ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Ναταλί Χατζηαντωνίου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Αγαπημένος τραγουδιστής και τραγουδοποιός, ταυτισμένος πρώτα πρώτα με τις ένδοξες νύχτες των αθηναϊκών μπουάτ ιδιαίτερα τη δεκαετία του ΄70, αλλά και κυρίως (αν και όχι μόνο) με το πιο σατιρικό-πολιτικό ρεπερτόριο του Γιάννη Μαρκόπουλου κατ’ αρχάς κι αργότερα βέβαια του ΛοΓο.

Ο Θέμης Ανδρεάδης από το 1967 που πρωτοεμφανίστηκε στα μουσικά μας πράγματα μέχρι σήμερα δεν έπαψε να είναι ενεργός και δημιουργικός και, με εξαίρεση μία δεκαετία επιλεγμένης απομόνωσης και σιωπής (1992-2002), να δίνει το «παρών» και καλλιτεχνικά τραγουδώντας ή γράφοντας καινούργια τραγούδια και κάνοντας εμφανίσεις ή παίρνοντας θέση με έντονο κοινωνικοπολιτικό πρόσημο στον δημόσιο λόγο. Δεν έπαψε δηλαδή να μιλάει ειλικρινά, να εκθέτει τις απόψεις του, να τολμά να ανοίγει τα χαρτιά του ολοκάθαρα ή και ν’ αυτοσαρκάζεται, ακόμα κι όταν μια κουβέντα πάει στις πιο προσωπικές, πικρές πτυχές της ζωής του.

Κι αν αυτό κάνει στη συνάντηση με το κοινό του ή στις συνεντεύξεις του, δεν θα το έκανε σε μια βιογραφία; Μια βιογραφία γραμμένη, μάλιστα, από τον μάστορα του είδους, μελετητή Σταύρο Γ. Καρτσωνάκη – τον ίδιο που έχει υπογράψει την πολύτιμη μελέτη «Νίκος Γκάτσος. Δώστε μου μια ταυτότητα να θυμηθώ ποιος είμαι. Ποίηση και στιχουργική 1931-1991» (εκδ. Μετρονόμος, 2022). «Θέμης Ανδρεάδης. Σαν ξαφνικό ταξίδι. Θεμιτά και αθέμιτα του μουσικού του βίου» είναι ο τίτλος του βιβλίου που με την υπογραφή του Καρτσωνάκη αναμένεται να κυκλοφορήσει στις 21 Απριλίου, επίσης από τον Μετρονόμο.

Από εκεί προδημοσιεύουμε ένα μεγάλο απόσπασμα από τα πρώτα μουσικά βήματα του Θέμη Ανδρεάδη με δάσκαλο τον Νότη Μαυρουδή.

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ

Στις μπουάτ του ’60

Η αδερφή του Θέμη Ανδρεάδη, Παρασκευή, από τον πρώτο γάμο του πατέρα του, ήταν αυτή που στάθηκε καταλυτική με δυο κινήσεις για τη μετέπειτα μουσική του πορεία. Στο σπίτι ο νεαρός τούς είχε τρελάνει όλους. Και μια μέρα είπε στη μητέρα του: «Ρε μάνα, θέλω να μου πάρεις μια κιθάρα». Του αγόρασε, λοιπόν, αυτή τελικά ένα κιθαρόνι με πολλές στερήσεις, δίνοντας 200-300 δραχμές που ήταν πολλά λεφτά, βέβαια, για την εποχή. Αρχισε έτσι να αυτομορφώνεται σε αυτά που μιλούσαν στην ψυχή του. Στους ήχους της εξάχορδης «μάγισσας» που έψαχνε ασταμάτητα, και σε κάποια ιδιαίτερα κείμενα που ονομάζονται… ποιήματα.

Η Παρασκευή τού είπε κάποια μέρα να τον πάει σε έναν συμμαθητή της από το νυχτερινό Γυμνάσιο της Καλλιθέας ο οποίος έπαιζε πολύ καλή κιθάρα. Τον έλεγαν Νότη Μαυρουδή, ήταν έξι χρόνια μεγαλύτερος και ήδη ένας πάρα πολύ καλός κιθαριστής. Εχουμε φτάσει αισίως στο 1965 και λίγους μήνες νωρίτερα ο Bob Dylan κυκλοφόρησε το συμβολικό «The Times They Are Α-Changin», ενώ ο Ξαρχάκος με τον Γκάτσο στην Ελλάδα το «Ο καιρός αλλάζει», αμφότερα περιγράφοντας από άλλη οπτική γωνία μια ρευστή εποχή ραγδαίων αλλαγών στην Ελλάδα και στον κόσμο. Μια τιτάνια μεταμόρφωση, όμως, συνέβαινε και σε προσωπικό επίπεδο. Ο Θέμης έγινε τελικά ο πρώτος μαθητής του Μαυρουδή ο οποίος τον είχε για… πειραματόζωο, όπως του έλεγε με αγάπη πολλά χρόνια μετά. Ενας καινούργιος κόσμος ανοίχτηκε, πολύχρωμος, ανεξάντλητος, φωτεινός. Σε έξι μήνες έφτασε να μελετά κιθάρα δεκαπέντε ώρες την ημέρα. Πήγαινε πλέον τρίτη Γυμνασίου, έκανε κοπάνες βέβαια και κατέληγε στο υπόγειο ενός φίλου του (που εκείνος είχε καλή κιθάρα) για να μελετήσει εκεί. Εμεινε στην ίδια τάξη από απουσίες.

Ο Θέμης Ανδρεάδης την εποχή που, μαθητης ακόμα, μελετούσε κιθάρα με δάσκαλο τον Νότη Μαυρουδή
Ο Θέμης Ανδρεάδης την εποχή που, μαθητης ακόμα, μελετούσε κιθάρα με δάσκαλο τον Νότη Μαυρουδή

Στους έξι μήνες ο Μαυρουδής τον παρουσιάζει στον δάσκαλό του, τον περίφημο Δημήτρη Φάμπα, παρέα με τον συνομήλικο του Ανδρεάδη, Βαγγέλη Μπουντούνη, που είχαν αρχίσει μαζί κιθάρα. Επαιζε ήδη Μπαχ σε διασκευή Σεγκόβια και ο δάσκαλός του ήταν ενθουσιασμένος. Κοιμόταν κι έβλεπε στον ύπνο του τα δάχτυλα των δυο χεριών του να παίζουν. Η ζωή του είχε αποκτήσει τώρα νόημα. Ζούσε μιαν Αποκάλυψη. Ανοιξαν οι ουρανοί. Μόλις άρχισε να εντρυφεί στην κλασική μουσική έψαχνε μόνος του να ακομπανιάρει τραγούδια. Κάτι που το πετυχαίνουν πολλοί. Το σημαντικότερο, όμως, ήταν ότι από τότε που άρχισε να παίζει καλά άρχισε ταυτόχρονα να γράφει και τραγούδια. Αυτό τελικά πάντα κάνει τη μεγάλη διαφορά. Στο σπίτι του υπήρχε (άγνωστο πώς) μια ανθολογία ποιητών. Την ξεφύλλιζε συχνά. Ενα απόγευμα σταμάτησε σε ένα ποίημα. Γεράσιμος Μαρκοράς ο ποιητής. «Δύο» ο τίτλος. Γνωστό σχετικά το ποίημα.

Μείναμε δύο! Ποιος παρακάτου ξέρει
για μας τι λέει της Μοίρας το βιβλίο!
Ποιος πρώτος θε να πάει στ’ ανήλια μέρη,
ποιος μόνος του θα μείνει από τους δύο.

Του έβαλε μια μελωδία. Ηταν πια ήδη δεκαπέντε χρονών. Εκανε πολλή εντύπωση στην αδερφή του αυτό.

– Βρε, τι είν’ αυτό;
– Εγώ το ’κανα!
– Εσύ έβαλες μουσική;
– Εγώ έβαλα.
– Θα σε πάω στα ταλέντα του Οικονομίδη.

Δούλεψε λοιπόν σκληρά σε ένα υφαντήριο τέσσερις μήνες για να πάρει μια καλή κιθάρα. Των φημισμένων κατασκευαστών Αδερφοί Παναγή. Το κόστος 5.000 δραχμές! Η μάνα του τον είχε γράψει σε μια σχολή υφαντικής-κλωστικής-πλεκτικής (ΣΚΥΠ) στην οποία θα πήγαινε για έναν χρόνο περίπου. Αποδείχτηκε κάτι χρήσιμο, αφού μέσω αυτής κατάφερε τελικά να βγάλει τα πρώτα του λεφτά και να πάρει -επιτέλους- μια καλή κιθάρα. «Εκείνη την εποχή ήταν της μόδας οι Ιταλοί τραγουδιστές, ο Τόνι ντελ Μόνακο και διάφοροι τέτοιοι. Κι είχα πει στους φίλους μου να με φωνάζουν Τόνι ντι Καλλιτέα! Οχι ντι Καλλιθέα αλλά ντι Καλλιτέα! Το Θέμης δεν μου άρεσε, κάτι δεν μου κόλλαγε. (Τελικά όμως μου έφυγε το κόλλημα.)».

Τη δεκαετία αυτή ο μοναδικός τρόπος για κάποιον παντελώς άγνωστο να ακουστεί στο ευρύ κοινό ήταν μια ιστορική ραδιοφωνική εκπομπή, μακρινός πρόγονος όλων των μετέπειτα και μέχρι τις μέρες μας talent shows, τα «Χαρούμενα ταλέντα» του Γιώργου Οικονομίδη στο κρατικό και μοναδικό ραδιόφωνο της εποχής, το ΕΙΡ, σε ένα υπόγειο κοντά στη Ρηγίλλης.

Χαρούμενα ταλέντα / μαζί μας κόσμε γλέντα /
και δώσε στις ελπίδες τους φτερά

Δ. Σαββόπουλος, 1987

Πηγαίνοντας εκεί με την αδερφή του, μια Κυριακή το καλοκαίρι του 1966, όπως κάποιος πολύ εύκολα φαντάζεται ήταν φυσικό να ένιωθε σα μονομάχος σε ρωμαϊκή αρένα, γιατί πολλές φορές τον τόνο τον έδινε ο -ταλαντούχος οπωσδήποτε- παρουσιαστής ο οποίος επέλεγε μερικούς από το κοινό να ακουστούν. Ενίοτε ο Οικονομίδης δεν δίσταζε να διακωμωδεί κομψά τον υποψήφιο ή να τον βλέπει σαν ψώνιο που θα πρόσφερε διασκέδαση στους παρευρισκόμενους. Και όλα ήταν συχνά απρόβλεπτα. Πολλοί όμως, από την άλλη, πρωτοξεκίνησαν εκεί. Η Νάνα Μούσχουρη -για την Ιστορία- είχε κοπεί τρεις φορές. Η έκθεση σε ένα τέτοιο κοινό και σε ένα μέσο τόσης εμβέλειας θα μπορούσε να αποβεί μοιραία. Ο Θέμης είχε πολύ άγχος. Καθόταν όρθιος με την κιθάρα του. Εντοπίστηκε. Και στον πρώτο του δημόσιο διάλογο ασυνείδητα ξεστόμισε μια μικρή φράση η οποία έκρυβε πολλά…

– Ελα εδώ εσύ μικρέ. Πώς σε λένε;
– Θέμη Ανδρεάδη.
– Παίζεις κιθάρα;
– Ναι, είμαι μαθητής του Νότη Μαυρουδή.
– Τι θα μας πεις;
– Θα σας πω ένα δικό μου τραγούδι.

Το «δικό μου» σε αυτή την πρώτη καταλυτική ακρόαση ίσως σήμαινε τελικά κάτι πολύ σημαντικό. Δεν ήταν ούτε μεγαλομανία ούτε άγνοια. Γιατί δεν είπε: ένα ποίημα που έχω μελοποιήσει και έκανα τραγούδι. Κάποιος άλλος ενδεχομένως να χρησιμοποιούσε το όνομα του Μαρκορά για να προσδώσει κύρος στη μουσική του προσέγγιση (όπως έκαναν συχνά τα επόμενα χρόνια και μέχρι τις μέρες μας συνθέτες οι οποίοι μελοποιούν ποιήματα γνωστών ποιητών ως απόδειξη ταλέντου). Οχι. Δεν ήταν αυτό στην περίπτωσή μας. Ενιωθε από τότε και μέχρι σήμερα πως αυτούς τους στίχους θα μπορούσε να τους είχε γράψει ο ίδιος, ήταν πια με τη μουσική του δικοί του, γιατί ήταν βιωμένοι. Προφανώς γι’ αυτό καταφέρνει πάντα να θυμάται και να τραγουδά ατέλειωτους στίχους από εκατοντάδες ποιήματα χωρίς καμία δυσκολία.

Αυτό ένιωσα και την πρώτη φορά που τον είδα ζωντανά πριν από πολλά χρόνια όταν βγήκε και άρχισε να ερμηνεύει με τα χέρια ανοιχτά -σα φτερά- το τραγούδι ποταμό «Μιλώ» του Μανόλη Αναγνωστάκη που μελοποίησε ο Θεοδωράκης. Ερμήνευε απαγγέλλοντας σχεδόν, χωρίς χαρτιά μπροστά του σε ελεύθερο μέτρο. Αυτός ο μικρός άθλος για μένα δηλώνει το πόσο κατασταλαγμένες στο αίμα του είναι κάθε φορά οι λέξεις τού εκάστοτε ποιήματος.

Ο Οικονομίδης σα να σοβάρεψε κάπως. Ο Μίμης Πλέσσας ήταν κάπου πιο μακριά στο πιάνο. Ο κομφερανσιέ κατάλαβε αμέσως ότι ο νεαρός ήξερε να παίζει καλά κιθάρα, «άνοιξε» τον χώρο και ζήτησε να βάλουν «έκο» για να ακουστεί πιο ωραίο το αποτέλεσμα. Ολοι ενθουσιάστηκαν. Ο Πλέσσας λέει: «σπουδαίος ο νεαρός!».

Την επόμενη μέρα η Μαρία από το τζαμάδικο απέναντι από το σπίτι του (ήταν αυτοί οι προνομιούχοι που είχαν τηλέφωνο) έβαλε μια δυνατή φωνή:

– Θέμηηηηη! Τηλέφωνο! Ελα γρήγορα!

Επρεπε να τρέξει να μιλήσει στον φίλο του. Σε λίγη ώρα στη Φιλαρέτου, στην Καλλιθέα, εμφανίστηκε ο Νότης από την οδό Σαπφούς όπου έμενε, με ένα μοτοποδήλατο Σόλεξ (αυτά με τα πετάλια που τη μηχανή την είχαν μπροστά, κάτω από το τιμόνι). Σταμάτησε και του φώναξε:

– Αύριο το πρωί θα πας με την κιθάρα σου στην Πλάκα που είναι μια μπουάτ και εκεί θα σε περιμένει ο Νίκος Καζής.

Ο Καζής ήταν ένας ζεν πρεμιέ της εποχής του Λογοθετίδη, ένας πολύ καλός ηθοποιός του θεάτρου κυρίως, ο οποίος είχε ανοίξει μια μπουάτ ονόματι Ταβάνια, στη Μνησικλέους. (…)

Ο νεαρός Θέμης Ανδρεάδης πήρε το λεωφορείο νούμερο 14. Ηταν η πρώτη φορά που πήγαινε στην Πλάκα. Ο Μαυρουδής τού μιλούσε συνέχεια για τις μπουάτ, αλλά βέβαια δεν ήταν ούτε στην κατάλληλη ηλικία, ούτε είχε χρήματα για να πηγαίνει συχνά. Ηξερε όμως ήδη ποιος ήταν ο δρόμος του. Να παίζει και να τραγουδά μπροστά σε κοινό.

Μιλάμε για μια περίοδο που με την έκρηξη των Beatles στην αρχή της δεκαετίας του ’60, σε κάθε γειτονιά της Αθήνας δημιουργούνται συγκροτήματα, οπότε αν μεταφερόμασταν εξήντα χρόνια πίσω ένα κυριακάτικο πρωινό, ανάμεσα στα γκρουπάκια της εποχής που έπαιζαν σε κινηματογράφους, θα βλέπαμε στο σινεμά Νεράιδα στην Καλλιθέα όπου έπαιζαν οι Harlems να τραγουδάει με την κιθάρα του ένα νεαρό αγόρι στο διάλειμμα, ο Θέμης Ανδρεάδης. (…)

Η Μάρθα Οικονομοπούλου, ο Θέμης Ανδρεάδης, ο Χρήστος Λεττονός και η Αρλέτα στην μπουάτ «Ταβάνια» το 1967
Η Μάρθα Οικονομοπούλου, ο Θέμης Ανδρεάδης, ο Χρήστος Λεττονός και η Αρλέτα στην μπουάτ «Ταβάνια» το 1967

Στις μπουάτ ανάμεσα στους θαμώνες θα έβλεπες συχνά την αφρόκρεμα της διανόησης και του καλλιτεχνικού χώρου. Του τότε και του μετέπειτα. Τον Mατθαίο Μουντέ ή τον νεαρό Νίκο Κυπουργό. Ο Παύλος Μάτεσις, ο θεατρικός συγγραφέας, είχε γράψει για τον νεαρό Θέμη έναν «εφηβικό» στίχο: «Μια μικρή μαθητριούλα που ’ναι πια στα δεκατρία, / έμεινε στις εξετάσεις, έμεινε στην Ιστορία / σπίτι δεν ξαναγυρνάει…» που τον είχε μελοποιήσει. Το κλίμα ήταν σχεδόν μυσταγωγικό, κάτι το οποίο δε συναντούσες πουθενά αλλού. Αυτονόητη συνθήκη ήταν εδώ ο σεβασμός απέναντι στον καλλιτέχνη. Οι μπουάτ εκείνη την εποχή -όπως και τα Ταβάνια- δεν είχαν μικρόφωνο. Συνεπώς για να ακουστείς χρειαζόταν ησυχία. Ο Θέμης εκεί θα γνωρίσει τον μελλοντικό του συνεργάτη, τον σπουδαίο Τάσο Καρακατσάνη ο οποίος θυμάται:

«Επαιζε μαζί μου κιθάρα και τραγουδούσε. Ενα πολύ συμπαθητικό παιδί με αρκετά ανεπτυγμένο αίσθημα αρμονίας. Ως μουσικό τον γνώρισα, με αντίληψη ήχου, σωστή φωνή, τραγούδαγε τα πάντα υπέροχα. Παίζαμε τον Ομηρο (σ.σ. Ενας όμηρος, του Μίκη Θεοδωράκη από το ομώνυμο θεατρικό έργο του Brendan Behan) στα Ταβάνια. Πάντα ξεχώριζε ό,τι και να έλεγε. Είχε κάποια αυστηρά χαρακτηριστικά, σωστό ρυθμό, ήξερε να αναλύει σωστά τη μουσική φράση, κάτι που δεν συμβαίνει συχνά. Ευαίσθητη φωνή. Ηταν συνεπής (και) στα επιμέρους διαστήματα, όχι (μόνο) στο σύνολο, χωρίς τζαλκάντζες και υπερβολές, ήξερε να αντιμετωπίζει το δυνατά χαμηλά, να ανεβάζει τη φωνή χωρίς να αλλοιώνει τον τόνο, ήταν ορθόδοξος σε αυτό, ήταν αληθινός (ό,τι αληθινό αρέσει στον κόσμο). Επίσης, ευχάριστος, κι αυτό άρεσε στον κόσμο».