ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Μίνα Π. Πετροπούλου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η τσούτσκα, η καυτερή πιπεριά των Πρεσπών, λειτουργεί στο βιβλίο του Ευάγγελου Αυδίκου όχι ως γραφικό τοπικό εύρημα αλλά ως εμπειρία μύησης στο ανοίκειο. Καίει, αιφνιδιάζει, δεν ζητά άδεια. Οπως και τα σύνορα που διατρέχουν τον τόμο Τσούτσκες Πρεσπών: σύνορα γεωγραφικά, ιστορικά, γλωσσικά, πολιτισμικά, ηθικά. Ο συγγραφέας γράφει από τη μεριά εκείνου που βρέθηκε εκτός τόπου και έμαθε να παρατηρεί τον κόσμο από τη ρωγμή. Η απόσταση αυτή δεν λειτουργεί μόνο ως απώλεια, αλλά και ως προνομιακό σημείο θέασης, όπου τα αυτονόητα αποδομούνται και οι βεβαιότητες δοκιμάζονται. Από αυτή τη θέση, το οικείο γίνεται ξένο και το ξένο οικείο, επιτρέποντας μια γραφή που αναζητά νόημα όχι στην επιφάνεια, αλλά στις εντάσεις και τις ασυνέχειες της εμπειρίας.

Το βιβλίο συγκροτείται από τριάντα κείμενα δημοσιευμένα στην «Εφημερίδα των Συντακτών» και φέρει έντονα τα χαρακτηριστικά της δημοσιογραφικής παρέμβασης: σαφήνεια θέσης, ηθική φόρτιση, πολιτική κατεύθυνση. Ο Αυδίκος δεν κρύβει τις αξιακές του αφετηρίες ούτε επιχειρεί να προσποιηθεί την ουδετερότητα. Μιλά για τα Βαλκάνια, τα σύνορα, την προσφυγιά, τον ρατσισμό, τη βία της Ευρώπης και των εθνικών κρατών με έναν λόγο που διεκδικεί να είναι ταυτόχρονα πολιτικός και ανθρωπιστικός. Η γραφή του επιμένει να κατονομάζει τις ευθύνες και να παίρνει θέση, αρνούμενη την αποστασιοποίηση που συχνά λειτουργεί ως άλλοθι. Ετσι, συγκροτεί έναν λόγο παρεμβατικό, που επιδιώκει όχι μόνο να ερμηνεύσει, αλλά και να επηρεάσει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε το συλλογικό πεδίο.

Σε αρκετά κείμενα, η δύναμη της γραφής προκύπτει από τη σύνδεση του προσωπικού βιώματος με το συλλογικό τραύμα. Η Φλώρινα της δεκαετίας του ’70, οι Πρέσπες, το Φαρμακονήσι, η Γάζα, το Μενίδι δεν λειτουργούν ως αφηρημένα παραδείγματα, αλλά ως τόποι μνήμης και απώλειας. Οταν ο συγγραφέας αφήνει χώρο στην αφήγηση, στη λεπτομέρεια, στη σιωπή, το αποτέλεσμα είναι συχνά υποβλητικό και ουσιαστικό. Εκεί η γραφή του αποκτά μια λογοτεχνική πυκνότητα, που υπερβαίνει τον άμεσο πολιτικό της στόχο.

«Με το πρώτο μάσημα πετάχτηκα όρθιος. Ενιωσα να καίγεται ο λάρυγγάς μου».

Ωστόσο, το βιβλίο αποκαλύπτει και τα όρια μιας γραφής που έχει πια παγιώσει τη θέση της. Ο Αυδίκος γράφει από ένα σταθερό ηθικό ύψος, το οποίο δεν διακινδυνεύει. Ο ανθρωπισμός του παρουσιάζεται ως αυτονόητη αλήθεια, όχι ως πεδίο διαπραγμάτευσης ή εσωτερικής σύγκρουσης. Η γραφή του έχει μια δυναμική που σπάνια εκτίθεται σε αμφιβολία ή αυτοαναίρεση.

Χαρακτηριστικό είναι το ύφος έντονης μεταφορικής φόρτισης που διατρέχει πολλά κείμενα:

«Οι βρικόλακες αγαπάνε τα σκοτάδια, ενώ τρέφονται από τον φόβο και την ανασφάλεια».

Η φράση είναι εύστοχη, πολιτικά καθαρή, συναισθηματικά αποτελεσματική. Ταυτόχρονα, όμως, δείχνει και την τάση του συγγραφέα να καταφεύγει σε σχήματα που ενισχύουν τη σαφήνεια της βασικής του κοσμοθεωρίας.

Στον λόγο του Αυδίκου το «κακό» κατονομάζεται με βεβαιότητα, οι ρόλοι κατανέμονται καθαρά, οι ευθύνες αποδίδονται χωρίς ρωγμές. Η αναγνωστική εμπειρία λειτουργεί ταυτόχρονα και ως τρόπος να συνειδητοποιήσει άμεσα κανείς μια σαφή πολιτική θέση και στάση ζωής.

Στις Τσούτσκες Πρεσπών η σύνθεση και η διάταξη των κειμένων διατηρούν τη λογική του αρχείου παρεμβάσεων, αλλά όταν ο Αυδίκος χαμηλώνει τον τόνο και αφήνει τη μνήμη να μιλήσει, το αποτέλεσμα είναι πολύ πιο ισχυρό. Στα κείμενα που αφορούν τις γυναίκες, τη μητρική φιγούρα, τη γλώσσα, το βλέμμα της Dooa, η γραφή αποκτά βάθος και διάρκεια. Σε αυτές τις περιπτώσεις, ο συγγραφέας δεν επιβάλλει το συμπέρασμα· το υποβάλλει.

Ισως εκεί να βρίσκεται και η πιο ενδιαφέρουσα προοπτική του έργου του: όχι στην επιβεβαίωση ενός ήδη διαμορφωμένου ηθικού πλαισίου, αλλά στη δυνατότητα να το διαρρηγνύει εκ των έσω, να το θέτει υπό δοκιμασία. Γιατί τελικά, η δύναμη ενός ανθρωπιστικού λόγου δεν κρίνεται μόνο από τη σαφήνειά του, αλλά και από την ικανότητά του να αντέχει την αμφιβολία. Μια τέτοια στάση δεν αποδυναμώνει τον λόγο· αντίθετα, τον καθιστά πιο ανοιχτό, πιο διαλογικό και πιο ανθεκτικό απέναντι στην πολυπλοκότητα της πραγματικότητας, όπου οι ηθικές κατηγορίες σπάνια παραμένουν αδιαμφισβήτητες.

Οι Τσούτσκες Πρεσπών είναι ένα βιβλίο που αξίζει να διαβαστεί όχι επειδή συμφωνεί κανείς μαζί του, αλλά επειδή τον αναγκάζει να τοποθετηθεί. Το ερώτημα που αφήνει ανοιχτό δεν αφορά τις προθέσεις του συγγραφέα -αυτές είναι σαφείς- αλλά τη δυνατότητα του λόγου του να συνεχίσει να ενοχλεί, όχι μόνο τους «άλλους», αλλά και τους ομοϊδεάτες του. Με αυτή την έννοια, ο ρόλος της «γραπτής τσούτσκας» είναι σαφής: να μην επιτρέπει τον εφησυχασμό, αλλά να προκαλεί μια διαρκή εγρήγορση, μια επαναδραστηριοποίηση του αναγνώστη ως πολίτη που δεν έχει την πολυτέλεια να ξεχνά.