διαφορά η ψυχανάλυση εντάσσεται και γεωμετρεί το δικό της μέσα κι έξω. Χωρίς την εξωτερικότητα μένει ανεπίδοτη ιδιόλεκτος – χωρίς την εσωτερικότητα μένει ασβεστωμένο κέλυφος για παρακμιακό μουσείο φυσικής ιστορίας. Αν λοιπόν η τέχνη και η σκέψη είναι οι εξέχοντες διαπραγματευτές της διαφοράς, τότε η ψυχανάλυση είναι η μονάκριβη διερμηνεύτριά της. Από την ίδια την πραγματικότητα μέχρι την ίδια την τέχνη, η ενοποιητική γραμμή που συνέχει τις πολλαπλές εννοιολογικές μεταβάσεις είναι η έννοια της μορφής.

Εξ ου «η μόρφωση της Φλέσσα» στην οποία υποσχέθηκα πως θα σας ξεναγήσω. Μόρφωση από την αρχαία ελληνική λέξη μορφώ < μορφή, δηλαδή όψη< *μέρφος «λάμψη».

Στις «Φιλοσοφικές Ερευνες», ο Βίτγκενσταϊν περιγράφει τη γλωσσική καθημερινότητα επιχειρώντας να καταδείξει το πλαίσιο εντός του οποίου οι αναπαραστατικές -λεκτικές εν προκειμένω- εκφορές αποκτούν το νόημά τους. Ο όρος «μορφή ζωής» φέρει εντός του ένα περίπλοκο δίκτυο εννοιολογικών συνδέσεων σχετικά με το ανήκειν κι είναι πάντα μυητικό. Να λοιπόν ένας έγκυρος μεταφορικός όρος για την ταυτότητα της καλλιτεχνικής παραγωγής της Φλέσσα.

Αν κρατήσει κανείς μια φέτα τυρί πολύ λεπτή μπροστά στα μάτια του, μπορεί -λένε- να δει μέσα από αυτήν ολοκάθαρα ακόμα και το πιο θολό τοπίο. Ενα κοριτσάκι μικρό κάποτε, κάπου στην Καλαμάτα το πίστεψε για τα καλά και μάλλον το πιστεύει ακόμα. Γιατί έτσι της το είχε διδάξει η μητέρα: πως δηλαδή η φέτα πρέπει να κόβεται τόσο λεπτή ώστε, αν τη σηκώσεις στο ύψος των ματιών σου, να μπορείς να διακρίνεις μέσα από αυτήν τις αυστηρές γραμμές του Ταϋγέτου, ίδιες κι απαράλλαχτες.

Ηταν μικρή η Κλεώνη -θα ‘ταν γύρω στα 5- όταν η μητέρα της τής έδειξε πώς να κοιτά για να μπορεί να βλέπει.

Πόσο ευφάνταστος, πόσο τρυφερός τρόπος να τεθεί ένα όριο στη μεγάλη παιδική λαχτάρα για το τυρί. Αλλά δεν ήταν μόνο αυτό, ήταν και κάτι περισσότερο: ήταν η πρωτόλεια εμπειρία, το πρώτο μάθημα «μόρφωσης».

Οχι μόρφωση βέβαια με την έννοια της εκπαίδευσης, αλλά διαδικασία δια-μόρφωσης του βλέμματος, της αντίληψης και της σχέσης με τον κόσμο. Από εκείνη τη λεπτή φέτα τυρί ξεκινά η συνάντηση του εσωτερικού με το εξωτερικό για να καταλήξει στη θεμελιώδη φαντασίωση, μια ιδιαίτερη ασυνείδητη φαντασιακή σκηνή δηλαδή που οργανώνει-εναρμονίζει τη σχέση του υποκειμένου με την επιθυμία και με τον κόσμο.

Η ψυχανάλυση του Λακάν μάς θυμίζει ότι κάθε βλέμμα είναι και σημείο όπου ο κόσμος μας επιστρέφει τη ματιά: ένα ανεξίτηλο καθρέφτισμα. Δεν είμαστε μόνο εμείς που βλέπουμε – η εικόνα, η εμπειρία, η πραγματικότητα αντανακλώνται και με τη σειρά τους μας διαμορφώνουν.

Η αληθινή τέχνη γεννιέται ακριβώς εκεί: στη διαρκή ισορροπία ανάμεσα σε αυτό που ζούμε εσωτερικά και σε αυτό που παρατηρούμε εξωτερικά, ανάμεσα στο βιωματικό βλέμμα και στην αναπαραστατική ισχύ του. Και ασφαλώς στην εργασία που θα απαιτηθεί για αυτή την ιδιότυπη αδιάλειπτη μετάφραση.

Στις ταινίες της σκηνοθέτιδας η κάμερα λειτουργεί ακριβώς όπως εκείνο το παιδικό βλέμμα. Και σκέφτομαι καμιά φορά πως ο τρόπος με τον οποίο σηκώνει την κάμερα στο ύψος των ματιών της έχει κάτι από εκείνη την παιδική χειρονομία. Κάτι από τη λαχτάρα να δει τον κόσμο – και κάτι από εκείνη την καταστατική λιτότητα που της έμαθε ότι για να δεις καθαρά δεν χρειάζεσαι πολλά. Μόνο μια ανεπαίσθητη, σχεδόν διάφανη απόσταση. Η κάμερα της Φλέσσα δεν επιβάλλεται. Δεν βιάζεται, χωρίς να κωλυσιεργεί. Στέκεται στο ύψος των ματιών και αφήνει τα πράγματα να εμφανιστούν.

Σαν να κρατά ακόμη μπροστά της εκείνη την ιριδίζουσα από την προσμονή φέτα – ένα φίλτρο που αφήνει την εσωτερική εμπειρία και την εξωτερική πραγματικότητα γόνιμα να συναντηθούν. Κάτι που μοιάζει με εκείνο το πρώτο μάθημα κινηματογραφικού βλέμματος. Σαν να κρατά κάτι λεπτό ανάμεσα σε εκείνη και τον κόσμο· ένα ριζόχαρτο για τη σωστή «ξεπατικωτούρα». Οχι για να τον κρύψει, ούτε για να τον αντιγράψει, αλλά για να τον δει καλύτερα, να τον μελετήσει και ίσως να τον επανορθώσει. Για ποιον λόγο, θα αναρωτιέστε. Μα γι’ αυτό δεν δημιουργούμε; Για λόγους τάξης προφανώς αισθητικής, συγκρότησης νοήματος κι εφαρμογής δικαίου. Εν τέλει για τη διάσωση του εαυτού μας και του κόσμου.

Το βλέμμα της Φλέσσα είναι αγαπητικό, διακριτικό, σχεδόν διάφανο. Δεν εγκαθίσταται πάνω στα πρόσωπα και στις ιστορίες για να τα τιθασεύσει· στέκεται απέναντί τους με μια λεπτότητα που επιτρέπει στα πράγματα να αποκαλυφθούν από μόνα τους, οικεία βουλήσει. Κι όπου κρίνει ακουμπάει τη λάμψη της μορφής – μορφοποιεί εκείνο το κάτι που δεν πέτυχε η ζώσα πρωτογενής ύλη. Το φανερώνει εκείνο το αφανέρωτο, χωρίς να επαίρεται κι ούτε να διστάζει.

Και τότε, μέσα από αυτή της τη λεπτότητα, αρχίζουν να εμφανίζονται οι άνθρωποι, οι τόποι, οι ιστορίες. Και έτσι, αρχίζουν σιγά σιγά να διακρίνονται οι γραμμές ενός ολόκληρου κόσμου, καθαρές. Απομειγμένες από περιττά στοιχεία κι αχρείαστες συγχύσεις. Και πάντα -παρά την ενοποιητική τους ισχύ- ανεξίτηλα άλλοτε οριοθετικές άλλοτε οριοθετημένες.

Η μόρφωση της Φλέσσα διά «της φέτας του τυριού», σήμερα καλλιτεχνικά δυσεύρετη, καταλήγει στο εξής μοναδικό αποτέλεσμα: ενώ τα αντιθετικά ζεύγη εννοιών δεν πολώνουν την εικαστική γραφή, αντιθέτως τη μαλακώνουν με μια άφατη τρυφερότητα, την ίδια στιγμή κάτι ανυποχώρητο κατοικοεδρεύει παντού βάζοντας τα σημάδια ενός γενναίου πείσματος – κάτι σαν «ή λευτεριά ή θάνατος».

Η μηχανή λήψης της Φλέσσα δεν είναι απλώς μέσο καταγραφής, ούτε μόνο επέκταση ενός σεβαστικού βλέμματος. Είναι ένα εργαλείο που υπηρετεί το happy end. Nαι, μην ξαφνιάζεστε, ακούσατε καλά. Happy end μετά το «ή λευτεριά ή θάνατος»; Ναι, ασφαλώς ναι! Αφού αυτή είναι η εσωτερική λογική που οργανώνει τη φαντασίωση. Εν προκειμένω happy end είναι εκείνη η κορυφαία συνδήλωση μιας ιστορίας: το ότι δηλαδή οι άνθρωποι εκτός από μνήμη κι επιθυμία διαθέτουν και αρχές – όχι για να τους κρατούν δέσμιους αλλά για να μπορούν να ξεχωρίζουν την ήρα από το στάρι. Κοντολογίς η κάμερα της σκηνοθέτιδας δεν εναρμονίζει μόνο το βίωμα και την εμπειρία, ούτε εξισορροπεί μόνο το εσωτερικό και το εξωτερικό, αλλά πρωτίστως τα ζυγιάζει. Ετσι όπως ζυγιάζουμε έναν αετό με τη φορά του αέρα για να ταξιδέψει μακριά – κόντρα σε κάθε νόμο της βαρύτητας. Για να ψηλώσει και να φτάσει ακάθεκτος στις ανυποχώρητες γραμμές ενός Ταϋγέτου…

Να λοιπόν, αυτή η λιτή αλλά επίμονη χειρονομία του βλέμματος, αυτή είναι η μόρφωση της Κλεώνης Φλέσσα.

* Ψυχαναλύτρια